Ποντιακός ελληνισμός: Ημέρα μνήμης

Ποντιακός ελληνισμός: Ημέρα μνήμης

Ποντιακός ελληνισμός: Ημέρα μνήμης

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 731 ΦΟΡΕΣ

Ομιλία εκφωνηθείσα στις 24 Μαΐου 2020 στη Ρόδο από τη Στέλλα Π. Βουτσά, Φιλόλογο-Διδάκτορα, Καθηγήτρια Γενικού Λυκείου Αφάντου

Η 19η Μαΐου καθιερώθηκε ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων στις 24 Φεβρουαρίου 1994, όταν κατά τη συνεδρίαση της Ολομέλειάς της, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γεωργίου Μπαμπινιώτη, ο όρος «γενοκτονία» (αγγλ: genocide, γαλλ: génocide, ιταλ: genocidio, ισπαν: genocidio, πορτογ: génocidio) αποδίδει τη βάσει σχεδίου συστηματική και ολοκληρωτική εξόντωση φυλής ή έθνους.

Ας κάνουμε, όμως, μια σύντομη αναδρομή στη μακραίωνη ιστορική παρουσία του Ελληνισμού στον Πόντο. Η λέξη «Πόντος» απαντά πρώτη φορά στον Όμηρο με τη σημασία θάλασσα και συνοδεύεται συνήθως από επίθετα, όπως ατρύγετος, ιχθυόεις, απείρων, μέλας, κτλ. ΠΟΝΤΟΣ, όμως, ονομάζεται και η παράλια περιοχή στα νότια του Ευξείνου Πόντου ή αλλιώς, το βορειοανατολικό τμήμα της Μικράς Ασίας.

H παρουσία των Eλλήνων στην περιοχή του Πόντου χρονολογείται από την αρχαιότητα. Γύρω στα 1.000 π.X. τοποθετούν οι μελετητές την πραγματοποίηση των πρώτων εμπορικών ταξιδιών στην περιοχή αυτή για την αναζήτηση κυρίως χρυσού και άλλων μεταλλευμάτων. Με το επίθετο, μάλιστα, «Άξεινος» Πόντος (=αφιλόξενη θάλασσα) οι Έλληνες περιέγραψαν τα «μαύρα», «σκοτεινά» νερά της περιοχής. Μετά έγινε «Εύξεινος Πόντος» κατ’ ευφημισμό ή Μαύρη Θάλασσα.

H οργανωμένη αποστολή του Iάσονα και των Aργοναυτών στην Kολχίδα, οι περιπέτειες του Oδυσσέα στη χώρα των Kιμμερίων, η τιμωρία του Προμηθέα από τον Δία και η εξορία του στον Kαύκασο, το ταξίδι του Hρακλή στον Πόντο, καθώς και άλλοι γοητευτικοί ελληνικοί μύθοι συνδέονται με τη γη του Πόντου κι επιβεβαιώνουν την ελληνική παρουσία.

Ο αρχαίος ιστορικός Ξενοφώντας είναι ο πρώτος «Ελλαδίτης» συγγραφέας που περιέρχεται την περιοχή, γνωρίζει τους λαούς της και καταγράφει συστηματικά, μαζί με την πορεία των Μυρίων, τόσο αυτούς όσο και ονόματα βουνών, ποταμών κτλ. Ο όρος ΠΟΝΤΟΣ αρχίζει να σημαίνει τη βορειοανατολική περιοχή της Μικράς Ασίας από τους χρόνους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και έπειτα.

Γνωστές ελληνικές αποικίες του ΠΟΝΤΟΥ ήταν οι: Αμισός (ή Σαμψούντα), Σινώπη, Τραπεζούς (ή Τραπεζούντα), Ηράκλεια η Ποντική, η Φάση, η Διοσκουριάδα, η Θεοδοσία, η Ολβία, η Αγχίαλος και η Απολλωνία (Σωζόπολη). Οι ελληνικές αποικίες του Πόντου προόδεψαν πολύ γρήγορα, πλούτισαν και με τη σειρά τους ίδρυσαν και εκείνες νέες αποικίες.

Η Τραπεζούντα, αποικία της Σινώπης, σε διάστημα τριών χιλιετηρίδων έγινε η ονομαστότερη πόλη του Πόντου. Σημαντικές πληροφορίες για τις ελληνικές πόλεις του Πόντου αποκομίζονται από το έργο του Ξενοφώντα «Κύρου Ανάβασις», όπου περιγράφεται η Κάθοδος των Μυρίων (401-400 π.Χ.), των Ελλήνων δηλαδή στρατιωτών που πολέμησαν ως μισθοφόροι στο πλευρό του Κύρου. Όταν από το όρος Θήχης αντίκρισαν τη θάλασσα (Εύξεινος Πόντος), ένιωσαν ότι βρίσκονται στην Ελλάδα.

Μέχρι την κοσμοκρατορία του Μ. Αλεξάνδρου, η Τραπεζούντα και όλες οι ελληνικές αποικιακές πόλεις του Ευξείνου απόλαυσαν περιόδου ειρήνης και ευημερίας. Η ελληνική παιδεία, ο ελληνικός τρόπος ζωής και η ελληνική γλώσσα θα εξαπλωθούν σε όλες τις αποικίες του Πόντου. Ο Πόντος γίνεται μια ισχυρή εστία του ελληνικού κόσμου στα χρόνια του βασιλιά Μιθριδάτη ΣΤ’ του Ευπάτορος, τέλος του 2ου αιώνα π.Χ.

Στη βυζαντινή εποχή οι ελληνικές πόλεις του Πόντου θα σηκώσουν κατά μεγάλο μέρος το βάρος του στρατιωτικού αγώνα των βυζαντινών κατά των Αράβων. Όμως η βυζαντινή συντριβή στο Ματζικέρτ το 1071, σφράγισε την τύχη της Μ. Ασίας και η τουρκική προέλαση πήρε πλέον φρενήρη ρυθμό. Πράγματι, μετά το Μαντζικέρτ κατέρρευσε η «σπονδυλική στήλη της άμυνας του Βυζαντίου», όπως αποκάλεσε τη Μ. Ασία ο ιστορικός Γ. Οστρογκόρσκυ.

Στους υστεροβυζαντινούς χρόνους, μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, ο βυζαντινός ελληνισμός βρίσκει καταφύγιο στο ελληνικό κράτος της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας. Το 1461 πέφτει η Τραπεζούντα στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων. Έπαψε, έτσι, να υφίσταται και το τελευταίο ελεύθερο τμήμα του ελληνισμού, την πτώση του οποίου θρήνησε ποικιλότροπα ο λαός του Πόντου.

Η άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς, όμως, δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική συνείδηση των κατοίκων, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού-, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Έλληνες Πόντιοι άγγιζαν τις 700.000. Το 1919 τα ελληνικά σχολεία υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΟΣ ή Φάρος της Ανατολής, ιδρυθέν τον 17ο αιώνα, το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1922 και διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης των Ποντίων. Εκτός από σχολεία οι Πόντιοι διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Στο ίδιο υψηλό επίπεδο κρατούσαν οι Έλληνες Πόντιοι και την ορθόδοξη πίστη τους. Έτσι συναντούμε πολλούς κρυπτοχριστιανούς στον Πόντο, όπως και σε άλλες ελληνικές κατακτημένες περιοχές, ως αποτέλεσμα βίας και εξαναγκασμού. Οι κρυπτοχριστιανοί είχαν δύο ονόματα: ένα τουρκικό και ένα χριστιανικό. Το πρώτο ήταν το επίσημο, ενώ το δεύτερο το χρησιμοποιούσαν μόνο μεταξύ τους. Είχαν επίσης υπόγειες εκκλησίες, κάτω από αχυρώνες συνήθως, με τα απολύτως απαραίτητα για να τελούνται οι θρησκευτικές τελετές τους.

Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στο περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής. Ήδη από το 1912 άρχισαν να αυξάνονται οι διωγμοί, οι εξορίες και οι σφαγές κατά των Ελλήνων του Πόντου. Αυτή η βία είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα κίνημα αντίστασης των Ελλήνων του Πόντου ενάντια στους κατακτητές που πήρε το όνομα «Ποντιακό Αντάρτικο», με έδρα τη Σάντα, το «Σούλι του Πόντου». Ο ένοπλος αγώνας του ποντιακού ελληνισμού υπήρξε η κορυφαία εκδήλωση της αντίστασής του απέναντι στην οργανωμένη προσπάθεια γενοκτονίας του από τους Νεότουρκους.

Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1916, οι Τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ επικεντρώνονται πλέον στην εξολόθρευση των Ελληνοποντίων. Όπως έχει ειπωθεί, ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!

Το 1919 έγιναν κάποιες προσπάθειες για μια ΠΟΝΤΟ-ΑΡΜΕΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ μετά από συνεννοήσεις του Μητροπολίτη Χρύσανθου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο Παρίσι. Το κίνημα αυτό όμως βάφτηκε στο αίμα από τα τουρκικά στρατεύματα.

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας. Ο αριθμός των Ποντίων που εξοντώθηκαν με διάφορες βάρβαρες μορφές, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, ξεπερνά τις 350.000 ανθρώπους. Πέρα από τις εκτελέσεις και τους απαγχονισμούς, δύο ήταν οι βασικές μέθοδοι εξόντωσης: τα βασανιστικά τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) για τους άντρες και οι πορείες θανάτου για τον άμαχο πληθυσμό (ένα «Άουσβιτς εν ροή», όπως λέχθηκε), πορείες χωρίς προορισμό όπου χάθηκαν χιλιάδες Πόντιοι από το κρύο, τις αρρώστιες και την πείνα.

Πολλές οικογένειες διαλύθηκαν, γυναίκες βιάσθηκαν, οι συγγενείς χωρίστηκαν για πάντα και οι νεκροί έμειναν άταφοι στη μέση του πουθενά....
Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.

Ένας καταλυτικός παράγοντας που βοήθησε τον Ποντιακό Ελληνισμό να διατηρήσει την ελληνική ταυτότητά του ανά τους αιώνες και να μην αφομοιωθεί ήταν η βαθιά χριστιανική ορθόδοξη πίστη. Παράδειγμα που παρατηρούμε ζωντανό ακόμη και σήμερα είναι η λατρεία στην εικόνα της ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ, της προστάτιδας των απανταχού Ελλήνων Ποντίων. Η Μονή Παναγίας Σουμελά (από το όρος Μελά και το «σού», που σημαίνει στο ποντιακό ιδίωμα «εις το» ή «εις του» = «εις του Μελά», δηλαδή Σουμελά) ή Μονή Σουμελά είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού. Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το ιστορικό μοναστήρι.

Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας. Το 1930 ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος πήγε στην Τραπεζούντα, στο ιστορικό μοναστήρι κι επέστρεψε στην Aθήνα με την εικόνα της Παναγίας Σουμελά, έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης αναφώνησε: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος». Το 1951 έγινε πράξη η επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.

Οι Πόντιοι αποτελούν σήμερα ένα εκλεκτό κομμάτι του ελληνισμού που επιδεικνύει μεγάλο σεβασμό στις παραδόσεις, στους χορούς, στα τραγούδια, στα έθιμά του. Πολύ γνωστός ποντιακός χορός είναι ο πυρρίχιος ή πυρρίχη, αρχαίος πολεμικός χορός, ο οποίος χορευόταν από τον Εύξεινο Πόντο μέχρι την Κρήτη. Οι Σπαρτιάτες τον θεωρούσαν ένα είδος πολεμικής προπόνησης και τον μάθαιναν από μικρά παιδιά. Στις μέρες μας, τον Πυρρίχιο τον έχουν διασώσει οι Πόντιοι με οπλισμό και μαχαίρι. Το 2004, στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, καταχειροκροτήθηκαν οι 63 χορευτές του Συλλόγου «Αργοναύται-Κομνηνοί» που χόρεψαν περήφανα τον πυρρίχιο στο Ολυμπιακό Στάδιο κι εντυπωσίασαν όλον τον κόσμο.

Ας αναφέρουμε δυο λόγια και για την ποντιακή διάλεκτο. Παρά το ότι πέρασε σχεδόν ένας αιώνας από τότε που ο Ποντιακός Ελληνισμός ξεριζώθηκε, η ποντιακή διάλεκτος εξακολουθεί να υπάρχει σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και κυρίως στη Μακεδονία, όπου είναι εγκατεστημένοι αμιγείς ποντιακοί πληθυσμοί.

Η ποντιακή είναι μία από τις λίγες διαλέκτους του ελληνικού λαού που σχετίζονται τόσο άμεσα με την αρχαία ελληνική γλώσσα. Πολλοί Σύλλογοι και οργανώσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, διατηρούν και διαδίδουν την Ποντιακή Διάλεκτο μέσω μαθημάτων, βιβλίων, συνεδρίων και άλλων δραστηριοτήτων. Στην ποντιακή διάλεκτο διατηρήθηκε η αρχαία προφορά του «η» ως «ε» σε πολλές λέξεις, γι’ αυτό και στην ποντιακή διάλεκτο λέμε «Γιάννες», «ζελεύω», «νύφε», «μενύω».

Ένα επιπλέον στοιχείο στη γραμματική της ποντιακής που μας παραπέμπει στη γραμματική της αρχαίας ελληνικής είναι η διατήρηση της αύξησης «ε» στους παρελθοντικούς χρόνους, ακόμη κι αν τα ρήματα είναι τρισύλλαβα, π.χ. εκαλέσαμεν. Ποντιακές λέξεις με ρίζες στ’ αρχαία ελληνικά είναι οι: τεμόν (δικό μου) από το αρχαίο ἐμός, ἐμή, ἐμόν, τερώ (κοιτάζω) από το αρχαίο ὁράω-ὁρῶ, ωτία (αυτιά) από το αρχαίο ελληνικό οὖς, ὠτός, κ.λπ.

Τις μνήμες του Ποντιακού Ελληνισμού διασώζουν και τα αδελφά αθλητικά σωματεία Απόλλων και ΠΑΟΚ, ιδρυθέντα το 1926 στη Θεσσαλονίκη, ως προσφυγικοί σύλλογοι, λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οι οπαδοί τους μάλιστα αποκαλούν την ομάδα τους «τεμέτερον ποντιακόν ομάδα». Ζωντανές τις παραδόσεις των προγόνων του κρατά και ο τοπικός Σύλλογος Ποντίων Ρόδου «Ο Διγενής», με ισχυρή παρουσία στον εθνικό και πολιτιστικό μας βίο.
Πέρα από την Ελλάδα, στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου έχουν προχωρήσει η Αρμενία, η Κύπρος, το Ολλανδικό και Σουηδικό Κοινοβούλιο, αρκετές Πολιτείες των ΗΠΑ και πόλεις του Καναδά, η Νότια Αυστραλία, η Νέα Νότια Ουαλία και η Διεθνής Ένωση Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών.

Ο δρόμος όμως είναι ακόμα μακρύς. Οφείλουμε να αγωνιστούμε δίπλα στην Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος και τους απανταχού συλλόγους Ποντίων Ελλάδας και Ομογένειας για τη διεθνή αναγνώριση ενός ειδεχθούς εγκλήματος, ενός εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας, όπως είναι κάθε Γενοκτονία. Κλείνοντας, θα επικαλεστώ τον τίτλο της περσινής πολυθεματικής έκθεσης του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη για τα 100 χρόνια από την Ποντιακή Γενοκτονία: «Πόντος. Δικαίωμα και υποχρέωση στη μνήμη».

Διαβάστε ακόμη

Ηλίας Καραβόλιας: Η απόλυτη προσομοίωση

Αργύρης Αργυριάδης: «Δώσε και σε εμένα μπάρμπα»

Κοσμάς Σφυρίου: Ο «κατήφορος» της Δημοκρατίας μας χειροτερεύει!

Γιάννης Παρασκευάς: Βιβλιοθήκη Ρόδιων συγγραφέων και λογοτεχνών

Δημήτρης Προκοπίου: Διαχειριστής νέων τουριστικών προορισμών

Πρωτοπρεσβύτερος Π. Κυριάκος Αναστ. Μανέττας: 38 χρόνια από την κοίμηση του Αξέχαστου Μητροπολίτη Ρόδου, κυρού Σπυρίδωνα Συνοδινού

Ηλίας Καραβόλιας: Το βάθος του αρχείου σε μια χώρα «κέλυφος»

Τρύφωνας Δάρας: Η δημοσιότητα των πλειστηριασμών ως εγγύηση δικαιοσύνης