Παραδοσιακές γυναικείες φορεσιές της Σύμης
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1692 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η Σεβαστή Νικόλη *
Υπεύθυνη Ιματιοθήκης, χοροδιδάσκαλος και πρόεδρος της Ένωσης Γυναικών Σύμης
Οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού φαίνεται να ήταν Κάρες και Λέλεγες από τη γειτονική Μικρασιατική ακτή, τους οποίους έδιωξαν Ελληνες άποικοι. Αρχικά το νησί αποικίστηκε από Λακεδαιμόνιους, Αργείους, Ρόδιους και Κνίδιους.
Οι δεσμοί της Σύμης με τη Ρόδο επιβεβαιώνονται από πολλούς τάφους Ροδίων Ελληνιστικής εποχής που βρέθηκαν στο νησί. Η Σύμη ανήκε σε ένα από τους Ροδιακούς Δήμους της Περαίας, ίσως στον Δήμο των Κασαρέων.
Στα Ρωμαϊκά χρόνια και στη Βυζαντινή εποχή η τύχη του νησιού εξακολουθεί να είναι στενά δεμένη με αυτή της Ρόδου. Στα 1309 την κατέλαβαν οι Ιππότες της Ρόδου, που την ευνόησαν εκτιμώντας την προνομιακή της θέση, για το εμπόριο καθώς και την πείρα των Συμιακών στην κατασκευή καραβιών και τη ναυσιπλοΐα.
Οι φορεσιές της Σύμης ως εκ τούτου είναι αστικές και ξεκίνησαν από τις πλούσιες και αρχοντικές οικογένειες, οι οποίες είχαν όλα τα απαραίτητα υλικά για να φτιάξουν τις φορεσιές και τα αξεσουάρ για να τις στολίσουν. Τα κοσμήματα ήταν μεγάλης αξίας που φυσικά μόνο οι πλούσιες οικογένειες μπορούσαν να προμηθευτούν. Επένδυαν μάλιστα με αυτόν τον τρόπο στα κοσμήματα μεγάλης αξίας για να μπορούν να εκποιηθούν σε περίπτωση οικονομικής ανάγκης.
Οι ονομασίες τους είναι φράγκικες από το gonna και το gonnella ονομασίες που επικράτησαν από τότε, δηλαδή από την εποχή των Ιπποτών το 1300. Σήμερα η μια φορεσιά ονομάζεται Γουννελλάτη από το gonnella και η άλλη Γούννα από το gonna.
Θα αρχίσουμε την παρουσίαση και για τις δύο φορεσιές παράλληλα γιατί έχουν σχεδόν τα ίδια κομμάτια.
1) Το πουκάμισο το οποίο είναι μακρύ και έφθανε μέχρι τους αστραγάλους, με μακριά μανίκια, συνήθως χρησιμοποιούσαν μεταξωτό ύφασμα. Στον ποδόγυρο είχε κέντημα και στα μανίκια δαντέλα λεπτή συνήθως πλεγμένη από τις ίδιες τις γυναίκες, επίσης γύρω από το άνοιγμα του λαιμού που ήταν βαθύ μέχρι τη μέση.
2) Το αντερί ή καββάδι όπως ονομαζόταν παλαιότερα το οποίο φοριόταν πάνω από το πουκάμισο και έφθανε πέντε εκατοστά πιο πάνω από το πουκάμισο. Είναι ένας μακρύς χιτώνας χωρίς μανίκια σε υφαντό βυσσινή χρώμα στη Γουννελλάτη και χρυσούφαντο στη Γούννα στολισμένο με χρυσή μπορντούρα στον ποδόγυρο. Το άνοιγμα μπροστά στο στήθος έκλειναν με 3 ή 4 πόρπες.
3) Το ζωνάρι που είχε μήκος 3 με 4 μέτρα και φάρδος 40 εκ. ριγωτό μεταξωτό τυλιγόταν στην μέση πάνω από τα δύο μισοφόρια και δενόταν αριστερά.
4) Πάνω από τα μισοφόρια έμπαινε η ριγέ ζακέτα, το τσουρδί στη Γουννέλλα που είναι σταρωμένη με βάτα για να στέκεται και για να είναι πιο ζεστή για τον χειμώνα, εφαρμοστή στη μέση και άνοιγε στα πλάγια και το μάκρος της έφθανε στους 75 πόντους. Στο ίδιο πατρόν και η Γούννα με χρυσούφαντο ύφασμα αλλά έφθανε μέχρι τους αστραγάλους.
5) Πάνω από το τσουρδί έμπαινε ο μποξάς τετράγωνο μαντήλι, 1.50 - 1.50 εκ. με αραιά κρόσσια μάλλινος ή μεταξωτός διπλώνεται για να σχηματίσει τρίγωνο και ρίχνεται στους ώμους με το τρίγωνο στην πλάτη και οι δύο άκρες περνούσαν σταυρωτά μπροστά από τον θώρακα και τους ώμους και κατέληγαν οι δύο άκρες στην πλάτη.
6) Ο κεφαλόδεσμος σχηματιζόταν από 22 ή και περισσότερα τριγωνικά μαντήλια δεμένα το ένα πάνω από το άλλο και σχηματιζόταν ένα πυργωτό κάλυμμα περίπου 50 εκ. Πάνω από τον επιβλητικό κεφαλόδεσμο έμπαινε η βέργωση.
7) Η βέργωση ήταν ένα κόσμημα χρυσό στολισμένο με πολύτιμους λίθους, χρυσά φλουριά και δικέφαλους αετούς. Στοιχεία που αντλούμε από προικοσύμφωνα του 1786 δημοσιευμένα στον β΄ τόμο των Συμαϊκών εκδόσεων αναφέρει για μονές βέργες, ζευγάρι βέργες από δύο φλουριά η καθεμία, αλλά μέχρι και 12 που κούμπωναν στο πλάι σε κάθετη μπάρα και αγκάλιαζε όλο τον κεφαλόδεσμο με σκοπό να συγκρατεί τα πολλά μεταξωτά μαντήλια. Η αξία του εκείνη την εποχή έφθανε όσο κοστίζει μια βίλα σήμερα και ο λόγος που επένδυαν σε αυτό το κόσμημα ήταν σε περίπτωση οικονομικής κατάρρευσης να μπορούν να το εκποιήσουν εύκολα.
8) Στην γούνα φοριόταν τον χειμώνα τυλιγμένη στους ώμους γούνα λόγω του ότι η συγκεκριμένη φορεσιά είναι λεπτή αλλά χωρίς να είναι μόνιμο αξεσουάρ.
9) Και τις δύο φορεσιές στόλιζαν τα μαλαματικά, αγκόρφια, μπούκλες, κρικέλια (σκουλαρίκια) βραχιόλα και η βέργωση.
10) Τα υποδήματα ήταν χρυσοκέντητες παντόφλες. Ανάλογα με την προέλευση τους τα έλεγαν παντούφλες, εμπούφλες, ταπούνια, πασούμια, γεμενιά και τσεσμέδες.
11) Η φύλαξη του ρουχισμού και των μαλαματικών γινόταν με τάξη μέσα σε ξύλινη κασέλα και ήταν για τη Συμιακιά ιεροτελεστία.
Υπάρχει ακόμα μία γυναικεία φορεσιά αντίγραφο της φορεσιάς της Βασίλισσας Αμαλίας με κάποιες τροποποιήσεις, η οποία επεκράτησε από τις αρχές του 20ού αιώνα και η οποία υπήρχε σχεδόν σε όλα τα νοικοκυριά γιατί ήταν εύκολη στην κατασκευή της.
* Το άρθρο της κ. Σεβαστής Νικόλη δημοσιεύτηκε στο otoposmas.gr





Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News