Η νοσταλγία μιας όμορφης και ανέμελης ζωής στο χωριό «Θολός»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2826 ΦΟΡΕΣ
Γράφει η
Ελευθερία Μουσρελλά-Δράκου
Ένας βαθύς αναστεναγμός, ένα δάκρυ ευγνωμοσύνης και μια γλυκιά νοσταλγία συνοδεύουν κάθε θύμηση των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων, της πρώτης μου νιότης, όσα έζησα κάθε καλοκαίρι μετά το τέλος του σχολείου στ’ όμορφο χωριό της μαμάς μου τη Θολό, με την πολυαγαπημένη μου γιαγιά την Ανεζούλα.
Ένιωθα τη δροσιά του Αυγούστου όταν καθισμένη με τις φίλες μου για ποσπέρι στο ασβεστωμένο πεζούλι του μικρού αλλά τόσο νοικοκυρεμένου σπιτιού της. Στο χωριό από το πρωί ως το βράδυ αντηχούσαν τα χαρούμενα ξεφωνητά των παιδιών.
Κάθε πρωί με το πρώτο κακάρισμα της κότας, η γιαγιά μου μαθημένη όπως ήταν έπαιρνε από την κασιά το αυγό, το έβραζε στη χόβολη και μου το προσέφερε πάντα με μια κούπα ζεστό γάλα από την κατσίκα της και με μια φέτα φρεσκοψημένο σιταρένιο ψωμί.
Θεέ μου! Σε τι να σε πρωτοευχαριστήσω; Κάτω από τη σκιά της κληματαριάς της αυλής της, έστρωνε ένα καθαρό σεντόνι και με τον χερόμυλο άλεθε το σιτάρι για τις κουμπάνιες μας. Προσπάθησα κι εγώ να κάνω μια στροφή με το χέρι μου, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερα. Ζήλευα τη γιαγιά μου που τόσο επιδέξια γύριζε τον χερόμυλο πότε με το ένα χέρι της και πότε με τ’ άλλο. Καθισμένη στο σκαμνάκι της την παρακολουθούσα όταν έκανε το λούσιμο των κεριών. Κάτι που πρώτη μου φορά έβλεπα.
Με την γκαζιέρα, και σ’ ένα καθαρό τενεκέ του βουτύρου έβαζε τα μισοκαμμένα κεριά και τα έλιωνε. Μετά σ’ ένα ξύλο κρεμούσε τα νήματα και με την κουτάλα έπαιρνε το λιωμένο κερί και τα έλουζε συνέχεια κάθε λίγο και λιγάκι. Στέγνωναν και τα έπαιρνε στην εκκλησία στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Αυτό ήταν ένα από τα τάματα που έκανε για να μάθει νέα από τον γιό της τον Νικόλα που ύστερα από τόσες δυσκολίες μορφώθηκε στο τότε γνωστό Γυμνάσιο της Σύμης και έφυγε στην Αμερική. Βάζοντας μια χοντρή πετσέτα στον ώμο της κουβαλούσε με την στάμνα της νερό από την πέρα βρύση για τη λάτρα του σπιτού. Τότε το χωριό δεν είχε ούτε ύδρευση, ούτε φως. Άναβε τη λάμπα και την κρεμούσε στον τοίχο για να μας φέγγει.
Κάθε Σάββατο ανάβανε τον φούρνο της θείας μου της Μαρρούλλη και δίπλα τον φούρνο της νονάς μου της Ελένης-Λενιάς, για το ψήφισμο των ψωμιών. Πάντα η γιαγιά μου μας έκανε ένα λαδοκούλουρο με μυρωδικά και σισάμι. Μοσχοβολούσαν σε γειτονιές του χωριού. Μεγάλη προσοχή έδινε όταν έφτιαχνε το πρόσφορο με το ωραίο τυπάρι.
Με το κτύπημα της καμπάνας για τον εσπερινό, η γιαγιά μου τύλιγε το πρόσφορο σε μία καθαρή άσπρη καλοσιδερωμένη πετσέτα. Στην άκρη της είχε κεντήσει ένα σταυρό με κόκκινη κλωστή για να ξεχωρίζει από τις πετσέτες της κουζίνας. Στο χαρτί έγραφε πότε τα ονόματα των ζωντανών υπέρ υγείας και πότε τα ονόματα των κεκοιμημένων.
Και μου έλεγε: «Παιδί μου νά’ ξερες πόσο χαίρονται οι ψυχές όταν ακούουν κατά την προσκομιδή να λέει ο παπάς τα ονόματά τους! Πάντα να θυμάσαι και να γράφεις και τα ονόματα των ψυχών που δεν έχουν κάποιον να τους θυμηθεί. Οι μνήμες μιας όμορφης φευγάτης εποχής στο χωριό δεν ξεθώριασαν. Μπορεί ο χρόνος να τις θαμπώνει όμως είναι καλά φυλαγμένες στα κατάβαθά του νου και της ψυχής μου. Τί θα μπορούσα να ξεχάσω;
Nοερά στέκομαι κι αγναντεύω τα κάτασπρα σπιτάκια του, το Γεράνι, την πάνω δροσάτη γειτονιά και την Αμπέλα με τις συκιές, ελιές και τα ολόξανθα σιτάρια που περίμεναν το δρεπάνι του γεωργού. Με το ελαφρό φύσημα του αέρα σκύβουν ταπεινά στη γη για να εκφράσουν με τον δικό τους τρόπο το «ευχαριστώ» τους στον Θεό που τους χάρισε τον σπόρο. Πάντα θυμάμαι τις άξιες Θολοενές που βοηθούσαν στις αγροτικές δουλειές και ευχαριστούσαν τον θεό για την ευλογημένη γη που τους χάρισε και με τα δώρα της θράφηκαν γενιές και γενιές. Ηλιοκαμμένες κρατούσαν στα στήθη τους τις αξίες της ζωής και με τις πράξεις τους τις μετέδιδαν στα νέα παιδιά. Γύριζαν στα σπίτια τους και με τις φαρδιές ποδιές τους σκούπιζαν τον ιδρώτα τους.
Έτοιμες και ακούραστες για τις σπιτικές δουλειές. Αλήθεια! Πόση χαρά νιώθαμε όταν κάθε Δεκαπενταύγουστο παρακολουθούσαμε τον Παρακλητικό κανόνα αφιερωμένο στην Παναγιά μας, τη μητέρα όλου του κόσμου! Σιγοψάλλαμε κι εμείς. Νιώθαμε ένα ευχάριστο ανέβασμα της ψυχής μας στα ουράνια. Όταν τελείωνε ο εσπερινός όλες μαζί καθόμασταν κάτω από την πυκνόφυλλη άγρια γραμεθιά της εκκλησίας κι αγναντεύσαμε τον κάμπο με τις συκιές και τ’ αμπέλια και απολαμβάναμε την ομορφιά της φύσης.
Αυτό που μένει χαραγμένο στην ψυχή μου είναι το πανηγύρι της Καλόπετρας τον Δεκαπενταύγουστο. Ανεβαίναμε στο φορτηγό του αείμνηστου Νίκου Γρηγοριάδη και παίρνοντας μαζί μας τ’ απαραίτητα φτάναμε την παραμονή στο Μοναστήρι που πάντα ήταν περιποιημένο - Θεέ μου!
Πώς να περιγράψω αυτό το ξεχωριστό πανηγύρι; Όλα τα χωριά Ψίνθος, Δαματριά, Παραδείσι, Σορωνή και Θολός τιμούσαν την Μεγαλόχαρη. Μετά τον εσπερινό και την Θεία Λειτουργία γλεντούσαν χορεύοντας ιδίως την σούστα με την πρέπουσα λεβεντιά άνδρες και γυναίκες και απολάμβαναν την ομορφιά του υπέροχου φυσικού τοπίου.
Βέβαια η εποχή τότε ήταν δύσκολη σε πολλά θέματα. Όμως οι κάτοικοι της Θολού τις ξεπερνούσαν με την ομόνοια και την εργατικότητά τους.
Στην πλατεία του χωριού με τα μουσικά όργανα και τους κανακιστές Γ. Αστίδη και Γ. Στρατή σε κάθε γάμο, μπροστάρηδες έδιναν χορεύοντας την σούστα τον καλλίτερο εαυτό τους.
Τα καλοκαίρια παίρναμε τις καρέκλες μας και στον τοίχο του σπιτιού της Αμιράντης και Σπύρου Στρατή απολαμβάναμε τις ταινίες που πρόβαλλει ο φορητός κινηματογράφος. Κάθε Κυριακή το βράδυ στο καφενείο πότε του Νικήτα και πότε του Χατζημιχά τα νιάτα δισκέδαζαν πίνοντας κρασάκι και ρακί από τ’ αμπέλια τους και μεγέζες από τα μαξούλια τους Τα μουσικά όργανα στο Ακορντεόν ο Κώστας Σταυριάς, βιολί ο κ. Γρηγοριάδης και τραγούδι ο γνωστός τότε Σταύρος ο Αμερικάνος. Τα τραγούδια που ήταν αγαπημένα όπως «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι» και νησιώτικα. Ίσως γινόταν και η αρχή κάποιας κρυφής αγάπης.
Πολλοί που διασκέδαζαν στο πανηγύρι του Αιγίου Σουλά συνέχιζαν την διασκέδαφή τους στα καφενεία με κέφι και χορεύοντας. Εμείς τα παιδιά μας έπαιρνε και κανένας ύπνος. Είναι στιγμές που οι εικόνες της τότε ζωής δροσίζουν την ψυχή μου. Πάντα θυμάμαι την ομορφιά της καλύβας με τα καλάμια στο μποστάνι της θείας μου Δέσποινας. Πόση χαρά ένιωθα όταν το πρωί ξυπνούσα από τα χαρούμενα τιτιβίσματα των πουλιών.
Θεέ μου! Πόση ομορφιά μας χάρισες! Αλλά δυστυχώς, δεν την εκτιμήσαμε. Και τώρα; Βέβαια, το χωριό έχει αλλάξει. Εγώ νοσταλγώ το χθες που χάθηκε. Πολλά παιδιά τίμησαν και τιμούν το χωριό.
Οι Θολοενοί και οι Θολοενές με τον τρόπο τους προσέφεραν με αγάπη ό,τι μπορούσαν στο χωριό τους. Θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στην αείμνηστη λυκειάρχη Μαρία Καραγιάννη-Μαρμαροκόπου για τ’ ανεκτίμητα βιβλία της που με την πένα της αγάπης της έγραψε τόσα ενδιαφέροντα και ιστορικά γεγονότα για την Θολό.
Αναφέρεται ονομαστικά για κάθε κάτοικο της Θολού που βάζοντας το λιθαράκι του τόσο, στα οικονομικά όσο και με τις αξιέπαινες πατριωτικές πράξεις του κατά τη δύσκολη εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έτσι σήμερα η Θολός να έχει και αυτή την τιμητική της θέση στον τουρισμό της Ρόδου. Τα βιβλία αυτά είναι μία σπουδαία κληρονομιά για τα νέα παιδιά.
Όλες οι γυναίκες της υπαίθρου είναι άξιες. Με τη στάση της ζωής τους βοηθούν τα νέα παιδιά ν’ αγαπήσουν τη γη που τόσα καλά μας προσφέρει. Μα βοηθούν να ξεπεράσουμε τις σημερινές δυσκολίες της ζωής. Πόσα ωφέλιμα πράγματα μάθαμε κοντά στις γυναίκες του χωριού. Μας δίδαξαν σωστά τις λέξεις σεβασμό-αγάπη-εργατικότητα-ελπίδα και πίστη στον Θεό που πάντα είχαν την πρέπουσα θέση στη ζωή τους.
Καθισμένη γύρω από το μαγκάλι και τρώγοντας τις πεντανόστιμες ωφέλιμες παστελαριές που είχαμε στο σταμνί με την ξερή φασκομηλιά και διαβάζοντας τα μαθήματά μου, παρακαλούσα τον Άγιο Σπυρίδωνα να μ’ αξιώνει κάθε καλοκαίρι να ζω στο χωριό μας. Είναι γνωστό πως οι αγρότες και οι αγρότισσες παρά τις τότε δυσκολίες κράτησαν και μετέδωσαν στα παιδιά τους αυτά που γνώρισαν από τους γονείς τους.
Αγάπησαν τη γη. Έθρεψαν τα παιδιά τους και τα νοικοκύρεψαν. Κράτησαν ζωντανή τη Θρησκεία, την παράδοση. Αξίζει να τους ευγνωμονούμε και να τους μιμηθούμε.
Καλότυχοι χωριανοί!
Ζήλευα τη ζωή σας
την απλοϊκή και με περίσσιες χάρες
Μα πιο πολύ, ζήλευα τον γυρισμό σας
όταν η μέρα σωνόταν και βασίλευε ο ήλιος!
Μ’ αυτά τα λόγια του ποιητή Κ. Κρυστάλλη κλείνω στην ψυχή μου τις μοναδικές ανεπανάλυπτες εικόνες της όμορφης φευγάτης ζωής στο χωριό μου, τη Θολό.
Κασιά: Μέρος που γεννούσαν οι κότες λέγεται και «Αουμάς».
Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο της αείμνηστης Λυκειάρχου Μαρίας Καραγιάννη-Μαρμαροκόπου και από το βιβλίο του Λυκείου Ελληνίδων Ρόδου «Εργάνη Αθηνά», «Ροδίτικες συνταγές».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News