«Δημόσιο» και «Ιδιωτικό»: Μια ετεροβαρής σχέση
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 660 ΦΟΡΕΣ
Γράφει o Πάνος Βενέρης
Η έννοια της λέξης «ιδιώτης», από την αρχαία Ελλάδα μέχρι σήμερα διολισθαίνει σταδιακά αφού η μη συμμετοχή στα κοινά (αυτή ήταν η αρχαιοελληνική προσέγγιση) καταλήγει στις μέρες μας να ταυτίζεται με την ιδιοκτησία ή το επάγγελμα. Αν εμβαθύνει όμως κάποιος, ο πυρήνας της λέξης παραμένει ο ίδιος. Είναι η πρόταξη του ατομικού έναντι του δημοσίου συμφέροντος.
Οι Αγγλοσάξονες, ως κατ’ εξοχήν ορθολογιστές, δανειζόμενοι από εμάς τη λέξη (idiot) της απέδωσαν άλλη έννοια (ηλίθιος) που ίσως φαίνεται οξύμωρο αλλά αποδίδει καλύτερα το αρχαιοελληνικό περιεχόμενο αφού όποιος δεν συμμετέχει στα κοινά και δεν νοιάζεται για τον διπλανό αλλά έχει ως αυτοσκοπό την προσωπική του βόλεψη, είναι «ηλίθιος», όχι βέβαια νοητικά, αλλά επειδή η συμπεριφορά αυτή θα καταλήξει τελικά εις βάρος του αφού το ευρύτερο περιβάλλον του, αργά ή γρήγορα, θα οδηγηθεί σε χαοτικές καταστάσεις γενικευμένης ανομίας.
Παράγωγο της «ιδιώτευσης» είναι η ιδιοκτησία. Σε μια ιδανική κοινωνία που όλοι θα συμμετείχαν επί ίσοις όροις στη διαχείριση των πόρων της, θεωρητικά όλα θα ανήκαν σε όλους. Όμως αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ίδια τη ζωή αφού κάθε έμβιο ον για να μπορέσει να αναπτυχθεί θέλει το δικό του χώρο. Ο άνθρωπος δεν εξαιρείται.
Δεν μπορείς να πας κόντρα στη φύση, γι΄αυτό και απέτυχαν όσα μοντέλα θεωρητικοποίησαν και εφάρμοσαν την καθολική «κοινοκτημοσύνη». Έτσι, η ιδιοκτησία είναι συστατικό της κοινωνικής οργάνωσης. Ωστόσο, σε πολλές των περιπτώσεων το πράγμα ξεφεύγει καθότι σε αντίθεση με τους λοιπούς έμβιους οργανισμούς, ο άνθρωπος αντιστρατεύεται τους κανόνες της «οικονομίας της φύσης» και προσπαθεί διαρκώς να ιδιοποιηθεί και αυτά που δεν του ανήκουν προκειμένου να «αναπτυχθεί».
Και αυτό ισχύει είτε σε ατομικό, είτε σε συλλογικό, είτε ακόμη και σε εθνικό επίπεδο. Έτσι, δημιουργούμε διαρκώς αναγκαιότητες επέκτασης του απαραίτητου «ζωτικού χώρου», βραχυπρόθεσμα εις βάρος των άλλων αλλά μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα εις βάρος μας. Idiots…
Το αντίβαρο του «ιδιωτικού» είναι το «δημόσιο», δηλαδή το κοινόχρηστο - κοινωφελές. Δημόσιο και ιδιωτικό δεν συμπίπτουν, ακριβώς διότι ξεκινούν από διαφορετική εννοιολογική αφετηρία. Μόνο να συνεργαστούν μπορούν προς αμοιβαίο όφελος κάτω βέβαια από κανόνες που το δημόσιο (υπό τη διοικητική έννοια) οφείλει να θέσει διότι αυτό είναι που οριοθετεί το «δημόσιο συμφέρον» το οποίο σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπερισχύσει του ιδιωτικού, δίχως ασφαλώς να το αντιστρατεύεται. Άλλως οδηγούμαστε σε μια κοινωνία «ιδιωτών», κατά την Αγγλική έννοια.
Επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον μας στη διαχείριση του χώρου, τα διλήμματα έρχονται όταν πρόκειται να απαντηθεί το ερώτημα: δημόσιο είναι ό,τι δεν είναι ιδιωτικό ή ιδιωτικό είναι ό,τι δεν είναι δημόσιο; Η διαφορά μεταξύ των δυο σκελών του ερωτήματος μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ανύπαρκτη, όμως είναι μεγάλη.
Διότι στο μεν πρώτο σκέλος κυρίαρχο είναι το ιδιωτικό (αφού δημόσιο είναι ότι «περισσεύει» από αυτό) στο δε δεύτερο το δημόσιο (αφού ιδιωτικό είναι ό,τι «περισσεύει» από αυτό). Κατανοητό νομίζω. Τα διλλήματα αυτά, κατ΄επέκταση, αποτελούν ιδεολογικό υπόβαθρο πολιτικών κινημάτων και σχηματισμών, άσχετα αν πολλές φορές δημιουργούνται μόνο παραπλανητικά και κατ΄επίφαση.
Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναφορά, διλλήματα τέτοιου είδους στους κλασικούς χρόνους δεν υπήρχαν. Τότε η «ιδιώτευση» όπως παραπάνω αναπτύχθηκε, ήταν σχεδόν αδίκημα. Ήταν σαφές ότι το δημόσιο με την ευρεία του έννοια, υπερτερούσε του ιδιωτικού και δίνονταν μεγάλη βαρύτητα σ’ αυτό.
Πρώτα δημιουργούνταν π.χ. οι λαμπρές δημόσιες υποδομές και λειτουργίες μιας πόλης και έπονταν οι ιδιωτικές που όφειλαν σε κάθε περίπτωση να υπακούουν σε κανόνες. Το ίδιο μοτίβο και κατά τα Ρωμαϊκή εποχή. Η μετέπειτα χιλιετία χρειάζεται πολύ μελάνι για να αναλυθεί, διότι δεν είχε τα ίδια χαρακτηριστικά στο δυτικό και ανατολικό τότε γνωστό κόσμο.
Στη συνέχεια η χώρα ακολούθησε εκ διαμέτρου αντίθετη πορεία από τη Δύση και δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πολιτισμικό χάσμα. Όταν η Δύση έσβησε τα σκοτάδια του μεσαίωνα, γέννησε την Αναγέννηση και ακολούθησαν τα εξίσου απίθανα αρχιτεκτονικά ρεύματα (εκλεκτικισμός, μπαρόκ κλπ.) για να φτάσουμε στο διαφωτισμό και το νεοκλασικισμό, υπήρξε ένα χρονικό διάστημα τουλάχιστο πεντακοσίων ετών όπου ο δημόσιος χώρος ήταν ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει, σε αντίθεση με τη χώρα μας που ήταν υπό καθεστώς σκλαβιάς.
Έτσι ο τόπος που ανέδειξε το δημόσιο χώρο, λόγο και πολιτισμό, έμεινε εν τέλει ουραγός στον τομέα αυτό στη μακρόχρονη προσπάθειά του για επιβίωση. Έκτοτε αγωνίζεται να βρει τα «πατήματά» του αλλά τα «κουσούρια» που άφησαν τα χρόνια αυτά, δεν έχουν ακόμα απαλειφθεί, με αποτέλεσμα το «πελατειακό» κράτος, η εξυπηρέτηση δηλαδή ιδιωτικών συμφερόντων έναντι του δημοσίου, να βρίσκεται κατά καιρούς σε περίοπτη θέση. Άσε που ακόμα και αυτή καθ’ εαυτή η έννοια του «δημοσίου συμφέροντος» είναι ομιχλώδης και ενίοτε διαστελλόμενη.
Εξαίρεση απετέλεσε η λαμπρή Βενιζελική περίοδος (μέσες άκρες η πρώτη τριαντακονταετία του 20ου αιώνα) με τον αντίστοιχο «αστικό εκσυγχρονισμό», περίοδος κατά την οποία δημιουργήθηκαν πανίσχυρες κρατικές δομές και θεσμοί που στελεχώθηκαν από μια «ελίτ» επιστημόνων και τεχνοκρατών με σκοπό την προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος το οποίο ήταν σαφώς περιγεγραμμένο.
Έτσι αντέξαμε την κατάρρευση της «μεγάλης ιδέας» (χάριν της οποίας, ειρήσθω εν παρόδω, από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκε ένας πανέμορφος δημόσιος χώρος και κτήρια ιδίως στην Αθήνα διότι η πρωτεύουσα έπρεπε να ανακτήσει το κύρος της και να επιδείξει τον πρωτεύοντα ρόλο της σε σχέση με την ανατολή) και απορροφήθηκαν οι τεράστιοι κραδασμοί που προήλθαν από τη μικρασιατική καταστροφή.
Τα θαύματα όμως κρατούν λίγο και το «ρουσφέτι» είναι ακόμα στο λεξιλόγιό μας. Θα μου πεις, τίποτε δεν άλλαξε; Ασφαλώς και άλλαξαν πράγματα, όμως με αργούς ρυθμούς και σε ορισμένες των περιπτώσεων αναγκαστικά (π.χ. λόγω Ε.Ε). Πάντως, το «κράτος» με «πελατειακό» πρόσημο, αποτελούσε τη διαχρονική σταθερά με κάποιες, βέβαια, εξαιρέσεις.
Να γιατί έπεται των εξελίξεων, να γιατί συνεχώς «τακτοποιεί» αυθαίρετα, να γιατί δεν εφαρμόζονται οι νόμοι, να γιατί δεν υπάρχει αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ διοίκησης και διοικούμενου. Η διαχείριση του χώρου αποτελεί το κλασικό παράδειγμα.
Μην απορείς, λοιπόν, φίλε μου που ο «ιδιώτης» (με όποια εκδοχή θέλεις) κερδίζει κατά κράτος το κράτος στη χώρα μας, ψάχνοντας διαρκώς να επεκτείνει το «ζωτικό» του χώρο εις βάρος του δημόσιου αγαθού, όχι πλέον για επιβίωση, αλλά για πλουτισμό. Και το κράτος, με διάφορα τερτίπια όχι μόνο το ανέχεται, αλλά στο τέλος το επιβραβεύει.
Μη περιμένεις επομένως να κατεδαφιστούν «αυθαίρετα» που δημιουργήθηκαν κατ’ ανοχή και καταλαμβάνουν δημόσιους χώρους ή άλλους χώρους. Τα «αυθαίρετα» πάντα λειτουργούσαν ως «πολιορκητικός κριός» για «ντε φάκτο» θεσμικές αλλαγές και οι αυθαιρετούντες είχαν πάντοτε το «πάνω χέρι» στην επερχόμενη διαπραγμάτευση με το κράτος, καθότι το τελευταίο αδυνατεί να επιβάλει τους κανόνες του επειδή ακριβώς αυτοί είναι φτιαγμένοι με τέτοιο τρόπο ώστε να διαχέονται αρμοδιότητες και ευθύνες, με αποτέλεσμα στο τέλος να δίδεται ως δια μαγείας... «μια κάποια λύση» που έλεγε και ο αγαπημένος μου Κώστας Καβάφης στο ποίημα «Περιμένοντας τους βαρβάρους» και όλα, μέλι γάλα…
Το ερώτημα είναι: μπορεί να αλλάξει αυτό; Η απάντηση είναι θετική, αν λάβει κανείς υπόψη ότι τον «μακρύ» 19ο αιώνα με τις οργανωσιακές δομές που στην ουσία είχαν μικρές διαφοροποιήσεις τουλάχιστο μέχρι το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα, ακολούθησε ο 21ος αιώνας ο οποίος σε ελάχιστα χρόνια μετέστρεψε όσα δεν έγιναν σε δυο αιώνες.
Θεωρώ, επομένως, ότι καθεστηκυίες δομές και συμπεριφορές μπορούν ν’ αλλάξουν και το δημόσιο αγαθό σε όλους τους τομείς να λάβει τη θέση που του αξίζει. Ήδη υπάρχουν δείγματα γραφής στα δημόσια έργα, στον ψηφιακό μετασχηματισμό αλλά και σε άλλους τομείς. Το πόσο γρήγορα όμως θα γίνει αυτό στο σύνολό του, εξαρτάται και από τη δική μας στάση ζωής αλλά και τα περιθώρια ανοχής…

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News