Αγ. Ξάνθης: Η Ρόδος κατά την ελληνιστική περίοδο μέσα από τα μάτια ενός ταξιδιώτη της ιστορίας και του τόπου μας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1161 ΦΟΡΕΣ
(το βιβλίο του Γιάννη Παρασκευά)
Γράφει o
Αγαπητός Ξάνθης
αρχιτέκτονας
Υπάρχουν βιβλία που σε εντυπωσιάζουν από την ετερότητά τους από τις πρώτες γραμμές. Από αυτά είναι και του συναδέλφου Γιάννη Παρασκευά, με τίτλο «Ροδίων Μυθιστορία» (2019), Θεσσαλονίκη: «Μπαρμπουνάκης».
Αποτελεί μια δοξασία για την ελληνιστική περίοδο και όχι μόνο του νησιού της Ρόδου, το οποίο ανέδειξε κατά την αρχαιότητα τις μεγάλες δυνατότητές του στο εμπόριο και στη ναυτική τέχνη, -χωρίς να υστερήσει στη φιλοσοφία- για την ειρήνη, την ελευθερία, την επιστήμη των τότε πόλεων της Μεσογείου.
Ο συγγραφέας την ονομάζει «φάρο των γραμμάτων και τεχνών» (σ.10) που τα «παιδιά» της ξεπερνούσαν τα ελλαδικά σύνορα. Ο δε Λουκιανός την καταγράφει «’Εστι γαρ όντως η πόλις του Ηλίου έχουσα τω θεώ το κάλλος» (σ.11). Για να καταλήξει στον πρόλογό του ο συγγραφέας με ένα είδος αισθήματος έκφρασης αγάπης και ερώτα για το νησί του Ήλιου και να ξεκαθαρίσει ότι το βιβλίο επέχει θέση ΜΥΘΙΣΤΟΡΙΑΣ με αναφερόμενα πρόσωπα άλλοτε ως ιστορικά αλλά και άλλοτε ως μυθιστορικά.
Τα κεφάλαια αναπτύσσονται διαδοχικά και χρονικά από την ίδρυση της πόλης της Ρόδου το 408 π.Χ. (σ.28) μέσα από πολέμους και συρράξεις αλλά και διακρίσεις από τους ολυμπιονίκες της. Η τότε διαμάχη Σπαρτιατών και Αθηναίων (σ.30) έχει αντίκτυπο και για τη Ρόδο και παρουσιάζεται ως ένα σπουδαίο μήλο της έριδος (σ.21). Η γέννηση της πόλης έφερε το καθεστώς των νόμων και θεσμών, τη θεϊκή παρουσία, τους προβληματισμούς γύρω από το σύμπαν και τι εστί άνθρωπος, την εξέταση του φόβου και τη βιωτή πραγματικότητα (σ.41).
Ο συγγραφέας συνεχίζει στο 3ο κεφάλαιο να καταγράφει τη ναυτική ισχύ της τότε Ρόδου, με τους ταρσανάδες και τους νόμους λειτουργίας τους (σ.51) για να αναδειχθεί η ευφυΐα και η γνώση ως η κορυφή, ως ο τελικός δρόμος για την αναγνώριση ολόκληρου του κόσμου (σ.56). Η Ρόδος συνεχίζει να είναι ένας τόπος πολύ ενδιαφέροντας στο πνευματικό πεδίο της Μεσογείου όπου και ο ίδιος ο Καίσαρας επέλεξε για την απόκτηση των πρώτων γνώσεων από τον Απολλώνιο τον Μόλων, ξάδελφο του Απολλώνιου του Ρόδιου (σ.62).
Το βιβλίο παραθέτει επίσης, τη σχέση του Απολλώνιου με τον Κικέρωνα δείχνοντας την έλευση πολλών επώνυμων Ρωμαίων για την απόκτηση παιδείας στη Ρόδο (σ.70).
Είναι η εποχή που οι Στωικοί και Επικούρειοι μάλωνα για την κυριαρχία των θεωριών τους με επιχειρήματα για την επιβολή της ισχύος τους (σ.87). Αυτοί οι φιλοσοφικοί διαξιφισμοί άνοιξαν θέματα φύσης και σχετικών αρετών, ζωής και αγαθού, ψυχής και νου (σ.101). Και μέσα στη διαμάχη Αριστοκρατών και Δημοκρατών ανοίγει χρονικά η επιθυμία των Ρωμαίων για την κατάληψη ελληνικών πόλεων (σ.103). Εδώ εμφανίζεται ο ρωμαίος Στρατηγός Κάσσιος, ο οποίος παρά την παράκληση να μην καταστρέψει τη Ρόδο, όπου αυτός μορφώθηκε, παραβιάζοντας την συνθήκη που επισύναψαν οι ρόδιοι με τον Καίσαρα, κατέλαβε την πόλη με μίσος και έχθρα (σσ.116-121). Είναι από τα σπουδαία κομμάτια του βιβλίου όπου αποτυπώνουν το ιερό κατατεθέν καθήκον ενός στρατιώτη έναντι της ανθρώπινης ευαισθησίας και ισορροπίας (οπισθόφυλλο, σ,117).
Η πόλη καταστρέφεται και κυριεύεται από την πλήρη εμβολή των ρωμαϊκών πλοίων έναντι των ροδίτικων (σ.128), και ο στρατηγός Κάσσιος μπαίνει στην Πόλη με τους Ρόδιους έντρομους να τον παρακαλούν να μην κάψει τη Ρόδο, όπως και έκανε σ’ άλλες καταλήψεις πόλεων (σ.132). Ο στρατηγός Κάσσιος έβγαλε τα ανθρώπινα άγρια ένστικτα με την κατάσχεση του πλούτου του νησιού αλλά και με τον φρικτό βιασμό «της Μεσογείου την ερωμένη» (σ.136).
Στο 10ο κεφάλαιο εμφανίζεται η αυτοκριτική του δάσκαλου Αρχέλαου περί «αποτυχίας» της παίδευσης του Κάσσιου σχετικά με τη γνώση και τη ήθος, όπου αυτά στο πρόσωπο του μαθητή μετετράπησαν σε χρήση αήθη, δάκρυα και πόνο (σ.140). Περιγράφεται η μάχη μεταξύ Ρωμαίων και Αλεξανδρινών με φόντο την μοναδική Γυναίκα που συγγένευσε τον Καίσαρα (σ.146), με τον πόθο κατάκτηση της και ταρακούνησε την ρωμαϊκή αυτοκρατορία και ήταν η Κλεοπάτρα (σ.150).
Από το 11ο κεφάλαιο μέχρι το 23ο παρελαύνουν προσωπικότητες που συνέδραμαν με το ένα τρόπο ή με τον άλλο στην πνευματική αλλά και γεωπολιτική εξέλιξη της Ρόδου κατά τους αρχαίους χρόνους.
Από τον Ποσειδώνιο τον Ρόδιο, μαθητής του Παναίτιου (σ.243), που ασχολήθηκε με την επιστήμη, το σύμπαν, το χάος και το Θεό, περνάμε στην Ίσιδα και τον Μιθριδάτη όπου παρουσιάζεται από φιλοσοφική ματιά η αξία της ορθής κρίσης (σ.171) και τα όρια της γνώσης. Ο δε Μιθριδάτης περιγράφεται ως ένας ρωμαλέος τόσο στην σωματική αλλά και ψυχική διάσταση, παρά τον φόβο που έσπερνε και την επιθετική διάθεση έναντι των ροδιτών, που όμως απέκρουσαν με ηρωισμό την πολιορκία κατάκτησης από αυτόν (σ.181).
Ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος αναφέρεται για το θράσος της νιότης και τις ακολουθούμενες καταχρήσεις αλλά και την αξία της υστεροφημίας (σ.195). Στο 14ο κεφάλαιο παρουσιάζεται η θέα Ίσσιδα, Θεά της φύσης, της γονιμότητας κα της γης για να παρουσιάσει τα τέσσερα γενεσιουργά στοιχεία της φύσης και της ύπαρξης μας «Γη, Αέρα, Φωτιά και Νερό» (σ.199). Είναι η εποχή της Αθηναϊκής δημοκρατίας στο «ναδίρ» (σ.205), με τους Ρόδιους να συντάσσονται εκείνη την περίοδο με τους Σπαρτιάτες.
Στο επόμενο κεφαλαίο έρχεται ο Μαύσωλος και η Αρτεμισία, ως κατακτητής ο πρώτος αλλά και ως κάτοχος και μαζί με τη δεύτερη (σ.221), ενώ η Αθήνα καταφερόταν ενάντια στη Ρόδο μετά βδελυγμίας, ο μεγάλος φιλόσοφος Δημοσθένης μιλάει «υπέρ των Ροδίων Ελευθερία» (σ.222). Όμως οι εγκαταστημένοι στο νησί Σπαρτιάτες ήταν μοχθηροί και τυραννικοί, σε τρόπο ώστε οι Ρόδιοι να αποτινάξουν το ζυγό της Σπάρτης και να κατευθυνθούν προς τους Θηβαίους, που λόγω όμως θανάτου του Επαμεινώνδα του Θηβαίου, επέστρεψαν και πάλι στην αθηναϊκή αγκαλιά (σ.227).
Στο 16ο κεφάλαιο συναντάμε τον Παναίτιο τον Ρόδιο, το μέγα δάσκαλο (σ.232) με τη βασική θεώρηση «στη φύση την ανθρωπινή και όχι στου Σύμπαντος τη φύση», που αρνιόταν επίμονα της «λογική αστάθεια» (σ.235). Για δε την πατρίδα έλεγε «κάθε άνθρωπος σε μια πατρίδα οφείλει να αρκείται». Η φήμη του πέρασε τα σύνορα της και της Αθήνας ακόμη και είχε ως μαθητή του τον άλλο σπουδαίο Ποσειδώνιο, πλούσιο στις στωικές προσεγγίσεις (σ.243).
Στο επόμενο κεφάλαιο εμφανίζεται ο εξόριστος στη Ρόδο Αισχίνης, ο «για λίγο συντοπίτης», όπου εδώ καταγράφεται το αέναο ρητό «ουδείς εχθρός ασφαλέστερος του ευεργετηθέντος αχάριστου» (σ. 246) αλλά και ο γενικότερος νόστος για την πατρίδα με αφορμή την κατακτητική συμπεριφορά του Ρωμαίου στρατηγού Κάσσιου.
Γίνεται μία αναφορά για το πολίτευμα στην τότε κραταιά Αθήνα σε συνδυασμό με τον Φίλιππο της Μακεδονίας σε κατάληξη για τη μεγάλη προσφορά του Αισχίνη στη ροδιακή ρητορική και της πλησίας ασιατικής ακτής, καθιστώντας την τότε Ρόδο, κέντρο γραμμάτων και τεχνών (σ.257).
Ο δε Καλλίμαχος και ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, στο 18ο κεφάλαιο, διεισδύουν στον άνθρωπο, την αλαζονεία και την ιδιοτέλεια. Ο δε Απολλώνιος ο Ρόδιος, οποίος επέλεξε ως πατρίδα τη Ρόδο είχε αντίζηλο το δάσκαλο Καλλίμαχο (σ.267), με την ορμή και την άμιλλά τους όμως και οι δύο πρόσφεραν τα ανάλογα, ο καθείς με τη δική του δράση (σ.274).
Στο 19ο κεφάλαιο παρουσιάζεται ο Απελλής και Πρωτογένης, ως τα πρόσωπα που προκάλεσαν και προσκάλεσαν τη Φύση. Μίλησαν για τι εστί το μέλλον, το παρόν (σ.276), βάζοντας τη Φύση σε θέση οδηγού μαζί με το χρόνο (σ.276), αλλά και τη Φύση να παρουσιάζεται ως μορφήτέχνης. Ο Πρωτογένης ήταν φίλος του Αριστοτέλη (σ.288) και έψαχνε τα «τι», τα «ποια», και τα «πώς» που καθορίζουν τη ζωή αλλά και τη γενικότερη συμπεριφορά (σ.289).
Στο 20ο κεφάλαιο ξεδιπλώνεται η ιστορία του φιλόσοφου Εκάτονα, μαθητή του Παναίτιου μαζί την «Ιερή οδό» της Αρχαίας Ρόδου, αλλά και το άγαλμα του «Κολοσσού» ως προσφορά στον θεό Ήλιο λόγω της απόκρουσης των Ροδίων στην επιδρομή του Δημήτριου, του μετέπειτα αποκαλούμενου «πολιορκητή» (σ.290). Κατασκευάστηκε από το γλύπτη Χάρη με χαλκό από τις εγκαταλελειμμένες πολιορκητικές μηχανές του Δημήτριου και παρουσιάστηκε με εβδομήντα πήχεις ύψος γεμάτο λάμψη και ύμνους για την ελευθερία, αξιοπρέπεια και ανθρώπινη πίστη στην πατρίδα και το πεπρωμένο της πόλης και των κατοίκων της (σ.298).
Ο Εκάτων μιλούσε «περί καθήκοντος», περί άδικου και ανήθικου, περί ταξικής ανισότητας (σ.293) αλλά και για το χρέος του δασκάλου, της άποψης, της διατύπωσης της αλήθειας, της διερεύνησης της γνώσης αλλά και το ρόλο του μαθητή ως πομπό μάθησης (σ.306).
Μετά παρουσιάζεται ο μέγιστος ουράνιος γεωμέτρης, ο Ίππαρχος ο Ρόδιος ως το άτομο που αγγίζει θέματα τόπου, τα όρια του σύμπαντος καταγόμενος από τη Νίκαια της Βιθυνίας (σ.314). Είναι ο πρώτος που κατέγραψε τη «μετατόπιση των ισημεριών» (σ.315) ως επίσης την έκλειψη της Σελήνης, την απόσταση που υπάρχει μεταξύ Γης και Σελήνης και το σημαντικό του μεγέθους του «τροπικού ή ηλιακού έτους» των 365,242 ημερών σε συνδυασμό με τις τέσσερις εποχές του χρόνου (σ.317). Παρουσιάζεται ως «κάτοικος του ουρανού» και ως «αρχιτέκτονας» με τον σχεδιασμό του χάρτη του Ουρανού που τον παρέδωσε ως σπουδαίο σύμβολο γεωγραφίας στη Ρόδο (σ.318).
Στο 22ο κεφάλαιο συσχετίζεται η μνήμη με τη φιλοσοφία κατά τον Ίππαρχο (σ. 321) και γίνεται μνεία για τον σοφό Κλεόβουλο τον Λίνδιο, τον πατέρα του μέτρου (σ.330), αλλά εξάγεται παράλληλα από το κεφάλαιο ο θαυμασμός και η αγάπη των κατοίκων προς τους τότε αθλητές που πρόσφεραν μηνύματα ευγένειας, ήθους, αγάπης για την πατρίδα και τους συνανθρώπους τους (σ.336). Κλείνοντας το σχετικό κείμενο, γίνεται αναφορά στην αξία της πατρίδας που δεν είναι ένας απλό χώρος των πολλών πραγμάτων αλλά ο χώρος των ηθών, των παραδόσεων, της θρησκείας, της γλώσσας, των κοινών αναζητήσεων και κοινών αναμνήσεων. Και μέσα από αυτήν την πατρίδα είμαστε γεννήματα του παρελθόντος αλλά και των μελλούμενων γενεών γεννήτορες (σ.338)!
Στα τελευταία κεφάλαια περιγράφεται ο Αντίγονος μονόφθαλμος με το πνεύμα το σπινθηροβόλο (σ.343) και με τις παραμέτρους της αγάπης, της συνεύρεσης, της τότε ανθούσας Αλεξανδρινής κοινωνίας και τους επηρεασμούς της για να περάσει ο συγγραφέας στα αίτια της Πολιορκίας της Ρόδου από τους κατακτητές λόγω της σπουδαίας θέσης της στον εμπορικό τότε κόσμο της Μεσογείου.
Η κυριαρχία της Αθήνας αλλά με «αναβράζουσα» τη γύρω από τη Ρόδο περιοχή, σηματοδοτεί την εμφάνιση του Δημήτριου μετά την επιμονή του Αντίγονου για την κατάληψη της Ρόδου (σ.356). Στον πόλεμο κατά των Πτολεμαίων, οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν και έτσι ο Δημήτριος, διάδοχος του Αλεξάνδρου, γιος του Αντίγονου αποφάσισε να την καταλάβει υπό την προτροπή του πατέρα του.
Παρά τη σφοδρότητα της πολιορκίας οι Ρόδιοι απέκρουσαν τις συνεχείς επιθέσεις από τη θάλασσα και τις τότε μοναδικές πολιορκητικές μηχανές του Δημητρίου με το ανυπέρβλητο δημιουργούμενο τείχος (σ.369), αλλά και με τη χρήση των λαγουμιών ως διαδρόμων για την κατάκτηση του νησιού (σ.370) εκ μέρους του Δημητρίου.
Οι συνεχόμενες αποτυχίες όμως του Δημητρίου τον ώθησαν να παύσει την πολιορκία και να συνάψει συμμαχία με όρους (σ.375) μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων με την μεσολάβηση των Αθηναίων. Οι Ρόδιοι πήραν μερικές από τις σπουδαίες μηχανές ως ανάμνηση της τότε εφευρετικότητα της πολεμικής μηχανής του Δημητρίου, τη λεγόμενη: «ΕΛΕΠΟΛΗ» (σ.376).
Όπως και να έχει, ο Δημήτριος αποδείχθηκε μεγαλόψυχος σεβόμενος την αξιόλογη τέχνη της Ρόδου αλλά και παρέδωσε παράλληλα μέταλλα από τα οποία κατασκευάστηκε το θαύμα του Κολοσσού από το Χάρη (σ.376). Ο Κολοσσός καταστράφηκε από το σεισμό του 222 π.χ., 60 χρόνια μετά από τα αποκαλυπτήριά του.
Εν κατακλείδι, το βιβλίο κρύβει μια ξεχωριστή μαγεία ανάγνωσης και απόδοσης νοημάτων για να μπορεί έτσι ο αναγνώστης να αντιληφθεί τη μέγιστη σημασία της Ρόδου στον τότε γεωπολιτικό αλλά και πνευματικό χάρτη της Μεσογείου. Η αγάπη για τον τόπο γέννησής του, ώθησε τον Γιάννη Παρασκευά μ’ ένα ιδιότυπο είδος μυθιστορίας να ξεφυλλίσει τα δρώμενα, την ξεχωριστή τέχνη της ναυσιπλοΐας, του πλούσιου πνευματικού κεφαλαίου της Ρόδου και της επιστήμης, της γεωμετρίας αλλά και τις προσωπικότητες που σημάδεψαν το νησί του Ηλίου κατά την ελληνιστική σπουδαία τότε περίοδο.
Δεν θέλει να αποκαλεί τη Ρόδο ως «Πόλη των Ιπποτών», γιατί αντιστοιχεί σε μια περίοδο που στιγμάτισε τη Ρόδο υπό κατοχή.
Προτιμάει να την προσφωνεί ως η «ερωμένη της Μεσογείου»!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News