Κ. Σκανδαλίδης: Περί βιβλιοθηκών και πολιτισμού ο λόγος
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 924 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Κώστας Ε. Σκανδαλίδης
Σ’ αυτό το νησί πρέπει, κάποτε -όσο συντομότερα τόσο καλύτερα- να αρχίσουμε να προβληματιζόμαστε, πέραν των θερινών τουριστικών οργασμών και της χειμερινής ραστώνης, και για τον ταλαίπωρο πολιτισμό μας. Και βέβαια πολιτισμός χωρίς μελέτη του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, δεν έχει εφευρεθεί ακόμα μέχρι σήμερα οπουδήποτε στον πλανήτη. Και ένα σοβαρό «εργαλείο» στην εντρύφηση του πολιτισμού μας είναι σίγουρα και το βιβλίο. Και άρα, αφού μιλάμε για βιβλία, θα πρέπει να νοιαζόμαστε και για τις υποδομές μας σε βιβλιοθήκες.
Και εδώ, αν θέλουμε να πραγματοποιήσουμε κάποια βήματα προς τα εμπρός, θα πρέπει να καταγράψουμε τη σημερινή πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα η σημερινή δεν είναι ασφαλώς η καλύτερη. Κι αυτό γιατί η Δημόσια Βιβλιοθήκη ασφυκτιά στα συγκεκριμένα τετραγωνικά της με αποτέλεσμα την μη επέκτασή της εδώ και χρόνια. Η Δημοτική Βιβλιοθήκη για λόγους, ίσως αντικειμενικούς, σήμερα δεν υφίσταται, λόγω των κτηριακών παρεμβάσεων εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα όλος ο πλούτος των βιβλίων της να σχολάζει και να αργοπεθαίνει, λόγω «απραξίας» σε κάποιες υπόγειες αποθήκες.
Θα πρέπει, εδώ ακριβώς, να σημειωθεί και η συνταξιοδότηση του προϊσταμένου της Δημόσιας Βιβλιοθήκης, Αντώνη Αγγελή, η οποία αντικειμενικά αφήνει ένα κενό, καθώς και ο πρόωρος θάνατος τής επί 25ετία υπηρετούσας έμπειρης και καταρτισμένης υπαλλήλου της, Ειρήνης Νικολή. Το θετικό στην υπόθεσή μας είναι η μετάταξη του βιβλιοθηκονόμου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Χρήστου Τερνέζη εδώ και λίγους μήνες στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, ο οποίος κατέλαβε τη θέση του προϊσταμένου και πιστεύουμε ότι θα συνεχίσει επάξια το σημαντικό έργο, το οποίο επιτέλεσε ο Αντ. Αγγελής τις τελευταίες δεκαετίες.
Την αφορμή για να γραφτεί αυτό το σημείωμα και να κατατεθούν οι όποιες απόψεις και προτάσεις, μου έδωσε ο καλός φίλος και παλιός συμμαθητής μου από τα χρόνια του ιστορικού Βενετόκλειου, ο Μανόλης Βρατσάλης.
Και βέβαια, είναι ευκαιρία να σημειώσω ότι ιστορικό υπήρξε και το Τυπογραφείο «Η Τέχνη», το οποίο δημιούργησε ο αείμνηστος πατέρας του, Αντώνης, όπου πέραν της κλασικής παραγωγής ενός τυπογραφείου με αρκετές, βέβαια, εκδόσεις στο ενεργητικό του, είχε δημιουργήσει στις εγκαταστάσεις του ένα στέκι διαλογισμού με την παρουσία επιφανών ανθρώπων των γραμμάτων, όπως του Φώτη Βαρέλη, του Παντελή Ευθυμίου, του Βάσου Χατζήπαπα, του Γιάννη Μαγκλή, του Αναστάση Βρόντη, του Γιώργου Βεργωτή, του Γεράσιμου Ζησιμάτου, του Γιώργου Βρούχου, του Γιώργου Παντελίδη, της Λούλας Παπαμανώλη, της Χάρης Κάντζια, του Μιλτιάδη Λογοθέτη, του Κώστα Τσαλαχούρη, του Μιχάλη Μαριά, του Κώστα Βρατσάλη, του Γιάννη Ηρακλείδη, του Λευτέρη Καβαλιέρου και άλλων πολλών.
Σήμερα, η διάδοχος κατάσταση που εξακολουθεί να υφίσταται στις εγκαταστάσεις του Τυπογραφείου «Η Τέχνη», παρότι αποτελεί πλέον παρελθόν ως παραγωγική μονάδα, ο Μανόλης Βρατσάλης εξακολουθεί να διατηρεί τα του πατρός του και να συγκεντρώνει επί της οδού Αυστραλίας αρκετούς σκεπτόμενους συμπολίτες μας, ανθρώπους των γραμμάτων, ανθρώπους που τους πονά η σημερινή Ρόδος του πολιτισμού, του διαλογισμού, της κουλτούρας, της ανησυχίας, κυρίως τα μεσημέρια του Σαββάτου και μάλιστα…δίκην συμποσίων, όπου ανταλλάσσονται σοβαρές σκέψεις και προβληματισμοί, για ό,τι έχει σχέση με την ιστορία του τόπου, τη λαογραφία, τους δωδεκανησιακούς γλωσσικούς ιδιωματισμούς και ό,τι άλλο έχει να κάνει με τον πολιτισμό του νησιού μας.
Θα μπορούσα να αναφέρω τη σύνθεση της σύγχρονης ομήγυρης των Σαββάτων, καταγράφοντας τα ονόματα του Μιλτιάδη Λογοθέτη, του Μανόλη Μακρή, του Νίκου Φαρμακίδη, του Νίκου Φρόνα, του Θεόδωρου Φραράκη, του Γιάννη Παρασκευά, του Φώτη Χατζηδιάκου, του Γιώργου Παπαγεωργίου, του Roberto Timo, του Δημήτρη Κούκουλα, του Γιώργου Χονδρού, του Βασίλη Βασιλείου, του Δημήτρη Φλώρου, του Γιώργου Σοϊλεμέζογλου, του Χρήστου Κουτσούρη, καθώς και των Κωνσταντίνου Μηνά, Γιώργου Μπάρδου και Κυριάκου Φίνα πριν αποβιώσουν.
Και όπως θα ήταν φυσικό, ένας από τους σοβαρούς προβληματισμούς που κατατέθηκε πριν καιρό στην όμορφη αυτή πνευματική παρέα ήταν εκείνη η απλή, αλλά μεστή περιεχομένου, σκέψη του Μανόλη Βρατσάλη:
«Βρε παιδιά, έχετε σκεφτεί τι θα γίνουν τα δικά μας βιβλία που σήμερα βρίσκονται στις βιβλιοθήκες μας; Η Δημόσια Βιβλιοθήκη δεν έχει πλέον χώρους, η Δημοτική έχει κλείσει. Σε πιο φορέα θα μπορούσαμε, άραγε, να τα εμπιστευτούμε, πριν αφήσουμε τον μάταιο τούτο κόσμο;»
Θέλοντας να προσυπογράψω την ανησυχία του φίλου μου Μανόλη, επιθυμώ να προσθέσω το γεγονός, ότι τα τελευταία χρόνια πάρα πολλά παλιά βιβλία, δυστυχώς, καταλήγουν στους σκουπιδότοπους και άλλα πάνε για πολτοποίηση! Άραγε τι διαφορά υπάρχει με την πυρά του Μεσαίωνα;
Ειλικρινά, αυτή και μόνον η εικόνα προσωπικά με τρομάζει και με ανησυχεί και θέλω να πιστεύω και τους περισσότερους συμπολίτες μας. Με τη σκέψη πως χωρίς βιβλία πολιτισμός δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια του, θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεπτόμαστε την ίδρυση μιας βιβλιοθήκης αντάξιας του μεγέθους της ιστορίας της πόλης. Και οι λύσεις προς αυτή την κατεύθυνση, θέλω να πιστεύω πως είναι και οι δύο ακόλουθες:
1.-Μετεγκατάσταση της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης σε σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις στα πρότυπα π.χ. της Εθνικής Βιβλιοθήκης, κάτι το οποίο θα χρειαστεί την στήριξη τόσο της τοπικής κοινοβουλευτικής μας εκπροσώπησης, όσο και της τοπικής ηγεσίας και των τοπικών φορέων, και
2.-Λειτουργία της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, το συντομότερον δυνατόν, στις εγκαταστάσεις του Ροδινιού, κάτι το οποίο ταιριάζει απόλυτα με την ιστορία της περιοχής κατά την αρχαιότητα (Σχολή Ρητορικής όπου δίδαξε ο Αισχίνης και μαθήτευσαν σπουδαίοι ρήτορες όπως ο Κικέρωνας και ο Ιούλιος Καίσαρας).
Τέλος να σημειώσω, ότι γι’ αυτή την πνευματική παρέα του Σαββάτου ήδη έχει γράψει ο ακάματος εργάτης του πνεύματος και της ιστορίας του τόπου μας, ο συμπατριώτης μας συγγραφέας και λόγιος Μιλτιάδης Λογοθέτης και πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσει σε νέο του βιβλίο.
Θα μου επιτραπεί στις «ανησυχίες-προτάσεις» -ασφαλώς και δεν είναι οι μόνες- να προσθέσω και την «υστέρηση», κατά την ταπεινή μου γνώμη, που διαπιστώνει κανείς, ότι τα Γενικά Αρχεία του Κράτους εδώ στη Ρόδο διαθέτουν μόνον το Ιταλικό Αρχείο και σχεδόν διόλου Ελληνικά Αρχεία.
Πού βρίσκονται, αλήθεια, τα αρχεία της Ελληνικής Διοίκησης που ανέλαβε μετά την αγγλική κατοχή, του Πρεβαντόριου, του Νοσοκομείου, της Γεωργικής Σχολής Καλαμώνα, της Νομαρχίας, του δήμου Ρόδου και των Κοινοτήτων του νησιού, του ΙΚΑ, για να αναφερθούμε σε λίγες και μόνον περιπτώσεις;
Είναι μια απορία μου, όταν μάλιστα στη δεκαετία του 1980 π.χ. έζησα από κοντά την φόρτωση των αρχείων του Πταισματοδικείου και Ειρηνοδικείου Ρόδου σε δύο δημοτικά φορτηγά για την απόρριψή τους στον σκουπιδότοπο του δήμου! Ναι όπως το διαβάζετε, ακριβώς!
Και πόσες, άραγε, υπηρεσίες να έχουν «ξεφορτωθεί» τα αρχεία τους κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ θα μπορούσε να στελεχωθεί η εδώ υπηρεσία των ΓΑΚ με υπαλλήλους και υπό την ηγεσία της σημερινής προϊσταμένης κ. Ειρήνης Τόλιου -η οποία έχει δείξει δείγματα γραφής- να συγκεντρώσει από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες ό,τι πρέπει να αρχειοθετηθεί για να είναι προσιτό στους μελετητές της τοπικής ιστορίας μας.
Άλλωστε, είναι γνωστό νομίζω, ότι μεγάλο μέρος των διαφόρων κρατικών αρχείων, βρίσκονται σήμερα στα χέρια συλλεκτών του νησιού μας.
Είναι και αυτό ένα θέμα που μας πονά. Τα ΓΑΚ να μην κατέχουν, κυρίως, ελληνικά αρχεία. Βλέπετε, ανησυχίες είναι κι αυτές.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News