Κυριάκος Χονδρός: Μια παλιά ζυγαριά…
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1998 ΦΟΡΕΣ
Αντικείμενα μιας παλιάς εποχής με συναισθηματική αξία
Γράφει o Κυριάκος Μιχ. Χονδρός
chondros.kyr@gmail.com
Μια παλιά ζυγαριά, από ένα επίσης παλιό παντοπωλείο, πόσο άραγε να αξίζει; Και πως μετριέται; Αξίζει να μπει στο σαλόνι μας ή να βρεθεί πεταμένη σε κάποια αποθήκη. Ή μήπως έφαγε τα ψωμιά της και επομένως ας πεταχτεί στα απορρίμματα;
Ας πιάσουμε το νήμα από την αρχή.
Κάθε μπακάλικο, κάθε μανάβικο, κάθε χασάπικο, είχε μια ζυγαριά που αποτελούσε το μέσον μεταξύ του πωλητή και του καταναλωτή. Ο δείχτης έδειχνε το βάρος ενώ από τη μια πλευρά έμπαιναν τα ζύγια, τα δράμια και από την άλλη το καταναλώσιμο προϊόν.
Εκείνη την εποχή, τα μπακάλικα πρόσφεραν πολλές υπηρεσίες. Πουλούσαν από πετρέλαιο μέχρι ξυραφάκια και βελόνες ραψίματος. Έβρισκε κανείς φασόλια και φακές που ήταν το πιάτο του φτωχού. Λακέρδες, σαρδέλες, μπακαλιάρος, κονσέρβες με γάλα, με κρέας. Υπήρχε καβουρδισμένος καφές.
Υπήρχαν ακόμα μπουκάλια με λικέρ και με άλλα οινοπνευματώδη ποτά. Σαλάμι και μορταδέλα που μοσχομύριζαν. Η φέτα σε ξύλινο βαρέλι. Και πόσα ακόμα γνήσια, μυρωδάτα, ανόθευτα.
Μα το ποιο σπουδαίο, απ’ όλα ήταν το γνωστό δεφτέρι. Ένα τετράδιο όπου κατέγραφε τα όσα έπαιρνε ο καταναλωτής για να τα εξοφλήσει εν καιρώ.
Τις περισσότερες φορές, έμεναν ανεξόφλητα.
Τις ώρες που δεν υπήρχε αγοραστική δύναμη, μπακάλης και πελάτες ή μπακάλης και γείτονας, έπιαναν κουβέντα για τα κοινωνικά και πολιτικά θέματα. Ή έπαιζαν τάβλι με στοίχημα ένα λουκούμι.
Ήταν μια εποχή, αμέσως μετά την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου, όπου η Ρόδος διαμόρφωνε ένα οικονομικό κεφάλαιο και εξελισσόταν σιγά - σιγά σε ένα λαμπρό παράδειγμα περιφερειακό και πανελλήνιο.
Μια κοινωνία όπου απουσίαζαν έντονες ταξικές συγκρούσεις και κοινωνικοί ανταγωνισμοί.
Τότε που έμπαιναν τα θεμέλια ενός οικονομικού – τουριστικού μοντέλου όπου η πόλη ήταν ελκυστική για επενδυτικό κεφάλαια από το εσωτερικό και από το εξωτερικό της χώρας.
Τότε που αρκετοί Ροδίτες αλλά και φίλοι της Ρόδου που εγκαταστάθηκαν στο νησί αυτό, διέβλεψαν ότι μπορούσαν να επενδύσουν και να αποκομίσουν σημαντικά και εύκολα κέρδη.
Ξαναγυρίζουμε στη ζυγαριά.
Μια ζυγαριά που πολλά άκουσε, πολλά είδε, πολλά ζύγισε.
Και η σκόνη που την τυλίγει, είναι το σημάδι του χρόνου. Σήμερα, μπορεί ν μην αποτελεί βασικό εργαλείο ενός μικρο- επιχειρηματία, έχει όμως ζυγοσταθμίσει και διαφυλάξει αναμνήσεις, νοσταλγικά χρόνια, χρόνια που οι άνθρωποι ζούσαν ειρηνικά. Έλεγαν καλημέρα όχι ως βρισιά, αλλά ως ευχή.
Έτσι λοιπόν κάποια αντικείμενα από την παλιά εποχή, έχουν συναισθηματική αξία και αποτελούν μάρτυρες των χρόνων εκείνων που καμιά σχέση δεν έχουν με τα σημερινά.
Τα σημερινά που όλα γίνονται με μηχανικό τρόπο. Ακόμα και τα μικρά παιδιά έπαψαν να μιλούν ή να διαβάζουν τους αρκούν οι εικόνες. Πολλές από τις οποίες είναι ψεύτικες, κάλπικες, παραπλανητικές, όπως είναι ο κόσμος, ο σύγχρονος κόσμος.
Το ταπεινό μου αυτό σημείωμα, ας είναι μια μικρή αφιέρωση σ’ ένα αγωνιστή της ζωής που ξεκίνησε παιδί του δημοτικού, μετά από εσωτερική μετανάστευση, εργάστηκε υπάλληλο στο κατάστημα Καστάλδου, κατόπιν έκανε δικό του παντοπωλείο, και αργότερα ίδρυσε δικό του ξενοδοχείο υπηρετώντας τον ελληνικό Τουρισμό με πάθος και αξιοπρέπεια.
Πρόκειται για τον Ιωάννη Ξάνθη του Αγαπητού και της Ελένης, που μπορεί να μας «άφησε» χρόνια, αλλά μας κληροδότησε αντικείμενα συναισθηματικές αξίας, ένα από τα οποία είναι μια παλιά ζυγαριά.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News