Μανώλης Κασσώτης: Ιταλοί αξιωματικοί στην Κάρπαθο επί Ιταλοκρατίας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 931 ΦΟΡΕΣ
Γράφει o
Μανώλης Κασσώτης
Σε προηγούμενο άρθρο ασχοληθήκαμε, από στρατιωτικής άποψης, με ανώτερους Ιταλούς αξιωματικούς που υπηρέτησαν στην Κάρπαθο στα χρόνια της Ιταλοκρατίας. Στο παρόν άρθρο θα αναφερθούμε στην ανθρωπιστική συμπεριφορά τριών κατώτερων αξιωματικών.
Ennio Grimaldi
Ένα βιβλίο («Μελαγχολή Άνοιξη») γράφτηκε για τον έρωτα του Ιταλού υπολοχαγού Ennio Grimaldi και της Αντιγόνης Γιαννάκη. Πριν από μερικά χρόνια, τα παιδιά της εποχής θυμούνταν και τραγουδούσαν το “Primavera Malinconica”, που έγραψε και μελοποίησε ο Ennio. Θυμούνταν και τη Μαριγούλα (Αντιμισιάρη), που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθήσει τους ερωτευμένους νέους, όπως και τη μικρούλα (Φωτεινή Φρ. Χιωτάκη), τον «ταχυδρόμο» που μετέφερνε τα ραβασάκια που αντάλλασσαν ο Ennio με την Αντιγόνη.
Αργότερα, όταν ήρθαν οι Γερμανοί και μετακομίσαμε στο Απέρι, μέναμε στην ίδια γειτονιά. Ο Ennio με τον υπαξιωματικό Roseli στο σπίτι της Βενετίας Μπέρτου στη Χοχλακιά, εμείς λίγο πιο κάτω στους Λώρους στο σπίτι του Χριστοφόρου Σακελλαρίδη και ο Γιαννάκης με την οικογένειά του τρία σπίτια πιο κάτω.
Πολλές φορές, τα βράδια έβγαιναν μικροί και μεγάλοι στις αυλές των σπιτιών τους, για να απολαύσουν τις νοσταλγικές μελωδίες που έπαιζαν, ο Εnnio με το βιολί και ο Roseli με το ακορντεόν, μέσα από την αυλή του σπιτιού τους, δίνοντας και στις κουτσομπόλες την ευκαιρία να σχολιάζουν: «παίζει πάλι ο Ιταλός για την κόρη του Γιαννάκη».
Τα τραγούδια μιλούσαν για έρωτα (Madonnina, Madonnina dell’ Egeo / Παναγίτσα του Αιγαίου), για τη νοσταλγία της πατρίδας (Terra lontana, terra mia / πατρίδα μου μακρινή, αχ πατρίδα μου πόσο κουράστηκα να περιπλανιέμαι) και για την ομορφιά της φύσης. Το βράδυ, την ημέρα που οι Γερμανοί εκτέλεσαν τον Alessandro, το βιολί του Ennio δεν «τραγουδούσε» τον έρωτα, αλλά το σπαρακτικό μοιρολόι της μάνας του προδομένου παλικαριού.
Είχε πια πεθάνει ο Ennio όταν αποφάσισα να γράψω τη «Μελαγχολή Άνοιξη» και μέσω της Αντιγόμης ήλθα σε επαφή με την οικογένεια του Ennio στην Ιταλία, που με εφοδίασε με ντοκουμέντα και φωτογραφικό υλικό.
Αργότερα, όταν επρόκειτο να γίνει η βιβλιοπαρουσίαση στην Κάρπαθο, ήρθε από την Ιταλία η ανεψιά του Elvirella Grimaldi με την κόρη της Enrica. Πρώτα πήγε στη Ρόδο, για να γνωρίσει την Αντιγόνη, και μετά ήρθε στην Κάρπαθο. Δεν περιγράφεται η συγκίνηση της όταν, στη βιβλιοπαρουσίαση, άκουσε να τραγουδιέται το “Primavera Malinconica”, που έγραψε και μελοποίησε ο θείος της.
Την πήρα να γνωρίσει τα σπίτια που έμενε ο θείος της (στης Σοφίας του Κωνσταντάκη στα Πηγάδια και της Βενετίας του Μπέρτου στο Απέρι) και στο ερειπωμένο Ιταλικό δασοφυλακείο στο Λυ (Μερτώνας), όπου πήγε ο θείος της για ανάρρωση. Γνώρισε τις παραλίες και τα άλλα αξιοθέατα της Καρπάθου και πήρε μια γεύση του νησιού που έζησε, τραγούδησε και ερωτεύθηκε ο θείος της.
Τον επόμενο χρόνο, φιλοξενούμενος της Elvirella, επισκέφθηκα την Cava Dei Tirreni, την πόλη που μεγάλωσε και έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο Ennio, και γνώρισα και την άλλη του ανεψιά την Silvana Moscariello. Στην Cava επισκέφθηκα την εκκλησία της Santa Maria del Olmo, μέσα στην οποία βρίσκεται σκαλισμένο το οικόσημο των Grimandi. Στο διάστημα της εκεί παραμονής μου, επισκέφθηκα και άλλα αξιοθέατα της γύρω περιοχής και της Νότιας Ιταλίας: την αρχαία Πομπηία, τον Βεζούβιο, το Salerno και την Phaestum, που ίδρυσαν οι αρχαίοι Έλληνες της «Μεγάλης Ελλάδας».
Την Αντιγόνη γνώριζα από μικρός, αλλά από απόσταση, προτού μετακομίσει με την οικογένειά της στη Ρόδο (1945). Όταν άρχισα τη συγγραφή του βιβλίου και γνωριστήκαμε από κοντά, κέρδισα την εμπιστοσύνη της και μου άνοιγε την καρδιά της, όταν τη συναντούσα στο σπίτι της στη Παλιά Πόλη της Ρόδου.
Την ημέρα της βιβλιοπαρουσίασης στη Ρόδο, ήταν περιτριγυρισμένη από τις φίλες της και το πρόσωπό της έλαμπε από χαρά. Τη μακάριζαν γιατί αξιώθηκε να ζήσει ένα μεγάλο κι αξιομνημόνευτο έρωτα. Της τηλεφωνούσα τακτικά και κάθε φορά που περνούσα από τη Ρόδο την επισκεπτόμουν. Μου εξομολογήθηκε πως πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, δίπλα στο κρεβάτι της βρισκόταν πάντα το βιβλίο. Ήταν ο πιο καλός της σύντροφος, το διάβαζε και το ξαναδιάβαζε και μ’ αυτό περνούσε τις ώρες της μοναξιάς της.
Antonio Di Carlo
Ο υπολοχαγός Antonio Di Carlo υπηρετούσε στην Compagnia Commando και ήταν υπεύθυνος για τη στρατιωτική τροφοδοσία. Από τη θέση αυτή βοήθησε αρκετούς Καρπάθιους. Παντρεύτηκε τη Φραγκώ Σαφή, την οποία είχε υιοθετήσει ο Γεώργιος Ηλία Ματσάκης. Μετά το τέλος του πολέμου, ο Di Carlo επέστρεψε στην Ιταλία, όπου τον ακολούθησε και η γυναίκα του. Αν και καταγόταν από τη Νότιο Ιταλία, εγκαταστάθηκε στη Βόρειο Ιταλία, όπου όμως, όπως έλεγε, δεν τον καλοδέχτηκαν επειδή καταγόταν από τη Νότιο Ιταλία.
Την Κάρπαθο επισκεπτόταν, για πολλά χρόνια, τα καλοκαίρια με τις κόρες τους, τους γαμπρούς τους και τις εγγονές τους και όλοι αισθάνονταν σαν να βρίσκονταν στο σπίτι τους, όπως διαβεβαίωναν. Ο Di Carlo συνήθιζε να λέει: «Πιο ευχάριστα αισθάνομαι με τους Καρπάθιους, παρά με τους γείτονες μου στην Ιταλία. Το πρωί που θα κατέβω στο λιμάνι θα συναντήσω δέκα ανθρώπους που θα με χαιρετήσουν με το όνομα μου».
Michele Memola
Ο Michele Memola γεννήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1916 στο Terlizzi του Bari και στις 15 Μαΐου 1937 επιστρατεύθηκε. Την 1η Ιουνίου 1943 έφθασε στην Κάρπαθο με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού, ανέλαβε υπηρεσία στην αντιαεροπορική πυροβολαρχία του Κάστελλο στο αεροδρόμιο και τον Αύγουστο μετατέθηκε στο ύψωμα της Αγίας Κυριακής.
Στις 6 Σεπτεμβρίου, δυο μέρας προτού ανακοινωθεί το “Αrmistizio” (σ.σ. η συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους), ένα Γερμανικό τάγμα αποβιβάστηκε στην Κάρπαθο, στο οποίο οι Ιταλοί παρέδωσαν το νησί.
Οι Ιταλοί νόμισαν ότι πόλεμος τελείωσε γι’ αυτούς, αλλά νέα προβλήματα αρχίζουν. Όσοι Ιταλοί δεν ήθελαν να συνεργαστούν με τους Γερμανούς, αποστέλλονταν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στη Γερμανία. Τα πλοία που τους μεταφέρουν στην Κρήτη και στην ηπειρωτική Ελλάδα βομβαρδίζονταν από τους Συμμάχους, που δεν γνώριζαν το περιεχόμενό τους.
Ο κάθε Ιταλός έπρεπε να επιλέξει, να παραδοθεί στους Γερμανούς ή να κρυφτεί. Όσοι αποφάσιζαν να κρυφτούν και συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν, όπως ο στρατιώτης Alessandro Orofino.
Ο Memola αποφάσισε να κρυφτεί και πήγε στο Μεσοχώρι, όπου έγινε γνωστός ως το “Tenentaki”, λόγω του βαθμού του και της σωματικής του διάπλασης. Οι Μανώλης Μοσχονάς, Γιώργος Πολίτης, Πάσχος Σταματιάδης και Μανώλης Χαροκόπος τόν έκρυψαν στα σπίτια τους, και για να μη τον αναγνωρίσουν οι Γερμανοί, του έδωσαν πολιτικά ρούχα να φορεί.
Αλλά, όταν οι Γερμανοί τον επικήρυξαν για 10.000 λιρέτες και εντατικοποίησαν τις περιπολίες, τον έκρυβαν μέσα στα αρχαιολογικά ερείπια στο Λευκό και σε μια σπηλιά και αργότερα σε ένα απόμακρο στάβλο στον κόλπο του Μακρύ Γιαλού. Ζούσε με ψάρια που ψάρευε και άγρια φρούτα και βότανα που μάζευε και με το φαγητό που του έφερναν οι Μεσοχωρίτες, παρά την έλλειψη που υπήρχε, και με κίνδυνο της ζωής τους.
Τρεις μήνες κράτησε το κυνηγητό και μη αντέχοντας την αγωνία αποφάσισε να τερματίσει τη ζωή του. Την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη και η σφαίρα σφηνώθηκε στο ταβάνι του στάβλου.
Στις 17 Φεβρουαρίου 1944, ολοένα και πιο κυνηγημένος, προτίμησε να παραδοθεί στον σταθμάρχη της Ιταλικής αστυνομίας στο Μεσοχώρι, ο οποίος τον παρέδωσε στον υπολοχαγό Stolzmann, που τον ανέκρινε και τον φυλάκισε στις Μενετές. Τον άφηνε νηστικό και για να κατευνάσει την πείνα του έτριβε τα ξύλα και έτρωγε τα ροκανίδια.
Μετά από δύο μήνες τον έστειλε στη Ρόδο και απ’ εκεί στη Γερμανία, απ’ όπου απελευθερώθηκε από τους Συμμάχους και επέστρεψε στο σπίτι του στις 14 Ιουλίου 1945.
Περνούσαν τα χρόνια και συχνά αλληλογραφούσε με τους ανθρώπους που τον βοήθησαν στα χρόνια του πολέμου, και δυο φορές το 1968 και 1971 επισκέφθηκε την Κάρπαθο για να τους ευχαριστήσει και από κοντά. Μόλις μπήκε στον στάβλο που κρυβόταν, κοίταξε στο ταβάνι και είδε σφηνωμένη τη σφαίρα που προόριζε για τον εαυτό του.
Το 2018 ο γιος του, ο Massimo Memola, μαζί με τον εξάδελφό του αντισυνταγματάρχη Gioacchino Memola, επισκέφθηκε την Κάρπαθο για να γνωρίσει τον τόπο που κρυβόταν ο πατέρας και να ευχαριστήσει τους απογόνους των ανθρώπων που τον προστάτευσαν και τον έσωσαν.
Παράλληλα, ο Massimo Memola, αξιοποιώντας το Αρχείο τού πατέρα του κατέγραψε σε βιβλίο, υπό τον τίτλο “IL TENENTAKI”, το ιστορικό της περιπέτειας του πατέρα του. Το βιβλίο μεταφράστηκε από τον Μανώλη Κασσώτη και εκδόθηκε από το «Κέντρο Καρπαθιακών Ερευνών».
Ένα χρόνο αργότερα, οι Massimo και Gioacchino Memola επέστρεψαν στην Κάρπαθο με τις οικογένειές τους και εκπροσώπους της Ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα. Στην εκκλησία της Παναγίας της «Βρυσιανής» στο Μεσοχώρι τελέστηκε μνημόσυνο από τον αρχιμανδρίτη Αμβρόσιο υπέρ αναπάψεως των ψυχών του Michele και αυτών που τον βοήθησαν να επιζήσει. Ακολούθησε δεξίωση στο εκκλησιαστικό μέγαρο και βιβλιοπαρουσίαση.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News