Ελεύθερα αφέθηκαν δύο άτομα για την υπεξαίρεση στην Τράπεζα Δωδεκανήσου στην Κάσο
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1687 ΦΟΡΕΣ
Δεκτές έγιναν για δύο άτομα, από το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου Β’ Βαθμού, οι αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής κάθειρξης που τους έχει επιβληθεί, για την υπόθεση της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου στην Κάσο, στην οποία φέρονται να εμπλέκονται.
Το ζευγάρι έχει προσφύγει στον Άρειο Πάγο, ζητώντας να αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου με την οποία καταδικάστηκε σε συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών ο σύζυγος και ποινή κάθειρξης 6 ετών η σύζυγος, ενώ προσέφυγε επίσης και στο Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου Β΄Βαθμού (άρθρο 111 παρ. 8Ν 5090/2024), καταθέτοντας διαφορετικές αιτήσεις (ο καθένας) για αναστολή εκτέλεσης της ποινής τους. Οι αιτήσεις εξετάστηκαν χθες και το δικαστήριο τις έκανε δεκτές.
Όπως είναι γνωστό, στην υπόθεση εμπλέκονται τρία άτομα: ο ταμίας της τράπεζας και το ζευγάρι (άνδρας και γυναίκα), οι οποίοι κατηγορούνται για υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο τους το είχαν εμπιστευτεί με την ιδιότητα του εντολοδόχου και το οποίο υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή, αλλά και απάτη στο δικαστήριο από την οποία το συνολικό όφελος και η προκληθείσα ζημία υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ.
Το πρωτόδικο δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου) στις 12 Δεκεμβρίου 2023 (μετά από διακοπή από τις 9 Νοεμβρίου 2023 συνεδρίασής του) έκρινε ένοχο τον ταμία, για υπεξαίρεση ποσού περίπου 660.000 ευρώ και του επέβαλε ποινή κάθειρξης 8 ετών με την έφεση να μην έχει αναστέλλουσα δύναμη, ένοχο τον σύζυγο για ηθική αυτουργία στην υπεξαίρεση του υπαλλήλου αλλά και για απάτη επί τω Δικαστηρίω και του επέβαλε ποινή κάθειρξης 6 ετών για κάθε πράξη, δηλαδή κατά συγχώνευση συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών με την έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη, και ένοχη και τη σύζυγο του τελευταίου για απάτη επί τω Δικαστηρίω και της επέβαλε ποινή κάθειρξης 6 ετών με την έφεση να έχει αναστέλλουσα δύναμη.
Στην ίδια υπόθεση κατηγορούνταν και τα δύο παιδιά του ζευγαριού, όπου το πρωτόδικο δικαστήριο είχε κρίνει αθώα την κόρη ελλείψει δόλου ενώ για τον γιο, έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής.
Συνήγοροι υπεράσπισης στην υπόθεση παραστάθηκαν οι κ.κ. Νίκος Παπανικήτας, Μανώλης Βλάχος και Σταύρος Παναγιωτακόπουλος.
Κατά των παραπάνω αποφάσεων το ζευγάρι άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερο, ενώ έφεση άσκησε και ο ταμίας που όμως οδηγήθηκε στη φυλακή καθώς η έφεσή του δεν είχε αναστέλλουσα δύναμη.
Η υπόθεση προσδιορίστηκε και εκδικάστηκε 23 Σεπτεμβρίου 2024 από το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (που δικάζει εφέσεις κατά αποφάσεων Τριμελούς Εφετείου επί Κακουργημάτων Δωδεκανήσου).
Ενώπιον του δικαστηρίου εμφανίστηκε μόνο ο ταμίας, όχι όμως και το ζευγάρι των συγκατηγορουμένων του. Έτσι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις του ζευγαριού ως ανυποστήρικτες και διατήρησε τις πρωτόδικες ποινές που τους είχαν επιβληθεί, δηλαδή για τον σύζυγο συνολική ποινή κάθειρξης 9 ετών και για τη σύζυγό του ποινή κάθειρξης 6 ετών, τις οποίες κλήθηκαν να εκτίσουν.
Για αυτό και στη συνέχεια ο συμπολίτης μας με τη σύζυγό του, προσέφυγαν με αίτημά τους προς το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου (άρθρο 111 παρ. 8Ν 5090/2024), ζητώντας να ακυρωθεί η διαδικασία με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις τους και να δικαστούν, σε δεύτερο βαθμό εξ αρχής. Οι αιτήσεις τους όμως αυτές απορρίφθηκαν από το αρμόδιο δικαστήριο και ακολούθησε η αίτησή τους για αναίρεση στον Άρειο Πάγο.
Σημειώνεται ότι σε αφορά τον ταμία που δικάστηκε η έφεσή του κανονικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (23 Σεπτεμβρίου 2024) κάνοντας δεκτούς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του συνηγόρου υπεράσπισης κ. Μανώλη Κουτσούκου του επέβαλε ποινή κάθειρξης 7 ετών.
Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, ο ταμίας κατηγορείται ότι το χρονικό διάστημα από τις 11 Μαρτίου 2005 έως και τις 14 Μαρτίου 2006 υπεξαίρεσε το συνολικό ποσό των περίπου 657.000 ευρώ.
Ο δε σύζυγος κατηγορείται ως ηθικός αυτουργός στην πράξη αυτή του ταμία, ενώ μαζί με τη σύζυγό του κατηγορούνται για απάτη επί τω Δικαστηρίω. Ότι δηλαδή ενώ είχαν ομόλογα αξίας 200.000 ευρώ έκαστος για τα οποία – σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς της τράπεζας- είχαν πληρωθεί τμηματικά από τις 30 Σεπτεμβρίου 2004 έως τις 3 Μαΐου 2005, εντούτοις προέβησαν στην έκδοση διαταγής πληρωμής.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News