Βασίλης Βαγιανάκης: Από… σερβιτοράκι στο καφενείο του λιμανιού, πρόεδρος στο Λιμενικό Ταμείο
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 8090 ΦΟΡΕΣ
Επέστρεψε 50 χρόνια μετά, στο σημείο που ξεκίνησαν όλα
Συνέντευξη στη
Στέλλα Παπασάββα
stellapapasav@rodiaki.gr
Λίγες φορές η ζωή γράφει ιστορίες τόσο κυκλικές και συμβολικές. Ο Βασίλης Βαγιανάκης, δημοτικός σύμβουλος Ρόδου σήμερα, σε ηλικία μόλις έξι ετών, δούλευε στο παλιό καφενείο του εμπορικού λιμανιού της Ρόδου, κουβαλώντας δίσκους, φτιάχνοντας καφέδες και μαθαίνοντας από νωρίς τι θα πει ευθύνη και κόπος.

Προερχόμενος από πολύτεκνη και φτωχή οικογένεια, πάλεψε πολύ σκληρά στη ζωή του, όπως και χιλιάδες άλλα παιδιά που δεν είχαν άλλες επιλογές. Θα μπορούσε να ήταν και ο ορισμός του αυτοδημιούργητου. Σπουδές, εργασία, επιμονή και θάρρος, όλα μέσα σε έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων, αλλά με τεράστια ψυχικά αποθέματα, τα οποία τον έκαναν πάντα να ξεχωρίζει. Στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στους φίλους, στις παρέες στον χώρο εργασίας του. Ο κόσμος της Ρόδου, τον τίμησε γι’ αυτή την πορεία και τον ανέδειξε ως δημοτικό σύμβουλο στη σημερινή δημοτική αρχή.

Πενήντα χρόνια μετά, ο Βασίλης Βαγιανάκης επιστρέφει στον ίδιο χώρο –όχι ως παιδί αυτή τη φορά, αλλά ως πρόεδρος του Δημοτικού Λιμενικού Ταμείου Νότιας Δωδεκανήσου, με γραφείο ακριβώς δίπλα στο παλιό καφενείο.
Ο Βασίλης Βαγιανάκης, αποτελεί ίσως ένα μοναδικό πρότυπο για όλους εκείνους που ξεκίνησαν από το μηδέν και με δική τους δύναμη, θέληση και πείσμα, έφθασαν εκεί που ονειρεύτηκαν: Στο να μπορούν να κοιτούν κατάματα την κοινωνία. Κι η κοινωνία, οι φίλοι, οι συγγενείς, οι γνωστοί του και οι άνθρωποι που το γνωρίζουν να καμαρώνουν υπερήφανα γι’ αυτή την πορεία.
Το ταξίδι στο λιμάνι, ήταν ένα τεράστιο ταξίδι ζωής. Που δίδαξε σε ένα παιδί, 6 μόλις ετών, ότι τίποτε δεν χαρίζεται και όλα καταχτιούνται. Που του έμαθε να πατά γερά στα πόδια του. Να τολμά, να παλεύει να κερδίζει με την αξία του και να μη χαρίζει και να χαρίζεται σε κανέναν!
Η ζωή, λένε, χαράσσει από νωρίς τη ρότα του κάθε ανθρώπου. Φτάνει η πυξίδα να τοποθετηθεί σωστά, για να δείχνει καθαρά το δρομολόγιο. Και στην περίπτωση αυτή η διαδρομή του Βασίλη Βαγιανάκη δεν είναι μόνο προσωπική αλλά και βαθιά συμβολική για τη σχέση του ανθρώπου με τον τόπο του. Μιλήσαμε μαζί του για την πορεία αυτή, τα συναισθήματα της επιστροφής και το όραμά του για το λιμάνι που κάποτε τον μεγάλωσε.
Ο κύκλος του Βασίλη Βαγιανάκη δεν είναι μόνο μια προσωπική ιστορία. Είναι και ένα παράδειγμα για το πώς η μνήμη, η δουλειά και η αγάπη για τον τόπο μπορούν να μεταμορφώσουν τη ζωή και να δώσουν νόημα στο παρόν.

Ακολουθεί η συνέντευξη στη «Ροδιακή»:
Κύριε Βαγιανάκη, πώς νιώσατε όταν επιστρέψατε στο λιμάνι, όχι πια ως παιδί, αλλά ως πρόεδρος;
Είναι δύσκολο να το περιγράψω. Συγκίνηση. Ευγνωμοσύνη. Και μια παράξενη αίσθηση ότι ο χρόνος τελικά κάνει κύκλους. Θυμάμαι να τρέχω με κοντό παντελονάκι, με τον δίσκο στο χέρι, να σερβίρω καφέδες στους λιμενεργάτες, στους καπετάνιους, στους ταξιδιώτες. Και τώρα, πενήντα χρόνια μετά, να περνάω από το ίδιο πλακόστρωτο και να μπαίνω στο γραφείο μου, δίπλα στο ίδιο εκείνο καφενείο. Είναι σαν να μην έφυγα ποτέ –και όμως, έχουν αλλάξει όλα.
Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση από εκείνη την εποχή στο καφενείο;
Η μυρωδιά του ελληνικού καφέ που σιγόβραζε στη χόβολη. Η φωνή του παππού που με φώναζε «Βασιλάκη, ένα διπλό σκέτο στο 3!» και εγώ να τρέχω να προλάβω. Ήταν δύσκολα χρόνια, αλλά γεμάτα ανθρωπιά. Το λιμάνι τότε ήταν εμπορικό, ζωντανό, γεμάτο πλοία, φορτοεκφορτώσεις, ιδρώτα και φωνές. Ήταν η πρώτη μου επαφή με τον κόσμο των μεγάλων.
Πώς επηρέασε εκείνη η εμπειρία τη μετέπειτα πορεία σας;
Απολύτως. Με έμαθε από παιδί να δουλεύω, να σέβομαι την ευθύνη, να προσφέρω. Δεν ήταν μόνο η δουλειά –ήταν και η κοινωνία του λιμανιού. Εκεί έμαθα πώς λειτουργεί η συνεργασία, η εμπιστοσύνη, η προσπάθεια. Και αυτό με συνόδευσε σε όλη μου τη ζωή, σε όποια θέση κι αν βρέθηκα.
Σήμερα, ως πρόεδρος, πώς βλέπετε το λιμάνι της Ρόδου; Τι όραμα έχετε;
Το λιμάνι είναι η πύλη της Ρόδου προς τον κόσμο. Από εμπορικό, έγινε τουριστικό, και τώρα καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη φιλοξενία και τη βιωσιμότητα. Όραμά μου είναι ένα λιμάνι ανοιχτό στους ανθρώπους, φιλικό στο περιβάλλον, με σεβασμό στην ιστορία του και τόλμη για το μέλλον. Και φυσικά, ένα λιμάνι που να κρατά τις ρίζες του –εκείνες που με έδεσαν κι εμένα παιδί με αυτόν τον τόπο.
Αν είχατε μπροστά σας τον μικρό Βασίλη που δούλευε στο καφενείο, τι θα του λέγατε;
Θα του έλεγα: «Μη φοβάσαι. Δούλεψε, μάθε, κράτα την καρδιά σου καθαρή. Και μια μέρα, θα γυρίσεις εδώ όχι για να σερβίρεις, αλλά για να φροντίζεις αυτόν τον τόπο». Θα του χαμογελούσα. Και ίσως θα του πρόσφερα έναν καφέ –όπως τους έφτιαχνε κι εκείνος τότε.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News