Γιάννης Σαμαρτζής: Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές

Γιάννης Σαμαρτζής: Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές

Γιάννης Σαμαρτζής: Η Ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής Οικονομίας: Προκλήσεις και Προοπτικές

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 218 ΦΟΡΕΣ

Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής

Οικονομολόγος

Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ευημερία της χώρας στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον.

Σύμφωνα με τον ορισμό που έχει υιοθετηθεί από διάφορες διαδοχικές εκθέσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας και Ανάπτυξης (ΕΣΑΑ), η ανταγωνιστικότητα ορίζεται ως «η ικανότητα διατήρησης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των πολιτών της χώρας - αναβάθμισης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ενίσχυσης της απασχόλησης και της πραγματικής συνοχής της, της περιβαλλοντικής προστασίας και αναβάθμισης, της διαρκούς βελτίωσης της παραγωγικότητας και αύξησης των μεριδίων αγοράς - υπό συνθήκες παγκοσμιοποίησης».

Κατά συνέπεια, ο όρος της ανταγωνιστικότητας αναφέρεται στην ικανότητα μιας οικονομίας να παράγει προϊόντα και υπηρεσίες που μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των διεθνών αγορών, εξασφαλίζοντας παράλληλα υψηλό επίπεδο εισοδήματος και ποιότητας ζωής για τους πολίτες της. Στην περίπτωση της χώρας μας η έννοια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ιδίως μετά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, η οποία ανέδειξε τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας.

Επομένως, η έννοια της Ανταγωνιστικότητας, που αναφέρεται στον τομέα στην Εθνικής Οικονομίας είναι ευρεία και πολυεπίπεδη και αποτελεί προϊόν σύνθετων διεργασιών, οι οποίες δεν περιορίζονται μόνο στο χώρο των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι λαοί των διάφορων χωρών, αλλά επεκτείνονται, τόσο στον κοινωνικό όσο και στον περιβαλλοντικό χώρο.

Ωστόσο, η ανταγωνιστικότητα, ως έννοια, δεν είναι αριθμητικά μετρήσιμο οικονομικό μέγεθος, δηλαδή δεν μπορεί να υπολογισθεί ποσοτικά σε αριθμούς, όπως π.χ. μετριέται η ποσοστιαία αύξηση ή μείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) ή η ποσοστιαία αύξηση ή μείωση της ανεργίας.

Όμως, η «βελτίωση» ή η «απώλεια» της ανταγωνιστικότητας θεωρούνται «μεγέθη» στην Οικονομία πάρα πολύ σημαντικά, τα οποία συμβάλλουν στην αναπτυξιακή ή μη πορεία μιας χώρας.

Έτσι, μια οικονομία που δεν αναπτύσσεται ανταγωνιστικά, περιορίζει τις αναπτυξιακές της δυνατότητες και, επομένως, δεν εξασφαλίζει ικανοποιητικά αυξανόμενα εισοδήματα στους εργαζομένους της.  Αυτό σημαίνει για μία οικονομία, όπως π.χ. της χώρας μας, χαμηλότερη αγοραστική δύναμη για τα νοικοκυριά, η οποία δεν θα αυξάνεται, μέχρι να ξανα βελτιωθεί αισθητά η κατάσταση της οικονομίας.

Πολλοί επιχειρηματίες από τον εμπορικό και βιομηχανικό κόσμο, νομίζουν ότι η μείωση του εργατικού κόστους, μεμονωμένα, συμβάλλει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της επιχείρησης τους και, κατά συνέπεια, στην αύξηση των κερδών τους και, γενικότερα, στην αύξηση της συνολικής οικονομίας.

Αυτό, όμως, είναι λάθος και στην οικονομική επιστήμη αποκαλείται “σφάλμα σύνθεσης”, δηλαδή σφάλμα λογικής, γιατί αναφέρεται σε λανθασμένη εξαγωγή συμπερασμάτων. Δηλαδή, το “σφάλμα σύνθεσης” διαπράττεται αν δεχτούμε ότι εκείνο που ισχύει για το άτομο ή τη μεμονωμένη επιχείρηση, ισχύει αναγκαστικά και για το σύνολο της οικονομίας.

Γιατί, εάν π.χ. μειωθούν οι μισθοί σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, τότε θα μειωθεί η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, με αποτέλεσμα να έχουμε μείωση της συνολικής ζήτησης της οικονομίας, μείωση των επενδύσεων, μείωση της παραγωγής και, τελικά, μείωση της οικονομικής ανάπτυξης.

Είναι γνωστό, εξάλλου, ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως π.χ. της Γερμανίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Αυστρίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας κ.ά., οι οποίες παρέχουν πολύ υψηλότερες αποδοχές στους εργαζομένους τους και, επομένως, διατηρούν υψηλότερο εργατικό κόστος, έχουν αισθητά μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα από τις αντίστοιχες ελληνικές επιχειρήσεις και, γενικότερα, συνολικά, από την ελληνική Οικονομία.

Μειωμένη ανταγωνιστικότητα σε μια Οικονομία σημαίνει: μείωση των εξαγωγών, διόγκωση των εισαγωγών στην εσωτερική αγορά και, επομένως, επιδείνωση του εμπορικού ελλείμματος στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, μείωση της εγχώριας παραγωγής και παραγωγικότητας, μείωσης της απασχόλησης και των εισοδημάτων και, γενικά, αποδυνάμωση της θέσης της χώρας στις διεθνείς αγορές.

Ωστόσο, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας από μόνη της, χωρίς δηλαδή τη βελτίωση και άλλων σημαντικών στοιχείων της οικονομίας, όπως π.χ. των επενδύσεων, της παραγωγής και παραγωγικότητας, δεν οδηγούν αυτόματα στην ανάπτυξη και την άμεση αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών. Συμβάλλει όμως καθοριστικά, όπως προαναφέραμε, στην θετική πορεία του εξωτερικού εμπορίου της χώρας μας, με την αύξηση των εξαγωγών και τη μείωση των εισαγωγών, μειώνοντας έτσι τα ελλείμματα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών.

Στα θετικά στοιχεία της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας περιλαμβάνονται:

  • η βελτίωση των μακροοικονομικών μεγεθών τα τελευταία χρόνια.
  • η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.
  • η ανάπτυξη του τουρισμού και της ναυτιλίας, που αποτελούν βασικούς πυλώνες της οικονομίας.
  • η ψηφιοποίηση πολλών δημόσιων υπηρεσιών και η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος σε ορισμένους τομείς.

Αντίθετα, στις αδυναμίες της ανταγωνιστικότητάς μας περιλαμβάνονται:

  • η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας.
  • η γραφειοκρατία και η αργή απονομή δικαιοσύνης.
  • οι περιορισμένες επενδύσεις στην έρευνα, την καινοτομία και την τεχνολογία.
  • το υψηλό ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις.
  • η δημογραφική γήρανση και η έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, λόγω μετανάστευσης νέων επιστημόνων.
  • η υψηλή φορολογική επιβάρυνση, η οποία, αν και έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να θεωρείται υψηλή σε σύγκριση με άλλες χώρες.

Συνοψίζοντας, η χώρα μας διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα που μπορούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά της. Η γεωγραφική της θέση στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων την καθιστά σημαντικό κόμβο για το εμπόριο, τις μεταφορές και την ενέργεια. Παράλληλα, ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς τομείς της οικονομίας, συμβάλλοντας σημαντικά στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν και στην απασχόληση. Εξίσου σημαντική είναι η ναυτιλία, στην οποία η Ελλάδα διατηρεί ηγετική θέση παγκοσμίως, προσφέροντας πολύτιμα έσοδα και διεθνή επιρροή. Επιπλέον, το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας χαρακτηρίζεται από υψηλό μορφωτικό επίπεδο, ευελιξία και ικανότητα προσαρμογής, στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν βάση για την ανάπτυξη της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Ακόμη, η προώθηση της ψηφιοποίησης του κράτους έχει περιορίσει τη γραφειοκρατία και έχει διευκολύνει τις συναλλαγές πολιτών και επιχειρήσεων. Παράλληλα,, η ενίσχυση της καινοτομίας, η ανάπτυξη του οικοσυστήματος των νεοφυών επιχειρήσεων και η προσέλκυση ξένων επενδύσεων δημιουργούν νέες προοπτικές ανάπτυξης. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αξιοποίηση των πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, που στοχεύει στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, την πράσινη μετάβαση και τον ψηφιακό μετασχηματισμό της οικονομίας.

Όμως, παρά τα πλεονεκτήματα αυτά, με τα οποία η ελληνική οικονομία έχει παρουσιάσει σημαντική πρόοδο μετά την οικονομική κρίση, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητά της. Η βελτίωση της παραγωγικότητας, η ενίσχυση της καινοτομίας και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών βιώσιμης ανάπτυξης.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Διεθνούς Κέντρου Ανταγωνιστικότητας (IMD 2025/2026), η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας το 2026 βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Από τη μία, η Ελλάδα παρουσιάζει ρυθμούς ανάπτυξης περίπου 2,1% για το 2026 που υπερβαίνουν τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά από την άλλη, αντιμετωπίζει δομικές προκλήσεις και διεθνείς πιέσεις που επηρεάζουν τη θέση της στην παγκόσμια κατάταξη. Έτσι, η Ελλάδα έχει παρουσιάσει μικρή υποχώρηση στη συνολική κατάταξη της ανταγωνιστικότητας, καταλαμβάνοντας την 50ή θέση από την 47η στην οποία βρισκόταν το 2024, μεταξύ των 69 οικονομιών που εξετάζονται.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η ανταγωνιστικότητα είναι πολυεπίπεδη και αναφέρεται σε όλους τους παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας, τόσο του πρωτογενή (αγροτικού) τομέα, όσο και του δευτερογενή (μεταποιητικού) και τριτογενή τομέα (υπηρεσίες), δίνοντας, κυρίως, έμφαση στους τομείς των διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή σε αυτούς τους τομείς που παρουσιάζουν εξωστρέφεια.

Ανακεφαλαιώνοντας, τα οφέλη της ανταγωνιστικότητας στην Εθνική μας οικονομία, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, κρίνονται από τα αποτελέσματά της.

Τα σημαντικότερα από αυτά είναι:

  • η αύξηση του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, δηλαδή η αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών,
  • η αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία έχει άμεση σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ και, κατά συνέπεια, με τη βελτίωση των εισοδημάτων,
  • η αύξηση της απασχόλησης, μέσω της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας,
  • η βελτίωση της ποιότητας της ζωής των πολιτών, με τη στήριξη των ειδικών ομάδων πληθυσμού, την προστασία του περιβάλλοντος, τη βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος, κ.ά.

Εν κατακλείδι, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας αποτελεί ένα σύνθετο ζήτημα που επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Παρά τις αδυναμίες και τις προκλήσεις, η χώρα διαθέτει ισχυρά πλεονεκτήματα που μπορούν να αξιοποιηθούν για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης. Η πορεία της ελληνικής ανταγωνιστικότητας θα κριθεί από την ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων και την αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων. Η βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών της χώρας μας είναι ενθαρρυντική, ωστόσο η διατήρηση της δυναμικής αυτής απαιτεί τη συνεχή θωράκιση των θεσμών και την ενίσχυση της παραγωγικότητας της οικονομίας.

Η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία και η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της παραγωγικής βάσης, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη βελτίωση της θέσης της Ελλάδας στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Διαβάστε ακόμη

Νικολός Φαρμακίδης: Η Ρόδος του Ιπποδάμου: Η πόλη που σχεδιάστηκε για τον κόσμο του μέλλοντος

Δημήτρης Γάκης: «Γηράσκω αεί διδασκόμενος» – Στα φοιτητικά έδρανα μέσω των Πανελλαδικών στα 69 του χρόνια

Δημήτρης Προκοπίου: Τα τροχαία ατυχήματα στη Ρόδο

Πάνος Δρακόπουλος: Ο νόστος μετά την ύβρη: σκέψεις πάνω στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν

Γιάννης Παρασκευάς: Για τον κ. πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Ανδρουλάκη Νίκο

Μανώλης Κολεζάκης: Ιωάννης Ζίγδης- ο πολιτικός, ο άνθρωπος, ο δωδεκανήσιος

Λεωνίδας Σακελλαρίδης: Η «Ήρεμη Δύναμη» της μουσικής μας επιστρέφει στο προσκήνιο

Αργύρης Αργυριάδης: Κύπρος 52 χρόνια μετά. Από τη μνήμη στην ευθύνη