Γιώργος Συμεωνίδης: «Η τύχη η δική μου ήταν καλή και έζησα…»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 246 ΦΟΡΕΣ
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Κυπρίων Ρόδου μιλά για τα γεγονότα του 1974 που έζησε ως νεαρός ανθυπολοχαγός και πρωτοετής φοιτητής της Ιατρικής περιγράφοντας τις τραγικές στιγμές που έζησε η Μεγαλόνησος εκείνες τις μέρες
Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, οι μνήμες δεν έχουν ξεθωριάσει για εκείνους που έζησαν από κοντά τις δραματικές ημέρες του 1974. Ούτε και για τον Γιώργο Συμεωνίδη, που τότε ήταν νεαρός ανθυπολοχαγός… Για εκείνον η Κύπρος δεν είναι απλώς μια πατρίδα που έμεινε πίσω. Είναι οι μάχες, οι στρατιώτες που χάθηκαν, η αγωνία της επιβίωσης, οι εικόνες που έρχονται στο μυαλό μέχρι σήμερα, αλλά και το πατρικό σπίτι στην Κυθρέα που εξακολουθεί να επισκέπτεται κάθε χρόνο και ας το κατοικούν σήμερα Τουρκοκύπριοι!
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Κυπρίων Ρόδου επιστρέφει σε εκείνες τις ημέρες και αφηγείται με πόνο και συγκίνηση όσα έζησε. Μιλά για τη διμοιρία του, για τους άνδρες που διοικούσε, για τη δραματική μάχη της 14ης Αυγούστου, τη δική του προσπάθεια να διαφύγει και να επιβιώσει, αλλά και για τους στρατιώτες του που συνελήφθησαν και αργότερα βρέθηκαν εκτελεσμένοι. «Η ζωή μου είναι η Κύπρος», λέει χαρακτηριστικά, εξηγώντας πώς όσα έζησε και οι άνθρωποι που χάθηκαν τον οδήγησαν να αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στην υπόθεση της Κύπρου.
Ακολουθεί μια συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία για έναν πόλεμο που, πενήντα δύο χρόνια μετά, εξακολουθεί να ζει μέσα στη μνήμη εκείνων που τον έζησαν.
Κε Συμεωνίδη συμπληρώθηκαν φέτος 52 χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Θα ήθελα να μου πείτε ποιες είναι οι πρώτες εικόνες που έρχονται στο μυαλό σας όταν γυρίζετε πίσω σε εκείνες τις ημέρες που ζήσατε.
Η 15η Ιουλίου, η 20ή Ιουλίου και η 14η Αυγούστου ίσως είναι οι πιο δύσκολες μέρες. Για εμένα, φυσικά, περισσότερο η 14η Αυγούστου. Αυτό που περνάει συνέχεια από το μυαλό μου, και ίσως όχι μόνο εκείνη την ημέρα, είναι η προσπάθεια της επιβίωσης. Η προσπάθεια της επιβίωσης, διότι ο πόλεμος δεν είναι κάτι απλό.
Ο πόλεμος αλλάζει τον άνθρωπο, αλλάζει την ψυχολογία, ανεξάρτητα από την ηλικία σου. Δυστυχώς, εγώ είχα και απώλειες ως ανθυπολοχαγός είχα χάσει 14 στρατιώτες. Είναι κάποιες εικόνες που θα ήθελες να τις βγάλεις από το μυαλό, αλλά δυστυχώς δεν τις βγάζεις. Έρχονται πάντα. Κάποια στιγμή, εκείνες τις μέρες, κάθεσαι μόνος σου και αναπολείς τι έγινε. Και, όσο τα σκέφτεσαι, όλα παραμένουν και κλαις. Πέρασαν 52 χρόνια, αλλά αυτές οι εικόνες παραμένουν.
Θα θέλατε να μας εξηγήσετε τι ακριβώς συνέβαινε εκείνη την περίοδο στην Κύπρο;
Εμείς στην Κύπρο πηγαίνουμε στον στρατό μόλις τελειώσουμε το γυμνάσιο. Εγώ είχα τελειώσει το 1971. Παρουσιάστηκα στις 20 Ιουλίου του 1971 στον στρατό και απολύθηκα στις 20 Ιουλίου του 1973 ως ανθυπολοχαγός. Έφυγα αργότερα στην Αθήνα, όπου είχα θέση στην Ιατρική Σχολή. Ήμουν πρωτοετής. Στις 8 Ιουλίου του 1974 γύρισα στην Κύπρο.
Στις 15 Ιουλίου έγινε το πραξικόπημα. Όταν έγινε το πραξικόπημα, ήρθε διαταγή σε όλους τους ανθυπολοχαγούς να παρουσιαστούμε στα τάγματά μας. Πήγα στο τάγμα μου, το 398 Τάγμα Πεζικού, το οποίο ήταν και στο χωριό μου. Ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μου, περίπου 200 μέτρα. Παρουσιάστηκα εκεί και παρέμεινα μέχρι τις 19 Ιουλίου. Εκείνη την ημέρα μάς άφησαν και φύγαμε από το τάγμα. Στις 20 Ιουλίου ξεκίνησε η εισβολή και ξαναγύρισα στο τάγμα.
Στην Κύπρο επιστρέψατε για διακοπές και σας έτυχαν εκεί τα γεγονότα…
Μας έτυχαν αυτές οι … «διακοπές».
Τι συνέβη όταν γυρίσατε στις 20 Ιουλίου στο τάγμα; Ποια ήταν η αποστολή σας;
Όταν γύρισα στις 20 Ιουλίου πίσω στο τάγμα, μεταφερθήκαμε στον χώρο συγκέντρωσης του τάγματος, όπου ανέλαβα τη διοίκηση της τρίτης διμοιρίας, η οποία ήταν μια διμοιρία υποστήριξης του τάγματος. Ήταν ένα τάγμα που δεν είχε την κανονική του δύναμη. Ήμασταν περίπου 120 με 150 άτομα. Εγώ είχα μια διμοιρία με 21 άτομα.
Τι έπρεπε να κάνετε εσείς όταν έγινε η εισβολή; Ποιες ήταν οι εντολές;
Δίπλα από το χωριό μου, την Κυθρέα, υπήρχαν περίπου έντεκα τουρκοκυπριακά χωριά. Υπήρχε ένας θύλακας, ο λεγόμενος θύλακας του Τζιάδους. Μετά τα γεγονότα του 1963 και του 1967, οι Τουρκοκύπριοι, σε μέρη όπου υπήρχαν πολλά χωριά συγκεντρωμένα, είχαν δημιουργήσει θύλακες και εμείς απαγορευόταν να μπούμε μέσα. Αυτοί έβγαιναν, ενώ εμείς δεν μπορούσαμε να πάμε μέσα. Η διαταγή ήταν ότι έπρεπε να καταλάβουμε αυτά τα χωριά.
Ξεκινήσαμε στις 20 Ιουλίου, Σάββατο, στις τέσσερις το απόγευμα, για να κάνουμε επίθεση και να καταλάβουμε το πρώτο χωριό, την Επιχώ, την οποία καταλάβαμε σχετικά εύκολα. Ακολούθησε το δεύτερο χωριό και μέχρι τη Δευτέρα, είχαμε πάρει όλα τα χωριά, εκτός από ένα, το Τζιάδος, που ήταν το κεντρικό τους χωριό και βρισκόταν λίγο σε ύψωμα. Είχαμε καταφέρει να πάρουμε το μισό χωριό.
Τη Δευτέρα ήρθε διαταγή να μετακινηθεί η διμοιρία μου από την περιοχή του Τζιάδους και να μεταφερθούμε στο Δίκωμο. Το Δίκωμο ήταν ένα χωριό μεταξύ Λευκωσίας Κερύνειας και βρισκόταν σε ύψωμα, ακριβώς πάνω από την περιοχή της Αγύρτας όπου ήθελαν να κάνουν προγεφύρωμα για να ενώσουν την Κερύνεια με τη Λευκωσία. Εκεί γίνονταν ομηρικές μάχες.
Μας έστειλαν εμάς για ενίσχυση, μάλιστα υπό τις διαταγές του ταγματάρχη Μάρκου, ο οποίος ίσως είναι ο μεγαλύτερος ήρωας που υπήρξε. Αντιστάθηκε εκεί και χάθηκε στη συνέχεια στις 14 Αυγούστου. Ήταν ένα πολύ δύσκολο μέτωπο. Δεν μπορούσαμε να σηκώσουμε κεφάλι. Μας πολυβολούσαν τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα, υπήρχαν μοίρες καταδρομών, υπήρχε πυροβολικό. Ήταν πολύ δύσκολες μάχες.
Αντέξαμε μέχρι τις 22 Ιουλίου, όταν έγινε η πρώτη εκεχειρία. Δυστυχώς, ενώ εμείς την τηρήσαμε, οι Τούρκοι δεν την τήρησαν. Αυτό ήταν ένα από τα μεγάλα μας λάθη και ίσως έπαιξε μεγάλη σημασία στο πώς εξελίχθηκε η κατάσταση στην Κύπρο.
Περικυκλωθήκαμε από τους Τούρκους, αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε και στις 23, με την εκεχειρία, φύγαμε από το Δίκωμο και ξαναγυρίσαμε στο ενδιάμεσο μεταξύ του χωριού μου και ενός άλλου χωριού, της Μιας Μηλιάς. Εκεί μείναμε μέχρι τις 4 Αυγούστου.
Στις 4 Αυγούστου η διμοιρία μου ξαναγύρισε πίσω στο χωριό που είχαμε πει προηγουμένως, στο Τζιάδος, το οποίο ήταν ακόμη μισοκατειλημμένο. Εάν, όπως οι Τούρκοι, δεν τηρούσαμε την εκεχειρία και την παραβιάζαμε για δέκα ώρες, θα το είχαμε πάρει. Δυστυχώς δεν το πήραμε, με όλα τα επακόλουθα.
Φτάνουμε λοιπόν έτσι στις 14 Αυγούστου. Τι συνέβη τότε;
Μέχρι τις 13 του μήνα ήταν όλα ήσυχα εκεί. Μάλιστα, έδιναν και στους στρατιώτες σχετικές άδειες. Στις 13 Αυγούστου, ο διοικητής που βρισκόταν μέσα στο χωριό, στο Τζιάδος, με πήρε τηλέφωνο και μου είπε: «Ξέρεις, δώσε σε τρία άτομα άδεια για να φύγουν στις 14».
Εγώ έδωσα. Είχαμε τρεις ομάδες και έδωσα σε κάθε ομάδα μία άδεια, σε ανθρώπους που είχαν οικογένειες και ήταν μεγαλύτεροι στην ηλικία. Μάλιστα, τους είπα, επειδή έπρεπε να πάνε να ψάξουν και να βρουν λεωφορείο για να φύγουν, να μην περιμένουν να φύγουν στις 8, αλλά να φύγουν πιο γρήγορα.
Πραγματικά, στις 14 σηκώθηκαν αυτοί οι τρεις, έφυγαν και πήγαν στην εθνική οδό, στη διαδρομή Αμμοχώστου–Λευκωσίας, για να φύγουν. Κατά τις 6:30 με 7 το πρωί, όμως, ήρθαν τα πρώτα τουρκικά αεροπλάνα, οπότε καταλάβαμε ότι κάτι γινόταν.
Οι δύο γύρισαν πίσω. Ο ένας έφυγε και δεν ξέρω τι έγινε. Δεν ξέρω αν κατάφερε να γλιτώσει και να φύγει. Επικοινώνησα με το τάγμα και ρώτησα τι γίνεται. Μου είπαν να είμαστε σε επιφυλακή. Τελικά, κατά τις 10 το πρωί, με πήρε ο διοικητής και μου είπε να αρχίσω, μετά από λίγο, να κάνω πυρά, ώστε να μπορέσει να υποχωρήσει το τάγμα και να φύγει μέσα από το χωριό.
Εγώ ρώτησα γιατί, τι έγινε. Δεν μου απάντησε. Μάλιστα, υψώσαμε και λίγο τον τόνο της φωνής μας ο ένας στον άλλον. Τελικά μου είπε: «Αυτές είναι οι διαταγές. Θα τις εκτελείς» …Του είπα: «εγώ τι να κάνω; Πότε να φύγω;» Μου είπε: «Θα φύγεις κατά τη μία η ώρα». Οι δικές μας γραμμές απείχαν περίπου 500 μέτρα. Δεν ήταν μακριά.
Και τι έγινε στη συνέχεια;
Εγώ ξεκίνησα να κάνω πυρά, αλλά ξαφνικά, κατά τις 11:30 με 11:40 περίπου, τώρα έχουν περάσει 52 χρόνια και οι ώρες δεν είναι ακριβώς χαραγμένες στη μνήμη μου, βλέπω πίσω μου, πάνω σε ένα ύψωμα, τέσσερα άρματα. Αναρωτήθηκα τι άρματα ήταν αυτά. Ήταν λίγο μεγάλα. Ήξερα ότι εμείς δεν είχαμε τέτοια άρματα• είχαμε κάτι ρωσικά.
Και όπως σκεφτόμουν (εγώ είχα μια παράγκα από νοβοπάν, όπου κοιμόμουν) χτύπησαν την παράγκα, οπότε κατάλαβα ότι ήταν τουρκικά άρματα. Φώναξα στους άνδρες μιας ομάδας που ήταν κοντά στα άρματα, περίπου 300 μέτρα μακριά, να έρθουν προς εμένα. Κατάφεραν και ήρθαν οι δύο. Οι πέντε, δυστυχώς, δεν κατάφεραν να έρθουν. Αυτοί οι πέντε εικονίζονται στην περιβόητη φωτογραφία που πρέπει να την έχετε δει όλοι… φαίνονται μπροστά στα άρματα, αφού είχαν συλληφθεί.
Εσείς οι υπόλοιποι προλάβατε και φύγατε;
Εγώ ήμουν στη μεσαία ομάδα μαζί με τους δύο που ήρθαν σε εμένα. Τα άρματα, όμως, έτσι όπως ήρθαν, είχαν κόψει τη δική μου διαφυγή προς τις γραμμές μας. Αναγκαστικά έπρεπε να φύγω προς το βουνό, προς τον Πενταδάκτυλο, που εμείς θεωρούσαμε τότε, εκείνη την ώρα, ότι είχε καταληφθεί. Αναγκαστικά φύγαμε προς τα εκεί.
Είχαμε μια άλλη ομάδα, περίπου 800 μέτρα από τη μεσαία, η οποία ήταν σε μεγάλο ύψωμα. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί τους με τον ασύρματο που είχαμε. Δυστυχώς, ήταν νεκρός. Δεν υπήρχε επικοινωνία. Όταν ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε προς τα πάνω, προς το βουνό, άρχισαν να μας πυροβολούν από αυτό το ύψωμα, οπότε τελικά συμπεράναμε ότι είχε καταληφθεί από Τούρκους.
Καταφέραμε να μπούμε μεταξύ δύο υψωμάτων και ανεβήκαμε σε ένα σημείο, όχι πολύ ψηλά στο βουνό, όπου υπήρχε καλή κάλυψη. Εκεί, όταν είχαμε μαζευτεί, τους είπα ότι η λύση που είχαμε ήταν η εξής: Είχα δει ένα ποτάμι που δεν είχε νερό μέσα, αλλά ήταν μεγάλο και είχε θάμνους από πάνω. Θα πιάναμε το ποτάμι, θα περπατούσαμε τη νύχτα και το ποτάμι θα μας έβγαζε στη θάλασσα.
Αυτά τα μέρη, επειδή είπα προηγουμένως ότι ήταν τουρκοκυπριακός θύλακας, δεν τα ξέραμε. Παρόλο που ήταν κοντά μας, δεν ξέραμε πώς θα πάμε.
Συνολικά, πόσα άτομα ήσασταν που έπρεπε να προχωρήσετε προς τα εκεί;
Η μεσαία ομάδα ήταν επτά άτομα, εγώ οκτώ, οι δύο που ήρθαν από κάτω δέκα και ένας ακόμη που είχε πάρει άδεια από την άλλη ομάδα. Ήμασταν έντεκα συνολικά. Οι δύο από αυτούς αποφάσισαν να φύγουν, να πάνε ανάποδα, δηλαδή προς την Κυθρέα, προς το χωριό μου. Ο δεκανέας της ομάδας αυτής ήξερε τα μέρη, διότι ήταν από γειτονικό χωριό και ο πατέρας του ήταν μάλιστα και κοινοτάρχης. Ο άλλος, ο οποίος ήταν εύσωμος και δεν μπορούσε να μας ακολουθήσει, έμεινε πίσω.
Ξαφνικά, βλέπουμε να έρχονται τρεις στρατιώτες από μακριά. Εμείς δεν ξέραμε τι ήταν. Έστειλα δύο στρατιώτες δεξιά και αριστερά και, μόλις πλησίασαν σε ένα σημείο, βγήκαν και τους έπιασαν. Ήταν δικοί μας, ήταν Έλληνες. Εκεί μας είπαν για πρώτη φορά ότι είχε σπάσει η γραμμή πίσω από εμάς. Γι' αυτό είχαν έρθει τα άρματα. Ήταν η λεγόμενη γραμμή της Μιας Μηλιάς και αυτοί έρχονταν από εκεί με τα πόδια.
Από αυτούς τους τρεις, ο ένας ήρθε μαζί μας. Οι άλλοι δύο αποφάσισαν να πάνε σε ένα τουρκοκυπριακό χωριό που ήταν λίγο πιο πάνω, τον Κορνόκηπο, διότι ο ένας από αυτούς είχε έναν γνωστό Τουρκοκύπριο και υπολόγιζε ότι θα τον βοηθούσε. Έφυγαν, λοιπόν, μαζί.
Και εσείς τι κάνατε στη συνέχεια;
Εμείς που μείναμε ήμασταν έξι άτομα. Ξεκινήσαμε πια πορεία κάθε βράδυ, μέσα από το ποτάμι που είχαμε βρει. Προχωρήσαμε τρεις μέρες και βρεθήκαμε ξαφνικά μέσα στις Αγγλικές βάσεις στη Λάρνακα. Ήταν μια διαδρομή περίπου 60 χιλιομέτρων, την οποία κάναμε κάθε βράδυ. Την τελευταία μέρα μόνο, όταν υπολογίζαμε πια ότι είχαμε βγει από τις τουρκικές γραμμές, δεν ξέραμε ότι οι Τούρκοι είχαν φτάσει αρκετά κάτω, ήμασταν ακόμη μέσα στις γραμμές τους χωρίς να το γνωρίζουμε, περπατήσαμε και την ημέρα.
Το λέω αυτό διότι συνέβη το εξής περιστατικό. Η περιοχή όλη εκεί είναι η λεγόμενη Μεσαορία, η μεγάλη πεδιάδα της Κύπρου, η οποία είναι γεμάτη με σιτηρά. Τα σιτηρά, όμως, ήδη τα είχαν θερίσει. Όπως περπατούσαμε, ξαφνικά έρχονται δύο αεροπλάνα για να κάνουν επιδρομή. Περνούν πάνω από εμάς, τουρκικά δηλαδή, και φεύγουν προς τα κάτω.
Μόλις τα είδα, τους λέω: «Παιδιά, βρείτε τρόπο να κρυφτούμε, διότι θα περάσουν και θα μας πολυβολήσουν». Ήμασταν κοντά στις 15 Αυγούστου… Σε δέκα μέτρα υπήρχε ένα χωράφι το οποίο είχε τριφύλλι μέσα, πράσινο τριφύλλι. Οι στολές μας ήταν και αυτές πράσινες. Πέσαμε μέσα στο τριφύλλι.
Πέρασε το αεροπλάνο ξανά από πάνω, ξαναγύρισε, ξαναήρθε και πολυβόλησε λίγο, όχι στο τριφύλλι, αλλά δεξιά και αριστερά.
Και έτσι, μέσα από αυτό καταφέραμε και γλιτώσαμε. Φτάσαμε στις βάσεις, και οι Άγγλοι μάς πήραν τα όπλα. Άφησα εγώ τους στρατιώτες εκεί, να ψάξουν δεξιά και αριστερά, να κάνουν επαφές και να βρουν τις οικογένειές τους. Εγώ έψαξα το τάγμα. Το βρήκα μετά από τρεις μέρες και παρουσιάστηκα ξανά.
Και τι έγινε με εκείνους τους πέντε που είχαν μείνει πίσω και είχαν συλληφθεί;
Εκείνοι οι πέντε που έμειναν πίσω και συνελήφθησαν είναι η τραγική ιστορία που ξέρουμε όλοι, η οποία αποτυπώθηκε σε μια φωτογραφία από έναν Τούρκο φωτογράφο. Ο τουρκικός στρατός είχε μαζί του δημοσιογράφους. Υπήρχε ένας δημοσιογράφος, ο Κουρτσεβέρ, ο οποίος έβγαζε φωτογραφίες όταν έπιασαν τους πέντε.
Οι πέντε προσπάθησαν να φύγουν προς τις δικές μας γραμμές, οι οποίες βρίσκονταν μεταξύ των αρμάτων και του τουρκοκυπριακού χωριού. Όπως σηκώθηκαν να φύγουν, δεν μπόρεσαν τελικά και αναγκαστικά παραδόθηκαν. Τους έπιασαν εκεί και ο φωτογράφος έβγαλε τις φωτογραφίες.
Από ό,τι λέγεται υπάρχουν και άλλες φωτογραφίες. Μάλιστα, λέγεται ότι υπάρχουν φωτογραφίες και από την εκτέλεσή τους. Εμείς είχαμε δει απλώς ότι τους είχαν καθηλώσει τα άρματα. Είχαν μείνει κάτω και δεν μπορούσαν να προχωρήσουν. Δεν είδαμε ότι τους είχαν πιάσει, διότι αναγκαστικά φύγαμε προς το βουνό και δεν μπορούσαμε να δούμε τι έγινε.
Μέχρι το 2009 θεωρούνταν αγνοούμενοι. Παρόλο που υπήρχαν μαρτυρίες ότι τους είχαν δει κάπου, στην Τουρκία, σε έναν χώρο όπου είχαν μαζέψει πολλούς αιχμαλώτους, ή ότι είχαν μιλήσει από κάποιον ραδιοφωνικό σταθμό, όλα αυτά τελικά παρέμεναν μαρτυρίες.
Ο καθένας έβλεπε αυτό που ήθελε να δει, ας το πούμε έτσι. Το 2009, μετά από κάποιες μαρτυρίες Τουρκοκυπρίων, μια Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος, η Σεφκιούλ, η οποία έκανε φοβερή δουλειά στο θέμα των αγνοουμένων, είχε τη σχετική μαρτυρία ότι υπήρχε ένα πηγάδι στο Τζιάδος, στο χωριό που είπαμε, όπου υπήρχαν εκτελεσμένοι στρατιώτες.
Στο πηγάδι δεν βρέθηκαν μόνο οι πέντε. Βρέθηκαν όλοι οι δικοί μου στρατιώτες και άλλοι από την ομάδα που λέγαμε προηγουμένως, οι οποίοι είχαν μείνει πίσω. Όλοι ήταν εκτελεσμένοι, με μία σφαίρα στο κεφάλι.
Συνολικά, πόσοι από τους δικούς σας στρατιώτες βρέθηκαν εκεί;
Από τη δική μου διμοιρία βρέθηκαν εκτελεσμένοι οι δεκατρείς και μέχρι τώρα υπάρχει ένας μόνο αγνοούμενος που δεν έχει βρεθεί. Από τους δύο που είχα πει προηγουμένως ότι έφυγαν προς την Κυθρέα, ο ένας, του οποίου ο πατέρας ήταν κοινοτάρχης, ακόμη δεν έχει βρεθεί.
Ο άλλος στρατιώτης μου, ο Ανδρέας Μηλιώτης, κατάφερε να φύγει. Σε κάποια στιγμή, λίγο πριν φτάσουν στην Κυθρέα, έπεσαν σε τουρκική ενέδρα. Ο Ανδρέας κατάφερε να ξεφύγει και πήγε στην Κυθρέα, όπου έμεινε εγκλωβισμένος μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου.
Έζησε μέσα σε περιβόλια μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου και κατάφερε, με πολλές περιπέτειες και αντιμετωπίζοντας φοβερά ψυχολογικά προβλήματα, να βγει στις δικές μας γραμμές. Έζησε. Είναι μια χαρά τώρα. Βρισκόμαστε όποτε πάω στην Κύπρο.
Στο πηγάδι βρέθηκαν οι 13 της δικής μου διμοιρίας και όλοι οι άλλοι που ήταν από το τάγμα μου. Το τάγμα μου είχε άλλους οκτώ νεκρούς από άλλες διμοιρίες και βρέθηκαν όλοι εκτελεσμένοι εκεί μέσα.
Εσείς όμως έχετε προσπαθήσει όλα αυτά τα χρόνια να αναδείξετε και την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι στον πόλεμο υπέφεραν και Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι…
Οι πληροφορίες για το πηγάδι δόθηκαν από Τουρκοκύπριο. Πριν από κάποια χρόνια είχαμε κάνει μια εκδήλωση εδώ, στον Σύλλογο Κυπρίων, για το 1974. Τότε υπήρχε μια γραμμή από τη δική μας κυβέρνηση, διότι πάντα στις εκδηλώσεις μας γίνεται μια επικοινωνία με την κυβέρνηση, να προσπαθήσουμε να περάσουμε προς τα έξω ότι ο πόλεμος στην Κύπρο ήταν ένας πόλεμος στον οποίο υπέφεραν οι Κύπριοι, τόσο οι Τουρκοκύπριοι όσο και οι Ελληνοκύπριοι.
Φέραμε δύο ομιλητές, έναν Τουρκοκύπριο και έναν Ελληνοκύπριο. Ο Ελληνοκύπριος ήταν από ένα γειτονικό χωριό από το χωριό μου. Η οικογένειά του είχε χάσει 17 άτομα. Αυτός είχε ζήσει, παρότι είχε δεχθεί μια σφαίρα στο κεφάλι. Ένας από την οικογένειά του, ένα μικρό παιδί, δεν έχει βρεθεί ακόμη. Ήταν αυτός για τον οποίο έλεγαν για ένα παιδάκι που έφυγε από τη μάνα του και πήγε στο νοσοκομείο και το πήραν στην Τουρκία.
Ο Τουρκοκύπριος ήταν ένας καθηγητής, από τα πανεπιστήμια της Κερύνειας, ο οποίος καταγόταν από ένα χωριό, την Αλόα, που ήταν δίπλα από το Τζιάδος. Εκεί υπήρχαν τρία τουρκοκυπριακά χωριά, η Αλόα, η Μαράθα και το Σανταλάρη, όπου, δυστυχώς, στις 14 Αυγούστου είχαν γίνει εγκλήματα από Ελληνοκύπριους πραξικοπηματίες.
Είχαν συλλάβει γυναίκες και παιδιά, τους μετέφεραν σε χώρο ταφής απορριμμάτων και, δυστυχώς, τους εκτέλεσαν. Τους έκαψαν και άνοιξαν τάφους. Μετά, στις 15-16 του μήνα, πήγαν τα Ηνωμένα Έθνη και τα ευρήματα εντοπίστηκαν. Υπάρχουν φωτογραφίες, εφημερίδες και άλλα στοιχεία. Ο μόνος που γλίτωσε ήταν αυτός, ο οποίος ήταν μικρός και βρισκόταν πάνω στο φορτηγό με το οποίο τους μετέφεραν. Πετάχτηκε από το φορτηγό και κρύφτηκε.
Και οι δύο αυτοί έκαναν μια ομιλία. Είπαν, ουσιαστικά: «Κοιτάξτε, αυτός έχασε τόσους ανθρώπους, εγώ έχασα τόσους. Ο πόλεμος μάς ανάγκασε να χάσουμε τόσους». Είναι ένας πόλεμος στον οποίο υπήρχαν συνέπειες και για τους Ελληνοκύπριους και για τους Τουρκοκύπριους.
Το βράδυ που είχαμε βγει έξω να φάμε, του είπα: «Ξέρεις, εγώ ήμουν ο ανθυπολοχαγός αυτών που συνελήφθησαν μπροστά στα άρματα». Εκεί μου είπαν ότι τους είχε πιάσει ο τουρκικός στρατός. Μάλιστα, στις φωτογραφίες φαίνονται οι Τούρκοι κανονικά, με τα κράνη τους και τα λοιπά. Αλλά, τελικά, πήγαν Τουρκοκύπριοι, που είχαν καταγωγή από αυτά τα χωριά όπου είχαν γίνει τα άλλα γεγονότα, και έπιασαν τους στρατιώτες και τους εκτέλεσαν.
Δεν δικαιολογούνται αυτά, θέλω να το ξεκαθαρίσω.
Δεν υπάρχει δικαιολογία ότι επειδή σας σκότωσαν κάποιους, θα κάνετε το ίδιο. Αυτά δεν γίνονται. Στον πόλεμο, όταν έχεις τους αιχμαλώτους σου, τους προσέχεις καλύτερα και από τον εαυτό σου. Και, όπως είπαμε πριν, αυτοί βρέθηκαν όλοι εκτελεσμένοι.
Θα ήθελα να μας πείτε για τον Παπαγιάννη, έναν από τους πέντε της φωτογραφίας που συνελήφθησαν, γιατί είχατε και μία συζήτηση μαζί του…
Ο Παπαγιάννης ήταν από το Νέο Χωριό Κυθρέας, ένα χωριό δίπλα από το δικό μου. Δεν τον ήξερα καθόλου. Είχε καταταγεί ως εθελοντής, δηλαδή μπορούσε να μην καταταγεί στον στρατό, και αυτό μου είχε κάνει εντύπωση όταν ξεκίνησα να συγκεντρώνω στοιχεία και να ασχολούμαι με το υλικό.
Φορούσε κανονικά παπούτσια, όχι στρατιωτικά παπούτσια. Τα φορούσε γιατί είχε πάει στην Αγγλία και είχε επιστρέψει στην Κύπρο για διακοπές. Γι' αυτό και στη φωτογραφία, αν δείτε, τα μαλλιά του είναι μέχρι πίσω. Ήταν τότε η μόδα με τα μακριά μαλλιά. Είδα λοιπόν ένα παιδί που ήταν χαμογελαστό και του λέω: «Γιάννη, τι είναι αυτά τα παπούτσια; Δεν θα τα αλλάξουμε;»
Μου λέει: «Άσε…, ήρθαμε για διακοπές. Θα τα αφήσουμε τα παπούτσια». Και έμεινε με τα παπούτσια αυτά. Δηλαδή, ακόμη και στις φωτογραφίες στις οποίες φαίνεται, φοράει τα καθημερινά του παπούτσια. Δυστυχώς, του προσέφεραν το τελευταίο τσιγάρο και εκτελέστηκε.
Είστε πικραμένος για το ότι εξελίχθηκαν έτσι τα πράγματα;
Ναι. Το παράπονό μου είναι ότι μπορούσαν να γλιτώσουν όλοι. Όλοι μπορούσαν να γλιτώσουν. Εάν εγώ είχα ειδοποιηθεί ότι, ξέρεις, ξεκίνα να κάνεις πυρά στην περιοχή σας, και να οπισθοχωρήσει το τάγμα, διότι είχε σπάσει η γραμμή πίσω από εσένα, θα είχα προλάβει εννοείται.
Εγώ θα έβγαζα έναν στρατιώτη ένα χιλιόμετρο μπροστά. Μόλις έβλεπε τα άρματα, είχα πει και προηγουμένως ότι ήμασταν περίπου 500 μέτρα μακριά, θα έλεγα στους στρατιώτες: «Φεύγουμε» και τελειώσαμε. Δυστυχώς, δεν έγινε αυτό.
Γιατί πιστεύετε ότι δεν έγινε;
Το θέμα αυτό είναι μεγάλο κεφάλαιο. Αν το ανοίξουμε, μπορεί να κάνουμε ολόκληρη συζήτηση. Δεν θέλω να περάσει καθόλου από το μυαλό μου ότι έγινε εκούσια. Θεωρώ ότι έγινε επειδή ήξερε η ηγεσία μας, εκεί στο τάγμα, ότι είχε σπάσει η γραμμή. Τους ήρθε τρόμος, φοβηθήκανε.
Το αποκορύφωμα ήταν όταν εγώ πήγα και βρήκα, μετά από οκτώ μέρες, το τάγμα και πήγα στον διοικητή, μου λέει: «Μα πού ήσουνα; Θα σας είχα δώσει λιποτάκτες». Του λέω: «Μόνο εγώ γύρισα. Οι άλλοι έχουν χαθεί». Εκεί, στη συζήτηση που είχαμε, μπροστά στους λοχαγούς και στους άλλους, δυστυχώς δεν πήρανε την ευθύνη να πούνε «φταίμε». Φόρτωσε την ευθύνη στον διαβιβαστή, λέγοντας ότι του είχε πει να με ειδοποιήσει ότι έσπασε η γραμμή.
Έκανε λάθος ο διαβιβαστής και, αντί να ειδοποιήσει τον Συμεωνίδη, ειδοποίησε τον Σαββίδη. Υπήρχε ένας αξιωματικός, ο Σαββίδης, και ειδοποίησε εκείνον. Τέλος πάντων. Όταν είσαι στον στρατό και είσαι και βαθμοφόρος, αναλαμβάνεις πρώτα εσύ την ευθύνη και δεν τη φορτώνεις πουθενά αλλού. Αυτό ήταν το παράπονό μου.
Βλέπω ότι έχετε εδώ και ένα παλιό δημοσίευμα. Θέλετε να μας πείτε γι' αυτό;
Αυτό είναι παλιό δημοσίευμα, του 2009. Ένας ανθυπολοχαγός είχε δώσει τότε μια συνέντευξη στην εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος», η οποία έχει μεγάλη κυκλοφορία. Γράφει ότι είχαν δει τα άρματα που είχαν έρθει κοντά στη διμοιρία μου και έψαχναν, και αναφέρει ότι αυτά τα παιδιά έσωσαν όλους τους υπόλοιπους στρατιώτες του τάγματος.
Τους έσωσαν διότι, έστω και εκείνο το μισάωρο που ήρθαμε σε επαφή με τα άρματα, που έριξαν τα άρματα και ρίξαμε κι εμείς, πρόλαβε όλο το τάγμα και έφυγε. Αυτό, όταν το διαβάζω, λέω: τουλάχιστον θυσιάστηκαν τα παιδιά και δεν θυσιάστηκαν εντελώς άδικα. Μπόρεσαν και γλίτωσαν τα άλλα εκατόν τόσα άτομα.
Να πούμε τώρα για το χωριό σας.
Το χωριό μου, όπως είπαμε και προηγουμένως, είναι η Κυθρέα. Είναι περίπου 10 χιλιόμετρα από τη Λευκωσία, κάτω από τον Πενταδάκτυλο. Η Κυθρέα είχε ένα τεράστιο ποτάμι με νερό, το οποίο πίναμε και χρησιμοποιούσαμε για πότισμα. Όλη η περιοχή, σε ακτίνα 30-40 χιλιομέτρων, αρδευόταν από αυτό το ποτάμι. Μετά την εισβολή, μέσα σε δύο χρόνια, το ποτάμι στέρεψε. Δεν υπάρχει τίποτα. Το χωριό μας ήταν πρώτο σε παραγωγή πορτοκαλιών, λεμονιών και ελιών. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα.Όταν άνοιξαν τα σύνορα, επιστρέψατε στο χωριό σας; Πήγατε να το δείτε;
Είκοσι οκτώ χρόνια μετά, όταν άνοιξαν τα σύνορα, εγώ πήγα στο χωριό μου την Κυθρέα. Τη δεύτερη μέρα. Δεν το αναγνώρισα. Ήταν έρημο, δεν έβλεπες πράσινο καθόλου. Πήγα και στο σπίτι μου, μαζί με έναν ξάδελφό μου. Όταν φτάσαμε εκεί, έμενε μέσα μια Τουρκοκύπρια. Βγήκε έξω και της λέω: «Έτσι κι έτσι, αυτό είναι το σπίτι μου».
Μιλούσε ελληνικά, μου λέει: «Έλα, γιε μου, να το δεις το σπίτι σου». Λέω στον ξάδελφό μου: «Πάμε». Αλλά του είπα: «Μην κλάψουμε, μην τους δώσουμε αυτή τη χαρά». Ανεβήκαμε πάνω και μου λέει κατευθείαν: «Ξέρεις, μακάρι να είχα κάτι να σου δώσω. Δεν υπάρχει τίποτα. Είναι μόνο το τραπέζι της κουζίνας. Αν θέλεις, να το πάρεις».
Επειδή το χωριό μου ήταν πολύ κοντά στην αντιπαράταξη στον δεύτερο γύρο, με το που έσπασε η γραμμή και το κατέλαβαν οι Τούρκοι, έμειναν πάρα πολλοί εγκλωβισμένοι. Μας είχαν πει ότι είχαν περάσει τα τουρκικά στρατιωτικά φορτηγά, είχαν φορτώσει πάνω τα πάντα και δεν άφησαν τίποτα. «Τα λεηλάτησαν», μας είπαν.
Σε κάποια στιγμή ήρθε ο άντρας της. Ο άντρας της ήταν αστυνομικός. Το χωριό μου είχε αστυνομικό σταθμό, στον οποίο υπηρετούσε παλιά. Ήρθε αυτός, και άρχισε να λέει προκλητικά: «Φύγε, αυτά είναι δικά μας» και τέτοια πράγματα. Του λέω: «Εντάξει, απλώς ήρθα να τα δω. Δεν ήρθα ούτε να τα πάρω ούτε τίποτα. Θα φύγω».
Εκείνη τη στιγμή τον πήραν τηλέφωνο και γύρισε πίσω στην αστυνομία. Και μου λέει η Τουρκοκύπρια: «Ξέρεις, όταν είναι αυτός, μην ανεβαίνεις πάνω. Αλλά έλα, πάμε, να δεις το σπίτι σου μέσα».
Τι αισθανθήκατε όταν μπήκατε ξανά μέσα στο σπίτι σας;
Πήγα στο σπίτι μου μέσα να το δω. Όταν πήγα στο δωμάτιο όπου κοιμόμουν εγώ, είχε αυτή τα έπιπλά της όπως τα είχε η μάνα μου. Εκεί έσπασα και έβαλα τα κλάματα. Μου λέει: «Έλα, μην κλαις. Σου έχω μια έκπληξη».
Και η έκπληξη, Βαρβάρα, ήταν ότι μου έφερε ένα κύπελλο σκουριασμένο, το οποίο είχα πάρει εγώ όταν ήμουν στην έκτη δημοτικού σε αγώνες. Το είχε βρει στο γκαράζ και το κράτησε. Εγώ, αν ήμουν στη θέση της, μπορεί να το είχα πετάξει. Θεωρώ ότι το κράτησε διότι σκέφτηκε: «Μήπως έρθει κάποιος να του δώσω κάτι».
Μάλιστα, κάποια στιγμή μου είπε: «Μακάρι να μπορούσα να πάω κι εγώ στο χωριό μου». Το άκουσε και ο ξάδελφός μου και της είπε ότι θα πήγαινε να την πάρει. Της είπε: «Την άλλη εβδομάδα θα έρθω να σε πάρω». Και πήγε και την πήρε από εκεί. Εγώ θεωρώ ότι το ένιωθε αυτό το πράγμα.
Πήγατε ξανά από τότε και είδατε πάλι το σπίτι;
Φυσικά, πάω κάθε χρόνο. Τελευταία φορά πήγα τον Ιούνιο, με την εγγονή μου, η οποία είναι πέντε χρόνων. Όταν πήγα, καθόταν ο Τούρκος σε μια καρέκλα έξω, στη βεράντα. Εγώ είχα φυτέψει στο οικόπεδο, πίσω από το σπίτι μου, ένα κυπαρίσσι. Ήταν από τότε που ήμουν στο δημοτικό. Φυτεύαμε τότε δέντρα. Αυτό μεγάλωσε τόσο πολύ, που φαίνεται πάνω από το σπίτι.
Έκανα στη μικρή μια κίνηση, για να δει το κυπαρίσσι. Εκείνη τη στιγμή νόμισε αυτός ότι ήταν για να μπω μέσα. Κατεβαίνει κάτω, μας κλείνει η πόρτα και γυρνάει το παιδί και μου λέει: «Παππού μου, δεν θα μπούμε μέσα;». «Θα μπούμε άλλη φορά, τώρα όχι…» της είπα. Τελευταία φορά που πήγα ήταν τότε. Τώρα υπολογίζω να πάω τον Σεπτέμβριο ή τον Οκτώβριο.
Νοιώθετε την ανάγκη να πηγαίνετε και να βλέπετε το σπίτι;
Ο πρώτος λόγος είναι αυτό που νιώθεις μέσα σου. Έχω φοβερή ανάγκη να βλέπω το σπίτι. Τώρα, επειδή έχω να πάω περίπου έναν χρόνο, ήμουν πριν από λίγο καιρό στην Κύπρο, αλλά ήταν λίγος ο χρόνος και δεν μπορούσα να πάω, υπολογίζω να πάω.
Όταν περάσει ένα χρονικό διάστημα κοντά στον χρόνο, αρχίζω μέσα μου και λέω: «Όχι, θέλω να φύγω, να πάω να δω το σπίτι». Και ένας άλλος λόγος είναι ότι θέλω να βλέπουν ότι έρχεται κάποιος και το βλέπει, επειδή είναι δικό του.
Δηλαδή, επειδή είσαι εσύ που μένεις μέσα, δε θεωρείται ότι είναι και δικό σου. Αυτό το κάνουν αρκετοί από τη γενιά μου. Και θεωρώ ότι, τελειώνοντας η γενιά μας, που τελειώνουμε σύντομα, ίσως θα είναι και ένας τρόπος να δοθεί μια λύση στην Κύπρο. Διότι η μόνη γενιά η οποία αντιδρά μέχρι στιγμής σε κάποιες λύσεις είναι η γενιά που πέρασε αυτά τα πράγματα.
Όταν η γενιά αυτή φύγει, θεωρώ ότι θα βρεθεί πιο εύκολη λύση, η οποία όμως δεν θα είναι καλή λύση. Διότι η νεολαία, όχι γιατί τους ρίχνω άδικο, δεν τα έχει ζήσει. Δεν έχουν ζήσει αυτά τα γεγονότα και θα αντιμετωπίσουν τα πράγματα διαφορετικά.
Εδώ απέναντι στον τοίχο βλέπω την εκκλησία του χωριού σας και κάτω είναι το σχολείο σας. Σε τι κατάσταση είναι αυτά σήμερα;
Η εκκλησία διατηρείται έτσι. Δεν έχει όμως σταυρό, αν είδες. Τον έχουν αφαιρέσει. Το σχολείο, ευτυχώς, μπροστά το διατήρησαν. Πίσω, τίποτα δεν έχει. Βλέπεις ότι είναι και παλιό.
Η οικογένειά σας στο χωριό πώς έζησε τα γεγονότα;
Οι γονείς μου ήταν στο σπίτι. Μόλις άρχισαν να γίνονται οι βομβαρδισμοί, το πρωί στις 14, έφυγαν. Ο πατέρας μου ήταν συνταξιούχος δάσκαλος και έφυγε, πήγε σε ένα χωριό στο Τρόοδος, όπου ήταν παλιά δάσκαλος, μαζί με τη μάνα μου. Μάλιστα, η μάνα μου δεν ήθελε να φύγει. Του έλεγε: «Αν έρθει ο Κόκος, ο Γιώργος, στην Κύπρο είναι ο Κόκος. Αν έρθει ο Κόκος εδώ, δεν θα μας βρει».
Της λέει: «Ο Κόκος είναι στον στρατό, θα τα καταφέρει». Και φύγανε. Η αδελφή μου ήταν αρραβωνιασμένη με Ροδίτη και ήταν εδώ στη Ρόδο το 1974. Άρα, μόνο οι γονείς μου ήταν εκεί.
Και μετά τα γεγονότα;
Τελειώνοντας ο πόλεμος, τους γονείς μου τους πήρα μαζί μου και πήγαμε στην Αθήνα. Τελείωσα εκεί την Ιατρική και είπαμε να έρθουμε εδώ, να είμαστε όλοι μαζί, που ήταν και η αδελφή μου. Ήρθα και έκανα αγροτικό στην Κατταβιά και έμεινα εδώ.
Οι γονείς σας δεν πήγαν από τότε να δουν το σπίτι μετά την εισβολή;
Όχι. Ο πατέρας μου δεν είχε ξαναμιλήσει ποτέ για το σπίτι. Δεν είχε βγάλει κουβέντα για το σπίτι. Ήταν κάτι που τον στενοχωρούσε. Όταν πήγα εγώ στο σπίτι και γνώρισα την Τουρκοκύπρια, εκείνος δεν το είχε ξαναδεί από τότε.
Ούτε η μητέρα σας;
Όχι, ούτε η μάνα μου το είδε. Φεύγοντας, η Τουρκοκύπρια έβγαλε από το ψυγείο έναν χυμό. Είχαμε κάτι πορτοκαλιές εμείς, οι οποίες έκαναν τα σαγκουίνια. Τα έκανε χυμό μέσα στον καταψύκτη και μου λέει: «Αυτά θα τα πάρεις της μάνας σου».
Εγώ τα πήρα από θέμα ευγένειας. Φεύγοντας, τα πέταξα. Αν έφερνα αυτά στη μάνα μου, η μάνα μου μπορεί να πέθαινε την ίδια στιγμή. Ούτε η μάνα μου, μάλιστα, με ρώτησε ποτέ.
Δεν σας ρώτησε ποτέ για το σπίτι;
Όχι. Την πρώτη και τη δεύτερη φορά που πήγα, όσο ζούσαν, δεν μου είπε: «Πήγες; Είδες το σπίτι; Τι είναι εκεί;» Τίποτα. Δεν άνοιξαν κουβέντα καθόλου. Ήταν κάτι που τους πλήγωνε. Γι' αυτό πληγώθηκα κι εγώ. Εδώ πληγωθήκαμε εμείς, που δεν τα φτιάξαμε αυτά. Φαντάζομαι αυτούς που τα έφτιαξαν, και τα έφτιαξαν εκείνη την εποχή, με κόπο και μόχθο.
Κε Συμεωνίδη πόσο άλλαξαν τη ζωή σας τα γεγονότα του 1974; Είναι μνήμες που τις κουβαλάτε μέχρι σήμερα. Συγκίνηση, πόνος...
Ναι. Εντάξει, η συγκίνηση υπάρχει πάντα, αλλά σου αλλάζουν τον χαρακτήρα. Σου τον αλλάζουν προς το καλό. Δηλαδή, αντιλαμβάνεσαι τις αξίες της ζωής. Νιώθεις τον συνάνθρωπό σου. Βάζεις πρώτα απ' όλα ότι ξέρεις πως εσύ είσαι σήμερα εδώ και αύριο δεν θα είσαι, διότι πραγματικά στον πόλεμο έτσι ήταν. Αναγνωρίζεις όλες αυτές τις αξίες και έχεις διαφορετική αντιμετώπιση προς τον άλλον.
Ο πόλεμος σε κάνει άγριο την ώρα του πολέμου. Εμένα πολλοί με ρωτούσαν μετά: «Εντάξει, πόσους σκοτώσατε;» Λες και νομίζουν ότι είναι κινηματογραφική ταινία, ότι βλέπεις απέναντι τι γίνεται. Δεν βλέπεις τίποτα. Σηκώνεις το όπλο και τραβάς πυροβολισμούς για να μην σηκωθεί άλλος απέναντι. Δεν ξέρεις τίποτα για το τι γίνεται.
Το τραγικό είναι όταν σκοτώνεται ο διπλανός σου. Εκεί το βλέπεις. Εκεί διαλύεσαι. Δηλαδή, ψυχολογικά διαλύεσαι. Μετά πρέπει να πάρεις μπρος για να συνεχίσεις. Διότι, αν δεν πυροβολήσεις, για να μην πω «σκοτώσεις», αν δεν πυροβολήσεις εσύ, θα σε πυροβολήσει ο άλλος.
Αλλά τον χαρακτήρα μου, εμένα, τον άλλαξε φοβερά. Έχω γίνει φοβερά ήπιος. Ήπιος. Δηλαδή, τώρα, στις συζητήσεις μου, θα μιλήσω, δεν θα τσακωθώ εγώ με κάποιον. Διότι λέω: «Τώρα τσακώνομαι. Τι κερδίζω; Τίποτα δεν κερδίζω».
Μπορεί να δοθεί σήμερα μια απάντηση στο ερώτημα τι πραγματικά συνέβη στην Κύπρο το 1974;
Ακόμα μία προδοσία στον ελληνισμό. Γι' αυτό λέω ότι ήταν ο προδομένος πόλεμος. Ο πόλεμος ήταν προδομένος. Με όλες αυτές τις καταστάσεις που υπήρχαν τότε, εάν δεν υπήρχε προδοσία εκ των έσω, από τις ηγεσίες του στρατού, οι Τούρκοι θα μπορούσαν να κάνουν απόβαση; Με τίποτα δεν μπορούσαν να κατέβουν.
Δυστυχώς υπήρχε η προδοσία και υπήρχε η προδοσία από τα ηγετικά στελέχη. Εμείς έχουμε, όπως είναι εδώ το ΓΕΣ, το ΓΕΕΦ. Όλο αυτό ήταν επανδρωμένο από Ελλαδίτες, Ελλαδίτες πραξικοπηματίες, Ελλαδίτες φασίστες της 21ης Απριλίου.
Εμένα δεν μπορεί να μου το βγάλει κανένας από το μυαλό ότι ακόμη και το πραξικόπημα που έγινε στην Ελλάδα, της 21ης Απριλίου 1967, δεν έγινε τόσο για την Ελλάδα. Η Ελλάδα, αν ήθελε να αλλάξει τον Παπανδρέου, αν ήθελε να αλλάξει τον Α, τον Β και λοιπά, μπορούσε να το κάνει με οποιονδήποτε τρόπο ήθελε. Δεν χρειαζόταν να κάνει πραξικόπημα.
Εγώ θεωρώ ότι δεν έγινε αυτό, διότι με τον Μακάριο δεν μπορούσαν να βγάλουν άκρη και θεώρησαν ότι έπρεπε να γίνει ένα πραξικόπημα και χρειαζόταν δεύτερο βήμα. Αυτό το πραξικόπημα μπορούσε να στραφεί εναντίον του Μακαρίου.
Και το πιο απλό μυαλό ήξερε ότι, από τη στιγμή που υπήρχαν οι Συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, οι οποίες έλεγαν ότι υπάρχουν οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, Τουρκία, Αγγλία και Ελλάδα, και ότι, αν αλλάξει το καθεστώς, οποιαδήποτε από αυτές μπορούσε να κάνει απόβαση για να επαναφέρει το καθεστώς, η Τουρκία βρήκε αυτή την πρόφαση.
Έπρεπε να επαναφέρει το καθεστώς. Δεν το επανέφερε. Λογικό ήταν να μην το επαναφέρει. Αλλά βρήκε την πρόφαση και έκανε την απόβαση. Ήταν προδομένος λοιπόν ο πόλεμος.
Αυτοί οι άνθρωποι ήταν εύκολο, μετά τα γεγονότα, να λογοδοτήσουν; Για ποιον λόγο δεν λογοδότησε κανένας; Γιατί δεν έγιναν διαδικασίες ώστε να αναλάβουν τις ευθύνες τους;
Να σου πω ένα απλό παράδειγμα. Όταν βρέθηκαν, το 2009, οι δικοί μου εκτελεσμένοι, με φώναξαν και πήγα στην Κύπρο. Τον Σεπτέμβριο έγινε μία τηλεοπτική εκπομπή, στην οποία ήταν και συγγενείς των εκτελεσμένων και κάποιοι άλλοι μαζί. Είπαμε διάφορα πράγματα για τα τότε γεγονότα και για πρώτη φορά ξαναβρεθήκαμε όσοι σωθήκαμε. Τον Νοέμβριο του 2009 με φώναξαν για πρώτη φορά να δώσω κατάθεση για το τι έγινε στο τάγμα μου το 1974.
Την κατάθεση την έδωσα. Ήταν εντελώς διαφορετική η δική μου κατάθεση και η κατάθεση των στρατιωτών μου, όλων αυτών που γλίτωσαν, από την κατάθεση που είχαν δώσει οι δύο αξιωματικοί του 398. Και, βρίσκοντας μετά από μια δεκαετία, το 2019, αυτόν που μου είχε πάρει την κατάθεση, τον αστυνομικό, ήρθε η κουβέντα. Του λέω: «Τι έγινε με αυτές τις καταθέσεις;» Μου λέει: «Τις έχουμε δώσει στη Βουλή, στον φάκελο που υπάρχει».
«Στον περιβόητο φάκελο»… είπα και πριν ότι, όταν φύγει η γενιά μου, θα τελειώσουν όλα. Όταν φύγει η γενιά μου, θα κλείσει και ο φάκελος που υπάρχει. Δεν θα πληρώσει κανένας. Δεν πλήρωσε κανένας.
Πιστεύετε ότι μπορεί να υπάρξει μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού;
Νομίζω ότι είναι η ώρα να απαντήσω σε αυτό. Πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει λύση. Βιώσιμη, έχω ερωτηματικά. Στο δίκαιο έχω περισσότερα ερωτηματικά. Όταν λέω βιώσιμη, εγώ μέχρι τώρα τελευταία ήμουν πολύ απογοητευμένος από τις εξελίξεις.
Τώρα, που σας είπα ότι ήμουν κάτω στην Κύπρο, είχαμε το Παγκόσμιο Συνέδριο Απόδημων και συνέπεσε να ήταν κάτω και ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών. Όταν πηγαίνουμε κάτω, στο Συμβούλιο των Αποδήμων γίνεται μια ενημέρωση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Αυτή η ενημέρωση που έκανε ήταν μια ενημέρωση την οποία είχα σπάνια την ευκαιρία να ακούσω.
Ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών δήλωσε ότι η λύση του Κυπριακού πρέπει να είναι βάσει των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Αυτά τα δύο είναι που θέλουμε εμείς. Όταν αυτά γίνουν, ξέρω ότι εγώ δεν θα πάω ξανά στο χωριό μου. Αλλά τουλάχιστον θα μπορώ να πάω να καθίσω, να δω, αν θέλω να αγοράσω την περιουσία μου, να έχω το ευρωπαϊκό κεκτημένο σε αυτά τα πράγματα. Γι' αυτό είπα ότι είναι η μόνη φορά που υπάρχει ένα φως στο τούνελ.
Υπάρχουν ανάμεσα στους αγνοούμενους και Ροδίτες;
Ο Στεργενάκης. Είχε παντρευτεί στην Κύπρο με Κυπρία και είχε πάει εθελοντής. Δεν ήταν υποχρεωμένος να πάει. Έμενε στην Κύπρο. Στεργενάκης Γεώργιος, από τα Πλατάνια. Γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1948. Υπηρετούσε στο 366 Τάγμα Εφεδρείας. Έχει χαθεί στην περιοχή της Ελιάς. Η περιοχή της Ελιάς είναι κοντά στη Μόρφου.
Υπάρχει κάτι που έχει χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη σας και δεν θα το ξεχάσετε ποτέ από εκείνα τα γεγονότα;
Ναι. Οι μάχες. Τις μάχες δεν τις ξεχνάς. Όλες εκείνες τις ημέρες των μαχών δεν τις ξεχνάς με τίποτα. Αυτό που σου είπα, δηλαδή να νιώθεις να πέφτει ο άλλος δίπλα σου και να πρέπει να συνεχίσεις, δεν είναι κάτι που μπορείς εύκολα να περιγράψεις. Είναι συγκλονιστικό. Σε συγκλονίζει. Αυτό το καταλαβαίνει μόνο όταν κάποιος το ζήσει. Δεν το καταλαβαίνει κανένας άλλος.
Αν έπρεπε να περιγράψετε με μία φράση τι σημαίνει για εσάς η Κύπρος, ποια θα ήταν αυτή;
Εμένα η Κύπρος, Βαρβάρα, είναι η ζωή μου. Και όταν λέω «η ζωή μου», εννοώ ότι, εάν δεν υπήρχε το θέμα του πολέμου, το θέμα των στρατιωτών που έχω χάσει κ.λπ., και είχα φύγει από την Κύπρο, είχα σπουδάσει, είχα έρθει και είχα μείνει στη Ρόδο, θα πήγαινα στην Κύπρο σαν τουρίστας. Θα πήγαινα να δω το χωριό μου κ.λπ.
Δεν θα ήμουν πολύ απασχολημένος με την Κύπρο. Μπορεί να μην ασχολούμουν ούτε με συλλόγους ούτε με τίποτα. Όλα αυτά όμως που πέρασα, αυτά που έζησα και οι άνθρωποι που χάθηκαν, με έκαναν να ασχολούμαι πραγματικά.
Πολλές φορές εμείς που ζήσαμε, διότι από τη δική μου ομάδα ζήσαμε έξι άτομα, έχουμε τύψεις που ζήσαμε. Άλλοι χάθηκαν. Η τύχη η δική μου ήταν καλή και έζησα. Η τύχη του διπλανού μου δεν ήταν καλή και έφυγε. Αυτά όλα όμως με έκαναν να ασχολούμαι. Η ζωή μου είναι η Κύπρος. Και μάλιστα, πολλές φορές μπορεί να βάλω και το θέμα της Κύπρου πάνω από την οικογένειά μου, σε κάποια πράγματα.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News