Ελληνοτουρκικά: Η επόμενη μέρα μετά τον ΟΗΕ, οι ανοιχτοί δίαυλοι και οι διαφωνίες που παραμένουν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 95 ΦΟΡΕΣ
Η εβδομάδα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ ολοκληρώνεται χωρίς συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και χωρίς να έχει ανακοινωθεί ημερομηνία για το επόμενο ραντεβού τους.
Οι ομιλίες τους στη Νέα Υόρκη, όμως, έδωσαν καθαρή εικόνα για την επόμενη μέρα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αθήνα και Άγκυρα εξακολουθούν να δηλώνουν ότι θέλουν διάλογο και αποφυγή μιας κρίσης. Την ίδια στιγμή, παραμένουν μακριά ως προς το ποια ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ενώ στο Κυπριακό οι θέσεις τους κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις.
Από το βήμα του ΟΗΕ, ο Έλληνας πρωθυπουργός υπερασπίστηκε την προσπάθεια των τελευταίων τριών ετών να βελτιωθούν οι σχέσεις, να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη και να μείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας. Η λογική της Αθήνας είναι ότι ακόμη και όταν οι διαφωνίες δεν γεφυρώνονται, η απευθείας επικοινωνία μπορεί να αποτρέψει την κλιμάκωση ενός επεισοδίου στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο κ. Μητσοτάκης συνέδεσε, ωστόσο, κάθε ουσιαστική πρόοδο με τον πλήρη σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου και των αρχών καλής γειτονίας.
Η ελληνική θέση για το αντικείμενο μιας πιθανής διαπραγμάτευσης διατυπώθηκε ξανά χωρίς μεταβολή: η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί, κατά την Αθήνα, τη μοναδική μακροχρόνια διαφορά που μπορεί να επιλυθεί με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας. Στην ίδια ομιλία, ο πρωθυπουργός επανέφερε το ζήτημα της απειλής πολέμου, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος όσο νόμιμα δικαιώματα αντιμετωπίζονται με τέτοιες απειλές. Ήταν ένα μήνυμα ότι η Ελλάδα επιδιώκει να συνεχιστεί η συνεννόηση, θέτοντας παράλληλα σαφή όρια στο περιεχόμενό της.
Ο Τούρκος πρόεδρος, στην ομιλία του στις 22 Σεπτεμβρίου, δήλωσε επίσης ότι επιθυμεί την επίλυση των ζητημάτων στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Επανέφερε την πρότασή του για διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου, την οποία παρουσιάζει ως μέσο για την αναζήτηση κοινού εδάφους. Η διατύπωσή του για «ζητήματα» στον πληθυντικό έχει σημασία: η Άγκυρα επιμένει σε ευρύτερη ατζέντα από εκείνη που αναγνωρίζει η Αθήνα. Έτσι, οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν κοινές αναφορές στον διάλογο, αλλά εξακολουθούν να διαφωνούν για το τι ακριβώς θα συζητήσουν.
Η μεγαλύτερη απόσταση καταγράφηκε στο Κυπριακό. Ο κ. Ερντογάν κάλεσε εκ νέου τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει το αποκαλούμενο «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» και να συνάψει μαζί του πολιτικές, διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις. Ζήτησε ακόμη να αναγνωριστούν, όπως είπε, η κυριαρχική ισότητα και το ίσο διεθνές καθεστώς των Τουρκοκυπρίων. Την ίδια θέση επανέλαβε στη συνάντησή του με τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, υποστηρίζοντας ότι πρόταση που δεν τη λαμβάνει υπόψη δεν μπορεί να αποδώσει. Πρόκειται για το σταθερό σημείο αναφοράς της τουρκικής πολιτικής στο Κυπριακό, το οποίο δυσκολεύει την επιστροφή σε συνομιλίες με βάση το υφιστάμενο πλαίσιο του ΟΗΕ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απάντησε από το ίδιο βήμα ότι, 52 χρόνια μετά την τουρκική εισβολή, η συνεχιζόμενη κατοχή μέρους της Κύπρου παραμένει ανοιχτή πληγή. Εξέφρασε την υποστήριξη της Ελλάδας στις προσπάθειες του κ. Γκουτέρες για επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων, με στόχο την επανένωση του νησιού, χωρίς δυνάμεις κατοχής και σύμφωνα με τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το Κυπριακό, συνεπώς, δεν βρέθηκε απλώς δίπλα στα ελληνοτουρκικά κατά τη συζήτηση στον ΟΗΕ. Ανέδειξε πόσο διαφορετικά αντιλαμβάνονται οι δύο κυβερνήσεις την εφαρμογή των αποφάσεων του ίδιου του Οργανισμού.
Οι κινήσεις για νέα επαφή στο Κυπριακό δεν απέδωσαν αυτή την εβδομάδα. Μετά τη συνάντησή του με τον κ. Γκουτέρες, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης δήλωσε ότι ο γενικός γραμματέας εξέταζε το ενδεχόμενο κοινής συνάντησης στη Νέα Υόρκη με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Τουφάν Ερχιουρμάν. Η συνάντηση αυτή τελικά δεν πραγματοποιήθηκε. Σύμφωνα με κυπριακά δημοσιεύματα που επικαλούνται την εξέλιξη των διαβουλεύσεων, δεν υπήρξε συναίνεση από την τουρκοκυπριακή πλευρά. Η προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών παραμένει ενεργή, χωρίς όμως να έχει προκύψει αυτή τη στιγμή συμφωνημένο επόμενο βήμα σε επίπεδο ηγετών.
Στο καθαρά διμερές πεδίο, η απουσία συνάντησης Μητσοτάκη και Ερντογάν στη Νέα Υόρκη δεν αποτέλεσε αιφνιδιασμό. Ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει από τις 17 Σεπτεμβρίου ότι δεν υπήρχε προγραμματισμένο ραντεβού, αφήνοντας τότε ανοιχτό μόνο το ενδεχόμενο να κανονιστεί μία επαφή την τελευταία στιγμή. Ούτε οι υπουργοί Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης και Χακάν Φιντάν, είχαν ανακοινώσει διμερή συνάντηση στο περιθώριο της Συνέλευσης. Αυτό έχει πολιτική σημασία, καθώς οι υψηλού επιπέδου επαφές αποτελούσαν τα προηγούμενα χρόνια τρόπο επιβεβαίωσης της βούλησης των δύο πλευρών να διατηρούν τη διαδικασία σε κίνηση. Δεν σημαίνει, πάντως, ότι έχουν διακοπεί οι υφιστάμενοι δίαυλοι.
Η τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο στην Άγκυρα, κατά την έκτη σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Τότε είχαν επιβεβαιώσει τη συνέχιση του πολιτικού διαλόγου, της λεγόμενης θετικής ατζέντας και των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Ο κ. Μητσοτάκης είχε απευθύνει πρόσκληση στον Τούρκο πρόεδρο για την επόμενη σύνοδο στην Ελλάδα. Ως τις 26 Σεπτεμβρίου, όμως, δεν έχει ανακοινωθεί ημερομηνία γι’ αυτήν ούτε νέα διμερής συνάντηση των δύο υπουργών Εξωτερικών. Η πρόσκληση δείχνει την πρόθεση συνέχισης των επαφών, όχι έναν οριστικοποιημένο προγραμματισμό.
Ο μηχανισμός συνεργασίας εξακολουθεί, στο μεταξύ, να λειτουργεί σε πρακτικό επίπεδο. Στις 24 Σεπτεμβρίου, την ώρα που οι ηγέτες τοποθετούνταν δημόσια από τη Νέα Υόρκη, πραγματοποιήθηκε στη Λέσβο συνάντηση στελεχών της ελληνικής και της τουρκικής ακτοφυλακής. Σύμφωνα με το ελληνικό Λιμενικό, οι αντιπροσωπείες συμφώνησαν να συνεχίσουν τη συνεργασία στη θάλασσα και την ανταλλαγή πληροφοριών για την αντιμετώπιση των δικτύων διακίνησης μεταναστών. Είναι ένα χειροπιαστό παράδειγμα του τι μπορεί να προχωρά ακόμη και όταν οι πολιτικές διαφωνίες μένουν άλυτες. Για τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων, η αποτελεσματικότητα αυτής της επικοινωνίας έχει άμεση καθημερινή σημασία.
Στην Άγκυρα, τον Φεβρουάριο, οι δύο πλευρές είχαν αναφερθεί επίσης στη συνεργασία για το μεταναστευτικό, στο διμερές εμπόριο και στο πρόγραμμα προσωρινής θεώρησης για Τούρκους επισκέπτες σε 12 ελληνικά νησιά. Αυτά τα πεδία δεν λύνουν τη διαφορά για τις θαλάσσιες ζώνες. Δημιουργούν, όμως, τακτικές επαφές ανάμεσα στις υπηρεσίες των δύο κρατών και οφέλη που γίνονται αισθητά στις τοπικές κοινωνίες. Γι’ αυτό η «θετική ατζέντα» παραμένει μέρος της διπλωματικής προσπάθειας, ακόμη και σε περιόδους βαρύτερης ρητορικής. Το ερώτημα είναι κατά πόσο μπορεί να αντέξει εάν εμφανιστεί νέα ένταση στο πεδίο.
Οι πιθανές αφορμές για μια τέτοια ένταση δεν λείπουν. Ο κ. Μητσοτάκης αναγνώρισε πρόσφατα ότι η τουρκική ρητορική έχει επιδεινωθεί τους τελευταίους μήνες. Ερωτηθείς ειδικά για το Καστελλόριζο και την επέκταση των χωρικών υδάτων έως τα 12 ναυτικά μίλια, επανέλαβε ότι πρόκειται για δικαίωμα κατοχυρωμένο από το Διεθνές Δίκαιο, το οποίο η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει όταν το κρίνει κατάλληλο. Αναφέρθηκε ακόμη στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, λέγοντας ότι το έργο θα προχωρήσει και ότι υπάρχουν επαφές με τη γαλλική πλευρά για τις επόμενες κινήσεις. Θαλάσσιες ζώνες, υποδομές και ενεργειακά σχέδια παραμένουν έτσι ζητήματα με πρακτικό βάρος για την επόμενη περίοδο.
Από τουρκικής πλευράς, ο κ. Ερντογάν επιχείρησε μετά την ομιλία του να χαμηλώσει τον τόνο ως προς τη διμερή σχέση. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στη Νέα Υόρκη, είπε ότι η Τουρκία δεν είναι εχθρός της Ελλάδας, αλλά γείτονας και σύμμαχός της στο ΝΑΤΟ. Υπογράμμισε, παράλληλα, ότι προτεραιότητά του είναι όσα η Άγκυρα θεωρεί δικαιώματα και ζητήματα ασφαλείας της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η τοποθέτηση αφήνει χώρο για επικοινωνία, χωρίς να δείχνει υποχώρηση από τις τουρκικές διεκδικήσεις.
Η ευρύτερη περιοχή προσθέτει πίεση στις δύο κυβερνήσεις. Ο Έλληνας πρωθυπουργός συνέδεσε στην ομιλία του τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τους πολέμους στη Μέση Ανατολή. Ο Τούρκος πρόεδρος παρουσίασε, από την πλευρά του, την Τουρκία ως αναγκαίο παράγοντα της ευρωπαϊκής ασφάλειας και έδωσε ιδιαίτερο βάρος στη Γάζα και στη μεταρρύθμιση του ΟΗΕ. Οι δύο χώρες συμμετέχουν στην ίδια συμμαχία και επηρεάζονται από πολλές από τις ίδιες κρίσεις, αλλά επιδιώκουν διαφορετικό ρόλο και διαφορετικές ισορροπίες στην περιοχή.
Το επόμενο διάστημα, η εξέλιξη των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα κριθεί κυρίως στο αν θα οριστεί νέα πολιτική συνάντηση, στο αν θα συνεχίσουν απρόσκοπτα οι επαφές που ήδη αποδίδουν πρακτικά αποτελέσματα και στο πώς θα αντιδράσουν οι δύο πλευρές σε κινήσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Προς το παρόν, οι δηλώσεις στον ΟΗΕ επιβεβαιώνουν ότι καμία πλευρά δεν επιδιώκει να κλείσει την πόρτα του διαλόγου. Επιβεβαιώνουν εξίσου καθαρά ότι ο διάλογος αυτός δεν έχει φέρει τις θέσεις τους πιο κοντά στα δυσκολότερα ζητήματα. Η επόμενη συνάντηση, όταν προγραμματιστεί, θα δείξει αν οι ανοιχτοί δίαυλοι μπορούν να οδηγήσουν πέρα από τη διαχείριση της έντασης.


Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News