Ο Αντώνης Κυζούλης μιλάει για την πορεία του, τη μουσική και τη ζωή του
Ήταν πολλοί οι Ροδίτες που το βράδυ της περασμένης Κυριακής στο Καστέλο αισθάνθηκαν την έκπληξη ακούγοντας τη μουσική του Αντώνη Κυζούλη, τα μελοποιημένα ποιήματα του Καβάφη στα οποία έδωσε άλλη πνοή, άκουσαν Ροδίτες ερμηνευτές να παρουσιάζουν ένα έργο που αν δεν ηχογραφήθηκε, έπρεπε οπωσδήποτε να ηχογραφηθεί, κι αν δεν είναι προγραμματισμένο να παρουσιαστεί και σ΄ άλλες σκηνές ανά την Ελλάδα, πρέπει οπωσδήποτε να το φροντίσουν κάποιοι.
Όσοι δεν ήξεραν θαύμασαν τον συνθέτη, κι οι άλλοι έδωσαν τα συγχαρητήριά τους ακόμα μια φορά σ΄ έναν Ροδίτη που παραμένει στον τόπο του και γράφει υπέροχες μελωδίες.
Παρασκευή απόγευμα, λίγο πριν ξεκινήσει η παράσταση «Πλούτος» του Αριστοφάνη, από το θέατρο Νοτίου Αιγαίου στην οποία έγραψε επίσης τη μουσική, οι άνθρωποι που προσέρχονταν τον χαιρετούσαν, του μίλαγαν για εκείνη τη βραδιά και κάπου εκεί ανάμεσα ξετυλίχθηκε κι αυτή η κουβέντα.
Σας φαντάζομαι ως ένα εσωστρεφές παιδί, χωρίς πολλά λόγια
Εσωστρεφές, αλλά όχι σε βαθμό που να με καθιστά αντικοινωνικό. Ήμουν μοναχοπαίδι, από τον δεύτερο γάμο του πατέρα μου, κι έχω ακόμα δύο αδέλφια που ζουν στο Παρίσι.
Το Παρίσι πώς προέκυψε;
Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Μαρόκο, οι παππούδες πήγαν εκεί μετανάστες. Η γιαγιά μου ήταν Μικρασιάτισσα, η Ελεονόρα. Έζησε τη Μικρασιατική καταστροφή, εκδιώχτηκε μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό της Μικράς Ασίας, επιβιβάστηκε σε μια βάρκα με σπασμένα τα χέρια γιατί τους χτυπούσαν, για να μην πιαστούν. Και βρέθηκε μετά από περιπέτειες στο Μαρόκο. Εκεί γνώρισε τον παππού μου, μετανάστη από την Κάρπαθο. Ο πατέρας μου μέχρι τα 38 του ήταν στο Μαρόκο μετά στο Παρίσι και από το 1973 ήρθε στη Ρόδο όπου και γνωρίστηκε με τη μητέρα μου. Τον έχασα πριν από ένα χρόνο.
Με τη μουσική πότε ασχοληθήκατε;
Από πολύ νεαρή ηλικία. Θυμάμαι ν ακούμε στο σπίτι πολύ και καλή μουσική και μια καθοριστική στιγμή γι αυτό που συνέβη αργότερα ήταν όταν στα πέντε μου χρόνια ο πατέρας μου με φώναξε να κάτσω στο σαλόνι μαζί του και ν ακούσουμε την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν, ολόκληρη.
Σχεδόν μία ώρα;
Κι όμως, όχι μόνο με συντάραξε αυτό που άκουσα, αλλά θυμάμαι αυτή την ώρα σαν να ήταν χθες. Μέχρι τα 16 μου με 17 όμως ήμουν μόνο ένας καλός ακροατής που αγαπούσε την καλή μουσική.
Μαθήματα πιάνου πότε ξεκινήσατε;
Εδώ πήγαμε λίγο ανάποδα κάτι που με χαρακτηρίζει γενικώς. Πολλές φορές ξεκινάω κάτι από το τέλος και φτάνω στην αρχή. Ακόμα και ο Καβάφης που πρόσφατα παρουσιάστηκε στο Καστέλο, οικοδομήθηκε πάνω στο φινάλε. Έτυχε λοιπόν ένα απόγευμα ένας φίλος να ξεχάσει ένα μικρό αρμόνιο στο σπίτι. Θα ήμουν δεκαέξι. Έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια της μουσικής για μένα. Το πιασα στα χέρια μου και άρχισα να το ψάχνω και να προσπαθώ να σχηματίσω μελωδίες. Το ένστικτό μου με οδηγούσε κατευθείαν σε δικές μου μελωδίες.
Δεν μάθατε να παίζετε τις μουσικές άλλων;
Στην πορεία ναι, αλλά εξαρχής έχοντας αυτό το μικρό όργανο μπροστά μου η επιθυμία μου ήταν να σχηματίσω τις δικές μου μελωδικές στιγμές.
Τι θυμάστε από εκείνα τα χρόνια που ανακαλύπτατε αυτό το νέο κόσμο;
Θυμάμαι έναν απείθαρχο μαθητή ωδείου και το πόσο βασάνισα τους καθηγητές μου όπου αντί να πηγαίνω μελετημένος στην διδακτέα ύλη πήγαινα και τους έπαιζα δικές μου συνθέσεις.
Πότε αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι που θέλετε να κάνετε στη ζωή σας;
Βρίσκομαι στην Αθήνα, 19 ετών όπου κάνω προετοιμασία για να φύγω για σπουδές Οικονομικών στην Αγγλία, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται αυτό για μένα. Οπότε ένα βράδυ συνειδητοποιώ, μετά από έντονη εσωτερική πάλη, ξεκαθαρίζω μέσα μου ότι αυτό που πράγματι επιθυμώ να κάνω είναι να γίνω μουσικός.
Έτσι παίρνονται οι μεγάλες αποφάσεις στη ζωή, σε μια στιγμή;
Ναι, αφού προηγηθεί μεγάλη εσωτερική διεργασία. Βάζω μια θεία μου να τηλεφωνήσει στους γονείς μου και το αποτέλεσμα του τηλεφωνήματός της ήταν το επόμενο πρωί αμέσως να καταφθάσει η μητέρα μου όχι για να με αποθαρρύνει, αλλά για να με υποστηρίξει εν τέλει σ΄ αυτή μου την απόφαση. Έχω σταθεί πάρα πολύ τυχερός διότι είχα δύο γονείς εξαιρετικούς, ανοιχτόμυαλους και προοδευτικούς που δεν με εμπόδισαν να κυνηγήσω αυτό που τότε ήταν το όνειρό μου. Το λέω έτσι γιατί τώρα πια δεν έχω όνειρα.
Τι εννοείτε;
Το όνειρο εμπεριέχει και την άγνοια. Τώρα πια προτιμώ να κάνω μόνο σχέδια που προκύπτουν μέσα από τις ανάγκες της ψυχής μου.
Πόσο δύσκολο είναι σ αυτό το τοπίο το ελληνικό ένας συνθέτης να κάνει πράγματα που γίνονται γνωστά και να εξακολουθεί να υπάρχει;
Από τη στιγμή που αποφασίζεις να έχεις αυτόν τον προσανατολισμό ξέρεις ότι ποτέ δεν θα εφησυχάσεις και ίσως ποτέ να μην φτάσεις στο σημείο που ως νέος ονειρεύτηκες. Όμως σε καμία περίπτωση δεν δέχομαι το παράπονο των καλλιτεχνών διότι αν εξετάσουμε το τραγικό παράδειγμα του Μότσαρτ ο οποίος ποτέ δεν αναγνωρίστηκε εν ζωή τότε εμείς οι υπόλοιποι για ποιο πράγμα θα μπορούσαμε να παραπονεθούμε
Γράψατε πολύ μουσική για το θέατρο και συνεχίζετε να γράφετε, έχετε πανελλήνιες διακρίσεις
Στα 23 μου άρχισα να ασχολούμαι επαγγελματικά με τη σύνθεση μουσικής για το θέατρο και συγκεκριμένα τότε με τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη που ανέβασε το Συμιακό Θέατρο. Παράλληλα ξεκινά η συνεργασία μου με τη χορογράφο Έλλη Παρασκευά η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Από κει ξεκινάει μία πορεία όπου ασχολούμαι κατά κύριο λόγο με τη μουσική για το θέατρο, αλλά και με άλλα είδη μουσικής όπως τραγούδι, ορχηστρική μουσική.
Οι διακρίσεις που είχατε σας άνοιξαν δρόμους;
Πέρα από μία πρόσκαιρη δημοσιότητα τίποτα άλλο δεν μου έδωσαν, κι εγώ στην ηλικία εκείνη πλέον δεν είχα αυτό το ζητούμενο.
Επιστρέψατε στη Ρόδο, παραμείνατε στη Ρόδο! Δεν σκεφτήκατε, τότε τουλάχιστον, ότι η Αθήνα ή κάποιο άλλο μέρος θα σας έδινε περισσότερες ευκαιρίες;
Ουσιαστικά δεν έφυγα ποτέ από τη Ρόδο. Επιπλέον ήθελα να δοκιμάσω τα όριά μου στο κατά πόσον μπορώ να εργάζομαι ως συνθέτης παραμένοντας στον τόπο μου.
Γιατί το βάλατε αυτό το στοίχημα; Θα μπορούσε να το θεωρήσει κανείς από την αρχή χαμένο.
Θεωρούσα ότι θα έπρεπε να αντλήσω την όποια μου δύναμη μέσα από την κοινωνία στην οποία ανατράφηκα. Δεν έχω το παραμικρό παράπονο από τον τόπο μου γιατί έχω εισπράξει και αγάπη και εκτίμηση και σεβασμό, κι ήμουν ευγνώμων γι αυτό. Αλλά και να είχα παράπονο δεν θα σας το έλεγα.
Η αγάπη αυτή εκφράστηκε το βράδυ της προηγούμενης Κυριακής στο Καστέλο που το κατέκλυσαν οι Ροδίτες για να παρακολουθήσουν το έργο σας.
Αυτό που λέτε αφενός επιβεβαιώνει αυτό που σας είπα πριν ότι έχω εισπράξει την αγάπη του κόσμου. Όμως θα μου το επιτρέψετε να πω ότι αυτό είναι το ένα από τα τρία συνθετικά της επιτυχίας αυτής της βραδιάς. Τα άλλα δύο είναι το γεγονός ότι συμμετείχαν περισσότεροι από 20 εξαιρετικοί συνεργάτες σ΄ αυτό το εγχείρημα, όλοι Ρόδιοι και το τρίτο και σημαντικότερο η ποίηση του Καβάφη η οποία είναι ανυπέρβλητη.
Γιατί επιλέξατε τον Αλεξανδρινό ποιητή για ένα τόσο σημαντικό έργο για εσάς;
Για την ένταση των συναισθημάτων που αναδύεται μέσα από την ποίησή του την οποία ένταση εγώ προσωπικά την έχω ανάγκη στις μέρες που ζούμε. Η ένταση αυτή που ένιωθα κάθε φορά που ερχόμουν σε επαφή με το έργο σχεδόν αυτόματα με οδηγούσε στο πιάνο όπου προσπαθούσα να την μεταφέρω μουσικά. Ειδικότερα όταν επεξεργαζόμουν μουσικά το «Απολείπει ο Θεός Αντώνιον» ένιωθα ένα συναίσθημα που δεν είχε χρόνο, δεν είχε καταγωγή, δεν είχε προορισμό. Βίωνα μία υπερβατική κατάσταση.
Πόσο σας πήρε για να δημιουργήσετε τις συνθέσεις σας;
Η μελοποίηση των δεκατεσσάρων ποιημάτων που παρουσίασα ολοκληρώθηκε μέσα σε έξι μήνες ίσως επειδή το έργο κυοφορείται πολύ καιρό μέσα μου.. Ήτανε μέρες που έγραφα συνέχεια και ήτανε άλλες που είχα μεγάλες διακοπές ίσως για να κατασταλάξουν μέσα μου οι τελικές φόρμες των τραγουδιών.
Θα έλεγε κανείς ότι εσείς οι καλλιτέχνες και μάλιστα οι συνθέτες δεν ζείτε την τρέχουσα ζωή. Πώς αλλιώς να υπάρχουν τόσες μελωδίες μέσα στο μυαλό σας
Αλίμονο στον καλλιτέχνη που δεν ζει την τρέχουσα ζωή διότι αυτή δίνει τον τόνο των ερεθισμάτων μας. Ο Καβάφης προέκυψε ακριβώς από την ανάγκη που μου υπαγόρευσε η συγκυρία μέσα στην οποία ζούμε όλοι μας και όχι απαραίτητα η οικονομική συγκυρία.
Πείτε μου ένα στίχο του που σας κυνηγούσε όσο γράφατε αυτό το έργο, που σας συντρόφευε;
«Πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο
Και άκουσε με συγκίνηση αλλά όχι με των δειλών τα παρακάλια
Και παράπονα ως τελευταία απόλαυση τους ήχους τα εξαίσια χρώματα του μυστικού θιάσου και αποχαιρέτα την την Αλεξάνδρεια που χάνεις»
Γιατί αυτός;
Γιατί η στιγμή ενός αποχαιρετισμού είναι πάντα συγκλονιστική.
Υπάρχουν και ώρες που είστε πιο ανάλαφρος, πιο χαρούμενος;
Οι περισσότερες. Είμαι από τη φύση μου πειραχτήρι, μ αρέσει να με πειράζουν κι εμένα. ʼλλωστε αυτό που μας κρατά όρθιους σ αυτήν την περιπέτεια της ζωής είναι η αγάπη, η παιδεία και το χιούμορ.