Νίκος Ι. Κωνσταντινίδης: «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια» – Το χρέος της μνήμης σε μια γενιά που αρνήθηκε να λυγίσει

Νίκος Ι. Κωνσταντινίδης: «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια» – Το χρέος της μνήμης σε μια γενιά που αρνήθηκε να λυγίσει

Νίκος Ι. Κωνσταντινίδης: «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια» – Το χρέος της μνήμης σε μια γενιά που αρνήθηκε να λυγίσει

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 172 ΦΟΡΕΣ

Οι άνθρωποι που χάραξαν τη μνήμη τους στον τόπο

Συνέντευξη στη Στέλλα Παπασάββα

stellapapasav@gmail.com

Υπάρχουν τόποι που θυμούνται. Και υπάρχουν άνθρωποι που, αν δεν μιλήσουν, κινδυνεύουν οι τόποι να ξεχάσουν.

Η Ρόδος και τα Δωδεκάνησα κουβαλούν στις πέτρες, στα παλιά σπίτια, στα σοκάκια και στις οικογενειακές ιστορίες τους μια ολόκληρη εποχή που πέρασε μέσα από την κατοχή, τον πόλεμο, τη φτώχεια, την προσμονή της ελευθερίας και, τελικά, την ενσωμάτωση με την Ελλάδα. Μια εποχή που δεν τελειώνει στις ημερομηνίες των ιστορικών βιβλίων, γιατί συνεχίζει να ζει στις μνήμες των ανθρώπων που την έζησαν και στις ζωές εκείνων που γεννήθηκαν λίγο αργότερα, πάνω στις δικές της θυσίες.

Αυτή τη μνήμη επιχειρεί να διασώσει ο Νίκος Ι. Κωνσταντινίδης στη «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια». Όχι ως μια ψυχρή παράθεση γεγονότων, αλλά ως ένα ταξίδι στις ζωές μιας γενιάς που έμαθε να επιβιώνει χωρίς να παραιτείται από την αξιοπρέπεια, να αντιστέκεται χωρίς πάντα να κρατά όπλα και να κρατά ζωντανή την ταυτότητά της ακόμη και όταν όλα γύρω της έμοιαζαν να την απειλούν. Η επιλογή της λέξης «Οδύσσεια» δεν είναι τυχαία. Πίσω από αυτήν βρίσκεται μια διαδρομή γεμάτη απώλειες, στερήσεις, ξενιτιά, αγωνίες και προσδοκίες, με μια δική της Ιθάκη στο βάθος: την ελευθερία και την επιστροφή στην πατρίδα της ψυχής.

Κι όμως, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της αφήγησης είναι ότι η Ιστορία εδώ δεν έχει μόνο τα μεγάλα ονόματα και τα μεγάλα γεγονότα. Έχει τα παιδιά που αρνήθηκαν να φορέσουν το μαύρο πουκάμισο του φασισμού, τους ανθρώπους που κράτησαν κρυφά ζωντανή την ελληνική γλώσσα, τις οικογένειες που μοιράστηκαν το τελευταίο τους ψωμί, εκείνους που έφυγαν στη ξενιτιά για να μπορέσουν οι δικοί τους να σταθούν όρθιοι. Έχει τα Μαράσια, τα χωριά, τα σπίτια, τις αυλές, τα σχολεία και τα πρόσωπα που σήμερα μπορεί να μην υπάρχουν πια, αλλά εξακολουθούν να αποτελούν τη βαθύτερη ρίζα του τόπου.

Στη συνομιλία που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά για όλα αυτά, αλλά στην πραγματικότητα μιλά και για κάτι ακόμη πιο δύσκολο: για το χρέος απέναντι στη μνήμη. Για το πώς η προσωπική ανάμνηση συναντά το αρχείο και την ιστορική έρευνα. Για το πώς η λογοτεχνία μπορεί να δώσει φωνή σε ανθρώπους που δεν γράφτηκαν ποτέ στα επίσημα βιβλία της Ιστορίας. Και για το πώς ένας άνθρωπος που γεννήθηκε στη Ρόδο το 1960 ανακαλύπτει, μέσα από την έρευνά του, ότι η δική του ζωή είναι χτισμένη πάνω στις θυσίες μιας γενιάς που έζησε πριν από αυτόν.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το βαθύτερο νόημα της «Δωδεκανησιακής Οδύσσειας»: όχι απλώς να θυμηθούμε τι συνέβη, αλλά να καταλάβουμε ποιοι είμαστε επειδή κάποιοι άλλοι, πριν από εμάς, αρνήθηκαν να λυγίσουν.

Γιατί η μνήμη δεν είναι μόνο παρελθόν. Είναι ευθύνη.
Και κάποιες φωνές, αν σωπάσουν, χάνονται μαζί τους ολόκληρες εποχές.

Μια βαθιά, αποκαλυπτική συνομιλία με τον συγγραφέα Νίκο Ι. Κωνσταντινίδη, με αφορμή το εμβληματικό έργο «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια», ένα οδοιπορικό τιμής, αξιοπρέπειας και αντίστασης στη σιωπή των αιώνων.

Γιατί επιλέξατε ως χρονικό όριο το 1922-1960; Τι είναι αυτό που ξεκινά το 1922 και ολοκληρώνεται ουσιαστικά το 1960;

Επέλεξα το χρονικό διάστημα 1922-1960, γιατί μέσα σε αυτά τα τριάντα οκτώ χρόνια συμπυκνώνεται μια ολόκληρη εποχή δοκιμασιών, αγώνων, προσδοκιών και βαθιών αλλαγών για τον Δωδεκανησιακό Ελληνισμό.

Το 1922, με τη Μικρασιατική Καταστροφή, σηματοδοτεί την αρχή μιας περιόδου κατά την οποία ο Ελληνισμός της ευρύτερης περιοχής δοκιμάζεται σκληρά, ενώ τα Δωδεκάνησα εξακολουθούν να βρίσκονται υπό ιταλική κυριαρχία. Είναι η εποχή που οι άνθρωποι καλούνται να διαφυλάξουν την ελληνική τους ταυτότητα, τη γλώσσα, την πίστη, τις παραδόσεις και την ιστορική τους μνήμη, μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικών ανακατατάξεων, πολέμου, κατοχής και στερήσεων. Στα χρόνια που ακολουθούν, μια ολόκληρη γενιά Δωδεκανησίων βιώνει την αγωνία της επιβίωσης, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τις σκληρές συνθήκες της Κατοχής, τις θυσίες και τις ελπίδες της απελευθέρωσης.

Η 7η Μαρτίου 1948, ημέρα της επίσημης ενσωμάτωσης των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, αποτελεί αναμφίβολα έναν ιστορικό σταθμό, όχι όμως και το τέλος της διαδρομής. Ακολουθεί ο αγώνας της προσαρμογής στη νέα πραγματικότητα, της ανασυγκρότησης και της αναζήτησης μιας καλύτερης ζωής.

Το 1960 επιλέγεται ως το καταληκτικό όριο, επειδή τότε έχει πλέον ολοκληρωθεί ένας σημαντικός κύκλος ιστορικών και κοινωνικών μεταβολών. Η γενιά που έζησε την ξένη κυριαρχία, τον πόλεμο, τις στερήσεις και την πολυπόθητη ενσωμάτωση έχει διαμορφώσει τη νέα της πορεία μέσα στην ελληνική πολιτεία. Οι άνθρωποι αρχίζουν να αφήνουν πίσω τους έναν κόσμο που γνώρισαν οι πρόγονοί τους και να ανοίγονται σε διαφορετικές προοπτικές, χωρίς να παύουν να κουβαλούν τις μνήμες και τα βιώματά τους.

Η «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια» δεν είναι, επομένως, μόνο η καταγραφή ιστορικών γεγονότων. Είναι το χρονικό μιας γενιάς ανθρώπων που πάλεψαν να κρατήσουν ζωντανή την ταυτότητά τους και να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους.

Το 1922 και το 1960 αποτελούν τα δύο άκρα μιας διαδρομής γεμάτης πόνο, αγώνα, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Μιας διαδρομής που αξίζει να διασωθεί, γιατί μέσα από την ιστορία αυτής της γενιάς αναγνωρίζουμε τις ρίζες, τις αξίες και την ψυχή της ίδιας της Δωδεκανήσου.

Γιατί επιλέξατε τη λέξη «Οδύσσεια» στον τίτλο; Τι ήταν αυτό που έκανε τη διαδρομή αυτής της γενιάς να μοιάζει στα μάτια σας με ένα οδυσσειακό ταξίδι;

Επέλεξα τη λέξη «Οδύσσεια», γιατί η πορεία αυτής της γενιάς ήταν ένα μακρύ και δύσκολο ταξίδι γεμάτο δοκιμασίες, απώλειες, αγώνες, αλλά και ελπίδα. Όπως ο Οδυσσέας πάλεψε να επιστρέψει στην Ιθάκη του, έτσι και οι Δωδεκανήσιοι, περισσότερο από έξι αιώνες, αγωνίστηκαν να διαφυλάξουν την ταυτότητά τους, να αντέξουν τις κακουχίες του πολέμου και της Κατοχής και να φτάσουν στην πολυπόθητη ελευθερία και την ενσωμάτωση στην Ελλάδα.

Η δική τους Ιθάκη ήταν μια πατρίδα ελεύθερη, όπου θα μπορούσαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια και να προσφέρουν ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά τους. Η «Οδύσσεια» αυτής της γενιάς δεν μετριέται μόνο σε χρόνια και ιστορικά γεγονότα, αλλά κυρίως σε ανθρώπινες αντοχές, θυσίες και όνειρα. Αυτό το ταξίδι θέλησα να κρατήσω ζωντανό μέσα από το βιβλίο μου.

Ποιο ήταν το υλικό που σας οδήγησε τη συγγραφή του βιβλίου; Προφορικές μαρτυρίες, οικογενειακά αρχεία, προσωπικές αναμνήσεις, ιστορικές πηγές;

Το υλικό που με οδήγησε τη συγγραφή του βιβλίου προήλθε από τη συνάντηση της επίσημης Ιστορίας με την προσωπική και οικογενειακή μνήμη. Μελέτησα ιστορικές μελέτες, αρχειακά έγγραφα, εφημερίδες της εποχής, φωτογραφίες και οικογενειακά κειμήλια.

Παράλληλα, συγκέντρωσα και μαγνητοφώνησα προφορικές μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και διαφύλαξαν τις εμπειρίες τους. Ιδιαίτερη θέση έχουν οι αφηγήσεις των δικών μου ανθρώπων, της γενιάς του Αετού και της Πρωτομάισσας, που μου κληροδότησαν όχι μόνο μνήμες, αλλά και αξίες.

Μέσα από αυτές τις μαρτυρίες επιδίωξα να δώσω φωνή στους απλούς ανθρώπους, στους αφανείς πρωταγωνιστές της Ιστορίας, που συχνά απουσιάζουν από τα επίσημα βιβλία. Γιατί η Ιστορία δεν βρίσκεται μόνο στα αρχεία και στις ημερομηνίες· βρίσκεται και στις ζωές των ανθρώπων, στις θυσίες, στις στερήσεις και στις μικρές καθημερινές πράξεις που διαμόρφωσαν τον τόπο μας.

Πόσο από όσα περιγράφετε προέρχεται από πραγματικές μαρτυρίες ανθρώπων και πόσο έχει περάσει μέσα από τη δική σας συγγραφική επεξεργασία;

Η λογοτεχνία δεν ζυγίζεται με ζυγαριές ούτε μετριέται με ποσοστά. Αν κάναμε στατιστική, θα προδίδαμε την ίδια την ψυχή της τέχνης.

Ό,τι βρίσκεται σε τούτο το βιβλίο πατάει πάνω σε αληθινά θεμέλια.

Από τη μια είναι η ίδια η ζωή, όπως σώζεται στις μαρτυρίες των ανθρώπων, στα κιτρινισμένα χαρτιά, στα αρχεία και στις φωνές εκείνων που έζησαν τη θύελλα της εποχής.

Ξεφυλλίζοντας τις τελευταίες σελίδες του έργου, θα βρει κανείς έναν ολόκληρο χάρτη από πηγές: επίσημα έγγραφα, παλιό ιστορικό τύπο όπως η «Ροδιακή», προσωπικά ηχητικά αρχεία, ελληνικές και ξένες μαρτυρίες που κρατούν ζωντανή την ιστορική αλήθεια του τόπου μας.

Από την άλλη, όμως, υπάρχει ο δαίμονας της γραφής. Ο συγγραφέας δεν είναι στεγνός χρονικογράφος. Δεν καταγράφει απλώς τα γεγονότα· τα περνάει μέσα από το φίλτρο της καρδιάς, της μνήμης και του συναισθήματος. Εκείνος ο εσωτερικός δαίμονας παίρνει μια σιωπή, ένα βλέμμα, ένα δάκρυ και τα κάνει λογοτεχνία. Η αλήθεια εδώ δεν βρίσκεται στους αριθμούς, αλλά στο ρίγος που αφήνει πίσω της η αφήγηση.

Η Μαρία και ο Γιάννης είναι δύο κεντρικά πρόσωπα. Γιατί επιλέξατε ακριβώς αυτούς τους δύο για να αφηγηθείτε την ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς;

Ακριβώς έτσι. Εκείνος πήδηξε από το παράθυρο της Αστικής Σχολής στα επτά του χρόνια, για να μην φορέσει το μαύρο πουκάμισο του φασισμού, είναι η πιο καθαρή πράξη ελευθερίας που μπορεί να γεννήσει μια παιδική ψυχή. Προτίμησε να σπάσει τα κόκαλά του πέφτοντας στο χώμα παρά να υποδουλώσει το πνεύμα του. Έμεινε αγγράμματος στα χαρτιά, μα πήρε το πιο σπουδαίο πτυχίο στη λεβεντιά. Και μετά, εκείνα τα χρόνια της κατοχής, να ανακατεύεται με τις σπείρες των παιδιών της πόλης, κουβαλώντας κρυφά τη δική του μικρή, ανυπότακτη αντίσταση.

Και από την άλλη πλευρά, η Μαρία στα Μάσαρη, δίπλα στο πολεμικό αεροδρόμιο της Καλάθου. Εκεί, η ύπαιθρος δεν ήταν απλώς ένα τοπίο· ήταν ένα θέατρο πολέμου και καρτερίας. Ένας κόσμος που ζούσε κάτω από τη σκιά των αεροπλάνων και των βομβαρδισμών, ανάμεσα στα χωράφια, το λιομάζωμα και τον αδιάκοπο φόβο.

Δύο διαφορετικοί κόσμοι, της πόλης και της υπαίθρου, που ενώθηκαν από τη μοίρα και την ανάγκη να επιζήσουν. Μέσα από αυτούς τους δύο ανθρώπους, δεν αφηγούμαι απλώς μια οικογενειακή ιστορία.

Σκύβω πάνω σε τούτη την καταραμένη και ευλογημένη γενιά του ’30, που αναγκάστηκε να μεγαλώσει μέσα στη θύελλα, να πολεμήσει το σκοτάδι με τα χέρια της και να αφήσει στους επόμενους την παρακαταθήκη μιας ασυμβίβαστης αξιοπρέπειας.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη μαρτυρία που συναντήσατε κατά την έρευνά σας και σας έκανε να δείτε διαφορετικά την περίοδο που περιγράφετε;

Η μεγαλύτερη δυσκολία δεν ήταν να βρω τι έγινε, αλλά να κάνω τις παιδικές μου μνήμες να ταιριάζουν με την αμείλικτη αλήθεια των εγγράφων.

Ξέρετε, όταν μεγαλώνεις με τις διηγήσεις των δικών σου, τις κρατάς μέσα σου σαν θρύλους. Όταν όμως σκύβεις πάνω στις πηγές, τα βιβλία και από τα παλιά ΦΕΚ και τα διατάγματα της ιταλικής διοίκησης μέχρι τις εφημερίδες της εποχής και τα αρχεία των δικών μας ανθρώπων, συνειδητοποιείς πως πρέπει να αποδείξεις κάτι που το ένιωθες μόνο σαν αίσθημα.

Η πιο δύσκολη στιγμή ήταν να δέσω τα κομμάτια εκείνα που έμοιαζαν ασύνδετα. Να επιβεβαιώσω, για παράδειγμα, πώς μια παιδική πράξη αντίστασης, όπως εκείνο το παιδί που πήδηξε από το παράθυρο της Αστικής Σχολής για να μη φορεθεί το φασιστικό μαύρο πουκάμισο, συνδέεται με τα πραγματικά διατάγματα της εποχής περί κατάργησης των ελληνικών σχολείων.

Έπρεπε να ψάξω τα πάντα: από τα δελτία συσσιτίου της ιταλικής Annona και τις διαταγές της DICAT για τα αντιαεροπορικά στη Μεσαιωνική Πόλη, μέχρι τις μαρτυρίες στο ηχητικό αρχείο και τις μονογραφίες για την κατοχή. Δεν ήταν μια απλή έρευνα στα χαρτιά· ήταν μια αγωνία να μην προδώσω την αλήθεια κανενός. Να βεβαιωθώ πως η παιδική μου μνήμη δεν είχε προσθέσει ούτε μια λέξη παραπάνω από εκείνο που άντεξαν να ζήσουν οι άνθρωποι που μας γέννησαν.

Μιλάτε για «κρυφό σχολειό της ελληνικής γλώσσας κάτω από την ιταλική σκουριά». Τι ακριβώς συνέβαινε με τη γλώσσα και την ελληνική παιδεία στα Δωδεκάνησα εκείνη την περίοδο;

Η γλώσσα εκείνα τα χρόνια ήταν το τελευταίο οχυρό της ψυχής μας, η κρυφή φλόγα που αρνιόταν να σβήσει κάτω από την μπότα της ιταλικής κατοχής. Όταν η ιταλική διοίκηση, ιδιαίτερα επί Ντε Βέκι, αποφάσισε να καταργήσει τα ελληνικά σχολεία, να επιβάλει την ιταλική γλώσσα ως υποχρεωτική και να εξαφανίσει κάθε ίχνος της ελληνικής παιδείας, ο λαός βρήκε τον τρόπο να αντισταθεί.

Το «κρυφό σχολειό» δεν ήταν πια μόνο θρύλος της Τουρκοκρατίας, αλλά μια ζωντανή, καθημερινή πραγματικότητα στα υπόγεια, στις αυλές και στα κατώγια των σπιτιών. Οι δάσκαλοι, με κίνδυνο της ζωής τους, και οι γονείς που έκρυβαν στα σπίτια τους φθαρμένα ελληνικά αλφαβητάρια, έγιναν οι φύλακες αυτής της ιερής συνέχειας. Μαθαίνανε τα ελληνικά στα κρυφά, σαν να ήταν παράνομο εμπόρευμα, ενώ το φως της ημέρας απαιτούσε να μιλάς τη γλώσσα του δυνάστη. Κι όμως, αυτή η επιμονή στη λέξη, στο αλφάβητο, στην παράδοση, στην θρησκεία, ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση μιας γενιάς που δεν δέχτηκε ποτέ να της αλλάξουν την ψυχή.

Πώς βίωσαν οι απλοί Δωδεκανήσιοι τη μετάβαση από την ιταλική κατοχή στην ελληνική διοίκηση; Υπήρξε πραγματικά η αίσθηση ότι από τη μία μέρα στην άλλη ξεκινούσε μια νέα εποχή;

Η ιστορία μπορεί να γράφει στις σελίδες της για ημερομηνίες, πρωτόκολλα και επίσημες παραδόσεις, μα η ψυχή του κόσμου δεν αλλάζει με μια υπογραφή στο χαρτί.

Η μετάβαση από την ιταλική σκλαβιά στην ελληνική λευτεριά δεν ήρθε σαν κεραυνός που έδιωξε το σκοτάδι από τη μια μέρα στην άλλη. Ήρθε αργά, ποτισμένη με την αγωνία και τη φτώχεια μιας εποχής που συνέχιζε να κουβαλάει τα τραύματά της.

Από τη μια, υπήρχε εκείνο το ασύλληπτο ρίγος της 7ης Μαρτίου του 1948, η στιγμή που η ελληνική σημαία υψώθηκε περήφανα στα νησιά και τα δάκρυα των ανθρώπων έπνιξαν τις πλατείες. Ο κόσμος ένιωσε πως λυτρώθηκε από έναν αιώνα αλλοτρίωσης, πως επιτέλους ακούμπησε στο φυσικό του λιμάνι. Από την άλλη όμως, η καθημερινότητα δεν άλλαξε μεμιάς. Τα δελτία συσσιτίου μπορεί να έφυγαν, μα η πείνα, η ανεργία, τα ρημαγμένα σπίτια και η αγωνία του αύριο έμειναν εκεί, ολοφάνερα στα σκασμένα χέρια των ανθρώπων.

Οι γονείς μας δεν πέρασαν ξαφνικά σε έναν παράδεισο αφθονίας. Συνέχισαν να παλεύουν με το ίδιο πείσμα, κουβαλητές μιας ελπίδας που είχε πια όνομα και πατρίδα, αλλά χρειαζόταν πολύ κόπο για να ανθίσει πάνω στα συντρίμμια.

Η ξενιτιά εμφανίζεται ως βασικό στοιχείο της ζωής αυτής της γενιάς. Τι έψαχναν οι άνθρωποι φεύγοντας από τα νησιά και τι κουβαλούσαν μαζί τους όταν επέστρεφαν;

Η ξενιτιά για τούτο το νησί, στάθηκε η μοιραία συνέχεια της επιβίωσης. Όταν η γη σου δεν αρκεί πια για να θρέψεις τα παιδιά σου, παίρνεις τον δρόμο για αλλού. Και τι ειρωνεία αληθινή, πικρή όσο λίγες... Ο πατέρας μου, όπως και τόσοι άλλοι Δωδεκανήσιοι, βρέθηκαν να δουλεύουν στα εργοστάσια της Γερμανίας. Στα ίδια ακριβώς εργοστάσια που λίγα χρόνια πριν έφτιαχναν τα όπλα, τα οχήματα και τις σφαίρες του γερμανικού στρατού για να ρημάξουν την Ελλάδα. Πήγαν εκεί, όχι για εκδίκηση ούτε από λήθη, αλλά για το μεροκάματο. Ένα μεροκάματο ασύγκριτα μεγαλύτερο, που ήταν η μόνη ελπίδα για να ορθοποδήσουν, να χτίσουν ένα κεραμίδι, να στείλουν ένα έμβασμα πίσω στην πατρίδα. Έγδερναν τα χέρια τους στις ίδιες μηχανές που κάποτε απειλούσαν το σπίτι τους, για να μπορέσει η πατρίδα να σταθεί στα πόδια της. Κι αν το σκεφτείτε καλά, τι άλλο κάνουν και σήμερα οι νέοι μας; Φεύγουν ξανά, με τα ίδια ακριβώς βήματα, αναζητώντας αλλού το αύριο που αργεί να ξημερώσει στον τόπο τους.

Η ξενιτιά αλλάζει πρόσωπα και εποχές, μα ο καημός της παραμένει ο ίδιος: φεύγεις με άδεια χέρια και μια βαλίτσα γεμάτη βαριά νοσταλγία, κι αν ποτέ επιστρέψεις, κουβαλάς πάνω σου την κούραση ενός κόσμου που δεν σε χόρτασε ποτέ.

Πόσο διαφορετική ήταν η Ρόδος που βρήκε η ενσωμάτωση του 1948 από τη Ρόδο που γνωρίζουμε σήμερα; Ποια στοιχεία εκείνης της κοινωνίας έχουν εξαφανιστεί εντελώς;

Η αλήθεια είναι σκληρή όταν κοιτάς τον χάρτη του χθες και τον βάζεις δίπλα στο σήμερα. Η Ρόδος του 1948, εκείνη που βγήκε λαβωμένη, πεινασμένη και ματωμένη μέσα από τα συντρίμμια της κατοχής και αντίκρισε την ενσωμάτωση, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη σημερινή κοσμοπολίτισσα του τουρισμού και της αφθονίας. Τότε, η πόλη και τα χωριά μύριζαν φτώχεια, ασβέστη και καπνό. Ήταν ένας τόπος όπου οι άνθρωποι μετρούσαν το ψωμί με το γραμμάτιο και τη μέρα με τον ιδρώτα. Τα σοκάκια είχαν τη σιωπή και τη βαριά ατμόσφαιρα ενός λαού που προσπαθούσε να μαζέψει τα κομμάτια του.

Αυτό που έχει χαθεί ολοκληρωτικά σήμερα,–κι αυτό είναι που πονάει περισσότερο, είναι η αίσθηση της κοινότητας. Εκείνη η βαθιά, αδιάρρηκτη αλληλεγγύη όπου η πόρτα ήταν ανοιχτή, το πιάτο του φαγητού μοιραζόταν με τον γείτονα και η έγνοια για τον διπλανό ήταν αυτονόητη.

Σήμερα χτίσαμε τσιμέντα παντού, γεμίσαμε τα πάντα με φώτα και ανέσεις, μα χάσαμε εκείνη την ψυχική ζεστασιά. Έχουν εξαφανιστεί οι γειτονιές όπου η ζωή παιζόταν στο χώμα, οι άνθρωποι που ήξεραν να κοιτάζονται στα μάτια χωρίς δεύτερες σκέψεις και η αρχοντιά της ψυχής που δεν χρειαζόταν πλούτη για να σταθεί όρθια. Και μένουν βέβαια τα κτίρια... Τα εμβληματικά κτίρια που κτίστηκαν με την επιμονή εκείνων που είχαν άλλες βλέψεις και προσδοκίες για τον τόπο.

Η πόλη απλώθηκε, καταπίνοντας τα περιβόλια, και το φυσικό τοπίο χάθηκε. Μέσα σε αυτή την αλλαγή, είναι μεγάλη πληγή και η εγκατάλειψη του αρχαιότερου και ιστορικότερου πάρκου του Ροδινιού, ενός τόπου που άλλοτε ανάσανε η ψυχή του νησιού κι αφέθηκε στη σιωπή της φθοράς.

Η Ρόδος άλλαξε πρόσωπο, φόρεσε τα καλά της για τους ξένους, μα στην πορεία ξέχασε πολλά από τα παλιά της δάκρυα, κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η δική μας σιωπηλή απώλεια.

Τι ρόλο έπαιξε η ανοικοδόμηση στη διαμόρφωση της μεταπολεμικής Ρόδου; Ήταν μόνο οικονομική ανάγκη ή δημιούργησε και μια νέα κοινωνική πραγματικότητα;

Τα Μαράσια... Αρκεί να ακούσεις αυτή τη λέξη και αμέσως ανοίγουν οι πόρτες της παλιάς, λαϊκής Ρόδου. Οι συνοικίες αυτές, που απλώνονταν έξω από τα τείχη της Μεσαιωνικής Πόλης, στάθηκαν η ίδια η καρδιά της ζωής, η ζωντανή γειτονιά όπου χτυπούσε ο σφυγμός των ανθρώπων του μόχθου.

Εκεί, στα Μαράσια, στα χρόνια της σκλαβιάς και της φτώχειας, η ζωή είχε άλλη γεύση. Ήταν τα σπίτια με τις αυλές και τις κληματαριές, οι γείτονες που δεν είχαν ανάγκη κλειδιά στις πόρτες, τα στενά δρομάκια όπου τα παιδιά έπαιζαν ξυπόλυτα στο χώμα.

Εκεί μεγάλωσαν οι άνθρωποι της γενιάς μας, κουβαλώντας την αλληλεγγύη σαν δεύτερο πετσί τους. Όταν ο πατέρας μου και οι άλλοι γείτονες έβγαιναν στα σοκάκια, δεν υπήρχε «εγώ»· υπήρχε μόνο το «εμείς». Μια κοινότητα δεμένη με το αλάτι της θάλασσας, τον ιδρώτα του μεροκάματου και την ακατάβλητη επιθυμία να μείνουν όρθιοι.

Τα Μαράσια ήταν το καταφύγιο, το ασφαλές λιμάνι όπου ο καθένας έβρισκε έναν καφέ, μια καλή κουβέντα και ένα χέρι απλωμένο στα δύσκολα.

Σήμερα, βέβαια, οι πολυκατοικίες και η άσφαλτος σκέπασαν τα παλιά χώματα, μα αν κλείσεις για λίγο τα μάτια, ακόμα ακούς τα βήματα εκείνων των ανθρώπων στα σοκάκια. Γιατί τα Μαράσια έγιναν μνήμη, έγιναν ρίζα βαθιά, από εκείνες που δεν ξεριζώνονται με τίποτα.

Ο σεισμός του 1957 ήταν ένα κομβικό γεγονός. Τον αντιμετωπίζετε στο βιβλίο μόνο ως φυσική καταστροφή ή και ως σημείο καμπής για τη Ρόδο;

Ο σεισμός του 1957 υπήρξε μια βαριά τομή για τη Ρόδο, σημαδεύοντας την κοινωνία και την καθημερινότητα των ανθρώπων.

Σε αντίθεση με άλλες περιοχές όπου μια τέτοια καταστροφή λειτούργησε απελευθερωτικά, όπως έλεγαν τότε για τη Σαντορίνη πως «ο σεισμός ήταν σωσμός», εδώ η Ρόδος έμεινε πληγωμένη, ζώντας ανάμεσα στα χαλάσματα για πολλά χρόνια.

Τα σπίτια της εποχής, χτισμένα από πλιθιές, κατέρρευσαν ή ράγισαν επικίνδυνα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ξεπηδούν οι συγκλονιστικές ιστορίες φτωχών οικογενειών που αναγκάστηκαν να κατοικήσουν σε αυτά τα ερείπια. Έβρισκαν φτηνό ενοίκιο σε σπίτια με βαθιές ρωγμές, ζώντας κάτω από συνεχή φόβο σε χώρους που σήμερα θα ήταν εντελώς αδιανόητο να φιλοξενήσουν ανθρώπους.

Αυτή η δοκιμασία αποκάλυψε την ωμή φτώχεια της μεταπολεμικής περιόδου, δείχνοντας πώς η επιβίωση ανάγκαζε τους ανθρώπους να συμβιβάζονται με τον κίνδυνο στα ραγισμένα τους κατώγια.

Στο βιβλίο σας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η αξιοπρέπεια των ανθρώπων μέσα στη φτώχεια. Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη ιστορία που σας έκανε να καταλάβετε τι σημαίνει αυτό στην πράξη;

Για να καταλάβει κανείς τι σήμαινε αξιοπρέπεια τότε, αρκεί να φανταστεί μια εποχή όπου η πείνα είχε γίνει θεριό και ο καθένας πάλευε να σώσει το τομάρι του.

Μέσα σε αυτό το σκοτάδι, έγινε κάτι που δείχνει το πραγματικό μέγεθος εκείνων των ανθρώπων. Ένας παλιός γνωστός, λυγισμένος από την απόλυτη εξαθλίωση και βλέποντας τα παιδιά του να πεινούν μέρες, πλησίασε τον παππού μου, τον καπετάν Νικόλα, προσφέροντάς του τα κλειδιά του πατρικού του σπιτιού για λίγο αλεύρι. Στη μέση μιας πόλης όπου οι μαυραγορίτες θησαύριζαν ξεπουλώντας τα πάντα, ο παππούς μου αρνήθηκε να πάρει το σπίτι του φίλου του. Αντίθετα, άνοιξε το σακούλι με το ελάχιστο κριθάρι που του είχαν φέρει κρυφά από ένα γειτονικό χωριό, το μοίρασε στα δύο και του το έδωσε.

«Κράτα το κεφάλι ψηλά», του είπε. «Αν χάσουμε τους τοίχους μας, δεν θα έχουμε πού να ακουμπήσουμε όταν έρθει η λευτεριά».

Αυτή είναι η αξιοπρέπεια στην πράξη: να μην ανέβεις ποτέ πάνω στον πόνο του διπλανού σου, να μοιράζεσαι το τελευταίο σου ψίχουλο και να θυμάσαι πως η ψυχή ενός ανθρώπου αξίζει περισσότερο από κάθε περιουσία. Μια αρχοντιά, ποτισμένη με το καθαρό μέτωπο και τη σιωπηλή αλληλεγγύη, που κρατήθηκε ζωντανή ακόμα κι όταν τα ρούχα είχαν μπαλώματα.

Αυτή η εσωτερική φωτιά, μαζί με το σπάνιο χαμόγελο και την αισιοδοξία στα πρόσωπά τους, τους έδινε τη δύναμη να κάνουν διπλές και τριπλές σκληρές δουλειές από το πρωί ως το βράδυ, με έναν και μοναδικό σκοπό: να δουν τα παιδιά τους να μορφώνονται, να στέκουν στα πόδια τους και να βγαίνουν στο φως. Είναι η πιο βαριά και αληθινή παρακαταθήκη που μας άφησαν.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο στερεότυπο που έχουμε σήμερα για τους ανθρώπους των Δωδεκανήσων εκείνης της περιόδου και το οποίο το βιβλίο σας έρχεται να ανατρέψει;

Το μεγαλύτερο στερεότυπο που κυριαρχεί σήμερα είναι η εικόνα των νησιωτών ως παθητικών δεκτών της ιστορίας, σαν να ζούσαν σε έναν ειδυλλιακό, απομονωμένο παράδεισο όπου οι ξένες κυριαρχίες, οι πόλεμοι και οι αλλαγές περνούσαν από πάνω τους χωρίς να αφήσουν βαθιά σημάδια, και όπου οι άνθρωποι περίμεναν μοιρολατρικά τη σωτηρία είτε από τους κατακτητές είτε από την εκάστοτε κεντρική εξουσία.

Το βιβλίο έρχεται να ανατρέψει αυτή την πλαστή εικόνα με απόλυτη ειλικρίνεια και ακρίβεια, δείχνοντας την ωμή και σκληρή πραγματικότητα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν γραφικές φιγούρες σε ένα τουριστικό σκηνικό, ούτε περίμεναν μοιρολατρικά τη μοίρα τους.

Ήταν ενεργοί πρωταγωνιστές μιας καθημερινής, αμείλικτης πάλης για την επιβίωση και την ελευθερία. Από τα παιδιά που πήδαγαν από τα παράθυρα των σχολείων για να αρνηθούν τη φασιστική υποδούλωση, μέχρι τους ανθρώπους που κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα στα υπόγεια και τους γονείς που έλιωσαν στις δουλειές με «καθαρό μέτωπο», η αλήθεια που αποκαλύπτεται είναι εντελώς διαφορετική.

Ήταν μια γενιά με βαθιά πολιτική συνείδηση, ασυμβίβαστη αξιοπρέπεια και ανυπότακτη ψυχή, που πλήρωσε το τίμημα της ιστορίας στο ακέραιο, χωρίς να χάσει ποτέ την ανθρωπιά της.

Γράφετε για ανθρώπους που «χάραξαν τη μνήμη τους πάνω στον ίδιο τον τόπο». Πώς χαράσσεται, κατά τη γνώμη σας, η μνήμη ενός ανθρώπου πάνω σε έναν τόπο;

Η μνήμη ενός τόπου δεν χαράσσεται σε πέτρες, αλλά στις ψυχές εκείνων που στάθηκαν όρθιες στις φουρτούνες. Χαράσσεται σε ονόματα σύμβολα που έγιναν ρίζες αδιάσπαστες: στους αγωνιστές όπως ο Βρούχος, ο Κωσταρίδης, ο Παντελίδης, ο Καλαφάτης και ο Παπα-Νικόλας, παλαιότερα η Ανθούλα Ζερβού, στους δάσκαλους του πνεύματος όπως ο Φώτης Βαρέλης καιο Κωνσταντίνος Πανταζής στους ανθρώπους του μόχθου όπως ο Μιχαήλ Πετρίδης και ο Εμμανουήλ Μπακίρης, και σε οικογένειες-στυλοβάτες σαν τους Κατσιμπρήδες, Σκανδαλίδη, Σφυρίου, Παπαγαπητό, Δρακίδη, Τσιμέτα, Αγιακάτσικα, Βεργωτή, Δρακίδηκαι τόσους άλλους. Οι πράξεις τους είναι ο παλμός μας, η αλήθεια που μένει ζωντανή.

Πόσο διαφορετικά θυμάται ένας άνθρωπος μια δύσκολη εποχή όταν την αφηγείται πολλά χρόνια αργότερα; Η μνήμη φωτίζει περισσότερο την αλήθεια ή την ξαναγράφει;

Όταν ο χρόνος περνά και οι εποχές βαραίνουν στις πλάτες, η μνήμη δεν στέκεται ποτέ ουδέτερη απέναντι στο χθες. Στέκεται ως ένα ζωντανό χωνευτήρι όπου ο πόνος γίνεται σιωπή και η σιωπή γίνεται αλήθεια.

Καθώς οι άνθρωποι κοιτάζουν πίσω, τα χρόνια καθαρίζουν τα γεγονότα από τον αφρό της καθημερινότητας και αφήνουν να φανεί ο πυρήνας τους.

Τα πρόσωπα, οι δυσκολίες, οι αγωνίες και τα μπαλώματα στα ρούχα δεν θυμούνται πια με την πίκρα της στιγμής, αλλά με τη σοφία της δικαίωσης.

Αυτό ακριβώς παλεύει να σώσει ο συγγραφέας στις τελευταίες σελίδες αυτού του έργου: όχι μια ιστορία εξωραϊσμένη, αλλά την ωμή, γυμνή αλήθεια μιας γενιάς που έμαθε να κάνει τη στέρηση αρχοντιά.

Η μνήμη φωτίζει το βάθος της ρίζας, θυμίζοντάς μας πως οι αφανείς ήρωες έπλαθαν την Ιστορία με τα ίδια τους τα χέρια, αφήνοντας πίσω τους ένα αποτύπωμα πιο ανθεκτικό από το μάρμαρο.

Στο πέρασμα από την «ιταλική σκουριά» στο «φως της ελευθερίας», ποια ήταν για εσάς η πιο σκοτεινή και ποια η πιο φωτεινή σελίδα;

Η πιο σκοτεινή σελίδα εκείνης της μετάβασης γράφτηκε τις τελευταίες μέρες της κατοχής, όταν ο κατακτητής προσπάθησε να αφήσει πίσω του μια γη καμένη.

Ήταν οι ανατινάξεις στις υποδομές του λιμανιού, η αγωνία στα Μαράσια με τις παρανοϊκές περιπόλους της GFP και η βαριά σιωπή στα κελιά του Castello. Το νησί βίωνε την έσχατη δοκιμασία της φθοράς, με τους ανθρώπους να μετρούν τις πληγές τους ανάμεσα στα χαλάσματα.

Η πιο φωτεινή σελίδα ανέτειλε στις 31 Μαρτίου 1947. Την ημέρα εκείνη, η γαλανόλευκη υψώθηκε επίσημα στο Διοικητήριο, ενώ ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους και κατευθύνθηκε προς το νεκροταφείο του Αγίου Δημητρίου. Εκεί, πάνω στους τάφους των πεσόντων, οι φωνές που έψαλλαν τον Εθνικό Ύμνο έδωσαν οριστικά φωνή στη λευτεριά που είχε σφραγιστεί με το αίμα της γενιάς τους.

Εσείς, ως άνθρωπος που γεννηθήκατε στη Ρόδο το 1960, τι νιώσατε ότι ανακαλύψατε για τον δικό σας τόπο μέσα από την έρευνα για μια γενιά που ουσιαστικά τελείωνε την εποχή που εσείς γεννιόσασταν;

Μέσα από την έρευνα για εκείνη τη γενιά που έσβηνε καθώς εγώ γεννιόμουν, κατάλαβα πως γεννήθηκα πάνω σε μια κληρονομιά που δεν μετριέται με τίτλους ή ευκολίες, αλλά με το βάρος της σιωπηλής θυσίας.

Στην αρχή, καθώς μεγάλωνα μέσα στη θορυβώδη βιασύνη της δικής μου εποχής, οι ιστορίες τους μου φαίνονταν ξένες, επαναλήψεις ενός κόσμου που θεωρούσα πως είχε παρέλθει. Μα σκύβοντας πάνω από τα βιώματά τους, συνειδητοποίησα πως η δική μας μόρφωση και η άνεσή μας είναι δανεικές, προπληρωμένες με το αίμα και τον ιδρώτα ανθρώπων που έμαθαν να κάνουν τη στέρηση αρχοντιά.

Ανακάλυψα πως οι ρίζες μου δεν βρίσκονται στα βιβλία, αλλά στο πείσμα εκείνων που κράτησαν το καθαρό μέτωπο μέσα στην πείνα και στα ερείπια.

Η έρευνα αυτή στάθηκε το καθαρτήριο που γκρέμισε την έπαρση του λόγου και με έφερε στη θέση να συνειδητοποιήσω πως το δικό μου ανάστημα δεν είναι παρά η αντανάκλαση του δικού τους γιγάντιου ίσκιου. Έτσι, το χρέος μου απέναντί τους έγινε ολόκληρη η πορεία μου: να γίνω το ανάχωμα στη λήθη, δανείζοντας τη φωνή μου σε μια γενιά που αρνήθηκε να λυγίσει.

Τι σημαίνει για εσάς «πατρίδα» μέσα από τις ζωές αυτών των ανθρώπων; Είναι ένας τόπος, μια μνήμη, μια γλώσσα ή οι άνθρωποι που αφήσαμε πίσω;

Πατρίδα, μέσα από τις ζωές εκείνων των ανθρώπων, είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που άντεξαν. Είναι η μάνα που έπλενε και ξανάπλενε το ρούχο για να κρατήσει το «καθαρό μέτωπο», είναι ο παππούς που μοίραζε το τελευταίο κριθάρι για να μη χάσει ο γείτονας το σπίτι του, είναι ο πατέρας που πήδηξε από το παράθυρο της αστικής για να μην φορέσει το μαύρο φασιστικό πουκάμισο, είναι οι ψυχές που κράτησαν τη γλώσσα ζωντανή στα υπόγεια και στις σπηλιές. Είναι η μνήμη που δεν αφήνει τη λήθη να νικήσει, είναι ο σιωπηλός αναστεναγμός στην αυλή, είναι οι ρίζες που ποτίστηκαν με το αλάτι της θάλασσας και το δάκρυ της στέρησης.

Η πατρίδα ζει στους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους αυτή την κληρονομιές αρχοντιάς, και γίνεται δική μας ευθύνη την ώρα που αποφασίζουμε να μην αφήσουμε το όνομά τους να χαθεί στη σκόνη του χρόνου.

Αν μπορούσατε να αφήσετε μία μόνο φράση από τη «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια» στους ανθρώπους που θα ζήσουν στα Δωδεκάνησα σε εκατό χρόνια, ποια θα θέλατε να είναι;

«Δεν χάθηκε η μνήμη τους στο σκοτάδι· τους δάνεισα τη φωνή μου και ρίζωσα μαζί τους, για να ξέρετε πως η ελευθερία δεν χαρίζεται, αλλά χτίζεται με πόνο και καθαρό μέτωπο πάνω στα θεμέλια εκείνων που αρνήθηκαν να λυγίσουν.»

Μετά τη «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια», τι ετοιμάζετε συγγραφικά; Υπάρχει ήδη κάποιο νέο βιβλίο ή κάποια άλλη ιστορία που σας απασχολεί και θα θέλατε να μεταφέρετε στο χαρτί;

Το μελάνι δεν στεγνώνει ποτέ όταν κουβαλάς στις αποσκευές σου το χρέος της ψυχής. Μετά τη «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια», η έρευνα απλώνει τα κλαδιά της παραπέρα, ενώ ετοιμάζεται να δει το φως το νέο μου βιβλίο, «Ο Δρόμος». Παράλληλα, οι λέξεις κατεβαίνουν από το χαρτί και γίνονται ζωντανή πνοή στη σκηνή· μαζί με τον χαρισματικό Απόστολο Μαριεττή ανεβάζουμε το νέο μας θεατρικό έργο, τον «Ηλεκτρισμό».

Και μαζί με όλα αυτά, ανοίγει ένας κύκλος ταξιδιών και συναντήσεων: μια μεγάλη περιοδεία στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο και στα νησιά μας, για να συναντήσουμε ανθρώπους και μνήμες παρουσιάζοντας την «Αληθινή Αγάπη» και τη «Δωδεκανησιακή Οδύσσεια».

Μακάρι οι φωνές εκείνων που πάλεψαν να παραμείνουν αναμμένες φλόγες στις καρδιές μας, οδηγός φωτεινός για κάθε αύριο.

Διαβάστε ακόμη

Οι γονείς της «Φλόγας» στη Ρόδο που μαθαίνουν από τα παιδιά τους να… ελπίζουν!

Ελευθέριος Αργυρόπουλος: «Η ελληνική γλώσσα κρύβει έναν ολόκληρο κόσμο αριθμών και συμβολισμών»

Μαρία Καρούζου: «Η συμμετοχή μας στο κοινό καλό μάς κάνει πιο ευτυχισμένους»

Λ. Θωμοπούλου: «Η Μπιενάλε κατάφερε να γίνει μέρος της Ρόδου»

Μίκα Ιατρίδη στη «ΡΟΔΙΑΚΗ»: «Η ανάπτυξη των νησιών πρέπει να επιστρέφει στους κατοίκους τους»

Βασίλης Υψηλάντης στη ΡΟΔΙΑΚΗ: «Ο αγώνας για την καταπολέμηση των αρνητικών της νησιωτικότητας δεν έχει τέλος»

Η Φύση, ο Άνθρωπος και η Μνήμη: Μια Κραυγή Ευθύνης για το Αύριο της Ρόδου

Μάνος Κόνσολας στη «Ροδιακή»: «Τα Δωδεκάνησα δικαιούνται περισσότερα – Με σεβασμό σε κάθε πολίτη»