Tραγουδώντας τα δεινά

Tραγουδώντας τα δεινά

Tραγουδώντας τα δεινά

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 2023 ΦΟΡΕΣ

Ο καημός και τα βάσανα της Ιταλοκρατίας με μαντινάδες

Του Μανόλη Μαυρολέοντα ... από κακό εις χεριότερον επέσασιν οι μαύροι και δεν κατέχουσι να πουν Τούρκ’ είν’ καλλιά για Φράγκοι Από την εποχή, ακόμη, των διαρκών... κατοχικών παλινδρομήσεων ανάμεσα στη βενετοκρατία των Κορνάρων και την τουρκοκρατία των Μπαρμαρόσα (1572), ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής θα αποδώσει με τους παραπάνω στίχους τα βάσανα των κατοίκων του δωδεκανησιακού συμπλέγματος, δημιουργώντας έτσι μια εν πολλοίς παραλλαγή του “Κάλιο Τούρκος παρά Φράγκος!..» Αυτό που φαίνεται να “βραχυκύκλωνε” από μιας αρχής τις σκέψεις των Δωδεκανησίων ήταν το γεγονός ότι, παλαιότερα, οι Βενετοί ή οι Γενουάτες, και στα νεώτερα χρόνια οι Ιταλοί εν γένει, σαν Ευρωπαίοι, χρισταινοί - άρα: και εξ ορισμού - πολιτισμένοι, θα τους απελευθέρωναν από τους βαρβάρους ασιάτες του Ισλάμ!.. Η ιστορία βέβαια καθόλου δεν δικαίωσε, για μίαν ακόμη φορά, την όποια επαγωγική σκέψη... Ετσι, με δύο λόγια: Μια συγκυριακή κατάληψη των Δωδεκανήσων το 1912 από τους Ιταλούς, για λόγους αντιπερισπασμού σ’ ένα μακροχρόνιο πόλεμο με τους Τούρκους στην Τριπολίτιδα, ανοίγει την όρεξη για νέες κτήσεις, παρ’ όλες τις αρχικές διακηρύξεις περί του “ύψιστου σεβασμού της θρησκείας, των εθίμων και των παραδόσεων του φίλου, ειρηνικού και φιλήσυχου πληθυσμού...”. Με δύο λόγια: Στους Τούρκους υποφέραμε μεγάλη τυραννία αλλά εδιαντηρούσαμε και γλώσσα και θρησκεία Μα ο Μουσολίνι θέλησε να μας εξιταλίσει στου φασισμού τον ποταμό ούλους να μας βαφτίσει Υστερα από 390 χρόνια αδιάλειπτης τουρκικής κυριαρχίας στα Δωδεκάνησα (1652-1912), αρχίζει η υπερτριαντάχρονη ιταλική κατοχή. Μια κατοχή που, αν υπερβούμε κάποιες “τουριστικού” τύπου προσεγγίσεις περί... “ωραίων κτιρίων”, θα διαπιστώσουμε πόσο σκληρή και καταστρεπτική ήταν. Αναφερόμαστε σε μια περίοδο κατά την οποία ο λαός των νησιών αυτών υπέφερε, εξορίσθηκε, βιάσθηκε, φυλαλίσθηκε. Σε μια περίοδο κατά την οποία επιχειρήθηκε ο αφελληνισμός του, μέσα από διαδικασίες διωγμών, καταστροφών αφαίμαξης πόρων και φυσικού πλούτου, παραχάραξης της ιστορίας και οικειοποίησης της πνευματικής του κληρονομιάς. Ο λαός των νησιών αυτών κατέγραψε στις μαντινάδες και στα τραγούδια του με τον πιο απλό, ώριμο και παραστατικό τρόπο τα δεινά της κατοχής, της πείνας, της μαύρης αγοράς, της επιχείρησης εξιταλισμού αλλά και των αγώνων για απελευθέρωση και ένωση με τον εθνικό του κόρμο. Με αστείρευτη σκωπτική διάθεση αν και σε δεινή θέση οι Δωδεκανήσιοι βρίσκουν τη δύναμη να τραγουδήσουν, κάποτε να αστειευτούν ή και να παίξουν με τον ίδιο τον πόνο τους. Σ’ αυτούς που δεν λύγισαν σε τόσους εισβολείς αλλά και σε όσους σήμερα δεν καταλαβαίνουν ότι ο μεγαλύτερος, ο χειρότερος και πιο επικίδυνος εισβολέας - η πολιτιστική διείσδυση και η αλλοίωση της συνείδησης - βρίσκεται ήδη “εντός των τειχών”, είναι αφιερωμένοι οι παρακάτω και πολλοί ακόμη στίχο... ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ Η πείνα στα Δωδεκάνησα δεν ήταν μόνο (έτσι... γενικά και αφηρημένα) αποτέλεσμα του πολέμου και της κατοχής. Ηταν, σε μεγαλύτερο ίσως βαθμό, αποτέλεσμα της καταστροφής ή της εμπόδισης της γεωργικής παραγωτής αλλά και των εγκληματικών επιλογών των κατακτητών. Οταν κηρύχθηκε ο πόλεμος οι Ιταλοί επέβαλαν δελτίο στα βασικά είδη διατροφής. Κάθε κάτοικος των νησιών είχε δικαίωμα αγοράς 120 γραμμαρίων σε κάθε είδος ανά δεκαπενθήμερο! Είναι ακόμη χαρακτηριστικό ότι προς το τέλος του πολέμου, όταν οι Γερμανοί ετοιμάζονταν να φύγουν από τα νησιά, έβαλαν φωτιά σε πολλές δικές τους αποθήκες με τρόφιμα για να μην πέσει ούτε ψίχουλο στα χέρια του πεινασμένου λαού. Ομως η αναχώρησή τους αναβλήθηκε και μετά έπρεπε οι ντόπιοι να θρέψουν και τους καταστροφείς - κατακτητές! Να πως περιγράφουν τα δεινά οι χωρικοί της Ρόδου: Οι βάρβαροι καταχτητές κι οι άναντροι προδότες πολλά βασανιστήρια κάμνουσι στους νησιώτες. Το σιταράκιν έφυγε ‘πό μέσα ‘πό τους πάγκους κι ο πόλεμος μας ήκαμεν να τρώμεν αμαράγκους. Λίγο πιο κάτω, στη Χάλκη, οι γυναίκες καθώς γυρίζουν με κόπο τον χερόμυλο, σιγομουρμουρίζουν κάποια ανάλογα δίστιχα: Ηρθε και νέα διαταγή από το Μουσολίνι γάδαρος, σκύλος κι όρνιθθα και γάτης να μη μείνει Κι άμα δεν είχεν σκύλους πλιο, τρώγαμεν ατσουκνούδες μολόχα δεν αφήναμεν ούτε και σκυλαρούδες Στην Κω, τον καιρό του θερισμού οι καραμπινιέροι περιμένουν τους φτωχούς ξοχάρηδες να μαζέψουν τα λίγα τους γεννήματα και τους τα αρπάζουν αμέσως με την απειλή των όπλων: Μέσα στους δρόμους στέκουνται με όπλα και κοιτάζουν κι όσον καρπό στα χέρια μου κρατώ, μου τον αρπάζουν. Μα και το στάχυ του καρπού στα χέρια μου αν δούσι στη φυλακή με πάγουσι κι εκεί με τυραγνούσι Στην Κάρπαθο, ακόμη και σήμερα, σ’ ένα τραγούδι του γλεντιού, στην “κούπα τη μονοβασιά” που γυρίζει από στόμα σε στόμα μέχρι “να βρει η κορφή τον πάτο...”, η ανάμνηση της πείνας είναι ιδιαίτερα ζωντανή: Πιείτε όλοι να ‘ρθουμε εις ενθουσιασμό την πείνα να ξεχάσουμνε και τον αποκλεισμό... Με τα ίδια μελανά χρώματα η λαϊκή μούσα περιγράφει την πείνα στην Πάτμο, την Κάσο, τη Νίσυρο και σε όλα σχεδόν τα νησιά. Οι μάχες που έγιναν στη Λέρο δεν έγιναν ίσως σε κανένα άλλο νησί της Δωδεκανήσου. Ομως ακόμη και μέσα στη φωτιά και την αντάρα η πείνα και η δίψα δεν ξεχνιούνται: Ολα τα υποφέραμε, την πείνα και τις σφαίρες μα η δίψα μας ετρέλανε μέσα σε τρεις ημέρες γιατί δεν μας αφήνασι ούτε νερό να πιούμε κι ας βλέπανε να πέφτουμε και να λιγοθυμούμε. ΤΑ... ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ! Οταν ξημέρωνε παραμονή Χριστουγέννων στην Κάλυμνο, τον καιρό της πείνας, τα παιδιά, αντί για κάλαντα (ή μαζί με τα κάλαντα) τραγουδούσαν και τα παρακάτω: Χριστούγενν’, αδερφάκια μου, Φωτών παραμονή στο σπίτι μας δε βρίσκεται ούτε μπουκιά ψωμί. Από μέρες κι από νύχτες λεν πως θα μας δώσουνε από δυο κιλά πατάτες, ίσως και μας σώσουνε. Ο Θεός να τους φωτίσει όλους τους εμπόρους μας να μας δώσουν και να σώσουν όλους τους ανθρώπους μας. Κι επειδή βέβαια ούτε έως την Πρωτοχρονιά τα πράγματα είχαν καλυτερεύσει, τα... κάλαντα της πείνας συνεχίζονταν: Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά, χαρούπια ήρθανε πολλά, στα γουδιά τα κοπανούμε, και την πείνα μας ξεχνούμε... ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΑΓΟΡΑΣ... Η πείνα δεν ήταν μόνο προάγγελος και πρόξενος συμφορών αλλά ως κακός σύμβουλος. Το φαινόμενο της μαύρης αγοράς όχι μόνο έκανε κι εδώ την εμφάνισή του αλλά και... τραγουδήθηκε όπως του άξιζε!.. Ενας αυθεντικός λαϊκός στιχουργός (στην κυριολεξία: ένας βάρδος του πολέμου και της πείνας) υπήρξε ο Κασιώτης Νικόλας Μητροσμπάρας. Γλεντζές, πηγαίος και ανεξάντλητος στιχοπλόος, χωρατατζής με σπάνια αίσθηση του αστείου που πηγάζει μέσα από το τραγικό, τραγούδησε όσο κανένας άλλος την πείνα αλλά και τη μαύρη αγορά: Επούλα της τέζερες και τα χρυσαφικά μου να πάρω παλιοκρίθαρο να ζήσω να παιδιά μου Εδίναμε τις τέζερες και παίρναμε κριθάρι και πάλι μας εβρίζανε πως μας εκάνα’ χάρη... Ούλοι τη μαύρην αγορά εμάθασι κι εκάνα “Πράμα”! Μας εγυρεύγανε. Τα φράγκα δεν τα πιάνα!.. Τα ίδια φαίνεται ότι γίνονταν και στη γειτονική Κάρπαθο. Στα σπίτια δεν μένει πια τίποτε πολύτιμο: Ούλες οι τούμπλες οι χρυσές και οι παλαιές αντίκες ούλες εθυσιάσθησαν και των κορών οι προίκες Αλλά και στην Πάτμο η λαϊκή μούσα αποθανατίζει, φωτογραφικά σχεδόν, τους μαυραγορίτες: Οσ’ είχαν μερικές ελιές και μερικό λαδάκι μέσα σ’ αυτό τον πόλεμο κάναν τον κουτσαβάκη. Τη φτώχεια οπού τράβηξαν τώρα τη λησμονήσαν γιατί σ’ αυτό τον πόλεμο παράδες εκερδίσαν. ΤΟΥ ΕΞΙΤΑΛΙΣΜΟΥ... Μέσα σε τριάντα χρόνια και κάτι, όσο και αν ακούγεται υπερβολικό, έγιναν πολύ σημαντικότερες προσπάθειες αφελληνισμού του πληθυσμού των Δωδεκανήσων απ’ ό,τι τα προηγούμενα 300 χρόνια! Οι προσπάθειες εξιταλισμού αλλά και αυτές της αλλαγής του θρησκευτικού δόγματος ακολούθησαν, ιδιαίτερα την περίοδο του φασισμού, δρόμους και μεθόδους που οι... “βάρβαροι Ασιάτες” ούτε θα είχαν ποτέ φαντασθεί! Οι δάσκαλοι διώκονται, τα ελληνικά σχολεία κλείνουν κι ανοίγουν στη θέση τους ιταλικά. Σιγά σιγά απαγορεύεται στα παιδιά ακόμη και να μιλούν την ελληνική γλώσσα στο σχολείο. Να, πως τραγουδάει τα γεγονότα αυτά ο Αντωνής Καστελλοριζιός, σε κάποιο γλέντι που γίνεται την εποχή που οι Ιταλοί διέταξανε την “παύση” των 4 δασκάλων της Ολύμπου στην Κάρπαθο, Γιάννη Χαλκιά, Νικολή Βασιλαράκη, Μηνά Φιλιππάκη και Ηλία Ζωγραφίδη. Η μαντινάδα, απόσπασμα από μια ολόκληρη “μουσική συνομιλία”, τραγουδήθηκε παρουσία των Ιταλών γι’ αυτό και όλα λέγονται αλληγορικά: Τετράγωνο του μηδενός, ισούται με κουάρτο ‘πο ‘δω και πέρα το σχολειό θα είναι πάντα σκάρτo!.. Ακόμη και στα “τραγούδια του χερόμυλου” της Χάλκης βρίσκουμε στίχους για τα βάσανα των Δωδεκανησίων από τις προσπάθειες εξιταλισμού: Πρώτα μας κόψαν το ψωμί κι ύστερα το σχολείο σκληρός ήταν ο φασισμός εις το σαράντα δύο. Ολα τα υποφέραμεν τα βάσανά μας κείνα μα το σχολειό δεν κλείσαμε, μ’ όλη την άγρια πείνα. Στην Κάρπαθο, ο Μιχάλης Λειβαδιώτης περιγράφει με τα πιο μελανά χρώματα ιδίως την εποχή που στα Δωδεκάνησα ήταν διοικητής ο φασίστας Ντε Βέκκι (1935-1940): Μίσος κι οργή ανθελληνική διέταξ’ ο Ντε Βέκι για κάθε τι ελληνικό όρθιο να μη στέκει. Θρησκεία και τα γράμματα και γλώσσα μας κι αλλάξουν δασκάλους στα ελληνικά ‘μποδίζαν να διδάξουν Η προσπάθεια μεταστροφής στο θρησκευτικό δόγμα επιχειρήθηκε, κατ’ αρχήν, να περάσει από το σχολείο. Μαζί με τα φασιστικά παιδιά τραγουδάκια, άρχισαν να ψάλλονται και τα πρώτα “Ave Maria ενώ απαγορεύτηκε στα παιδιά να κάνουν την προσευχή τους -Filloque γαρ- με τα τρία δάχτυλα ενωμένα. Μέσα από διαδαλώδεις ίντριγκες και τεχνάσματα περί του δήθεν “αυτοκεφάλου” της τοπικής εκκλησίας επιχειρήθηκε - ευτυχώς χωρίς επιτυχία, χάρη σε αγώνες συχνά αιματηρούς - το πέρασμα από την ορθοδοξία στον καθολικισμό. Ο... χερόμυλος της Χάλκης σχολιάζει: Κι αφότου δεν ημπόρεσαν να κλείσουν τα σχολεία μας έδωσαν διαταγή ν’ αλλάξουμε θρησκεία. Ο Δούρειος ίππος του “αυτοκέφαλου” παρ’ ότι άνοιξε τις ορέξεις ορισμένων για εξουσίες και οφίτσια γίνεται αντιληπτός από τη συντριπτική πλειονότητα του δωδεκανησιακού λαού και των περισσότερων κληρικών. Διότι: Του Μουσολίνι η κεφαλή, που φόρειε μαύρη σκούφια στο τέλος αποδείχτηκε πως ήταν μέσα κούφια. Ο Μουσολίνι νόμιζε πως ήταν η Ελλάδα κανένα πιάτο αχνιστό με τη μακαρουνάδα!.. Οταν πια οι Ιταλοί είναι εκτός πολέμου ο λαός τω νησιών μας διαισθάνεται ότι το τέλος της κατοχής είναι κοντά. Αλλά η σύντομη γερμανική κατοχή που ακολούθησε ήταν (όπως ακριβώς και στην παροιμία της ουράς με το βόδι...) η πιο σκληρή απ’ όλες. Να, πως περιγράφει “αλλαγή φρουράς” η Σταματίνα Ντηνιακού από την Κάρπαθο: ... και με το τόσα έγινε των Ιταλών ειρήνη που ας ήταν η κακόμοιρη καθόλου να μη γίνη. Ηταν Τεντέσκοι κι ηύρα μας από τη Γερμανία μα αυτοί ‘ναι πιο χειρότεροι από την Ιταλία Οι αγρότες της Ρόδου παρακαλούν την Παναγία: Ω Παναγιά μου Σκιαδενή που ‘σαι μέσα στους πεύκους ως έδιωξες τους Ιταλούς διώξε και τους Τεντέσκους. Και βέβαια, αυτό που έχει πλέον ανθίσει στις καρδιές όλων είναι ο πόθος της απελευθέρωσης και της ένωσης. Να, τι τραγουδήθηκε σ’ ένα καρπάθικο γλέντι εκείνης της εποχής στον Πειραιά από τον Ολυμπίτη Κωνσταντή Νικολαϊδη: Κάτω στα Δωδεκάνησα, μπροστά στις εκκλησίες στάθηκες, γαλανόλευκη, με αίμα και θυσίες. Ο Αλέξανδρος Διάκος, για τον οποίο ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε το “Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας”, αλλά και ο ήρωας της αντίστασης Διογένης Φανουράκης τραγουδήθηκαν και από τη λαϊκή μούσα της γενέτειρας Χάλκης: Είμαι η Χάλκη ‘γω η μικρή κι η πολυξακουσμένη που γέννησα τους ήρωες Διάκο και Διογένη Στην Τήλο, ο Νικόλας Νικολής τραγουδά τους αγώνες και τις θυσίες των Ελλήνων κατασκόπων: Πολέμησαν οι Τηλιακοί και οι κατάσκοποί μας μ’ αυτούς πολέμησα κι εγώ κι εσώθη το νησί μας. Σαν αποζημίωση τόσων αιώνων σκλαβιάς μερικά από τα Δωδεκάνησα ελευθερώνονται πρώτα αυτά απ’ όλη την Ελλάδα. Στις 17 Οκτωβρίου 1944 δύο εγγλέζικα αντιτορπιλικά, το “Τερψιχόρη” και το “Κλίβελντα” ελευθερώνουν την Κάσο και την Κάρπαθο. Ο Νικόλας Μητροσμπάρας στην Κάσο, δεν ξέρει με τι να πρωτοχορτάσει: με τα τρόφιμα των συμμάχων ή με την ελευθερία: Ηρτανε τα πολεμικά, μπροστά στη Μπούκα αράξα τους άναντρους τους Ιταλούς τους εμονοσυνάξα. Τους Αγγλους ‘ποδεχτήκαμε με ρόδα και λουλούδια και τα παιδιά εψάλλανε ελληνικά τραγούδια. Οσα κι αν υποφέραμε, ούλα τα λησμονούμε μόνο με την Ελλάδα μας πρέπει να ενωθούμε. Τα ίδια γεγονότα διαδραματίζονται και στην Πάτμο: Μας ελυπήθη κι ο Θεός ακόμα κι η Αγγλία, κι ήρθαν του Ερυθρού Σταυρού στην Πάτινο δύο πλοία. Φέρανε τρόφιμα πολλά για μας προορισμένα, και φάγαμεν όλ’ οι φτωχοί κι όλα τα πεινασμένα Στην Αστυπάλαια, λίγες ημέρες μετά την αναχώρηση των Γερμανών, αποφασίζεται η ίδρυση της “Ελληνικής Νεολαίας Αστυπάλαιας”. Να ένα απόσπασμα από τον ύμνο της: Από της σκλαβιάς τον ύπνο, ξύπνα, ξύπνα, νεολαίας της Αστυπαλιάς καμάρι, Κλεομήδη τα παιδιά, και το λάβαρο στο χέρι, σφίξετε με περηφάνεια, και με στήθος και με χάρη τραγουδήστε Λευτεριά! ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ... Σήμερα, σαν πάντα, τα Δωδεκάνησα πλέουν στον σορόκο του Αιγαίου αρχιπελάγους, τραγουδώντας τους τωρινούς τους καημούς χωρίς να ξεχνάνε ποτέ την πορεία τους μέσα στα φουρτουνιασμένα κύματα της ιστορίας. Συχνα, το κοντινό αλλά και το απώτερο ιστορικό παρελθόν όχι μόνο ζωντανεύει αλλά δένει αρρηκτα με το παρόν, με τον μοναδικό τρόπο που μόνον οι ποιητάρηδες του τόπου αυτού γνωρίζουν. Να, τι τραγούδησε ο λυριστής - αλλά κυρίως: αυθεντικός λαϊκός ποιητής - Σάββας Περσελής στην επέτειο του Ολοκαυτώματος της Κάσου το 1996, μπροστά στους βουλευτάδες, τους στρατωτικούς και τους υπουργούς, λυπημένος αλλά και θυμωμένος που τα έργα ανάπτυξης του νησιού δεν προχωρούν με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι Κασιώτες να μεταναστεύουν: Είχαμε Τούρκους, φύγανε, και Ιταλούς προδότες! Τώρα’ ήρτασιν οι Ελληνες και φύγαν οι Κασιώτες... Το κείμενο είναι του Μανόλη Μαυρολέοντα και δημοσιεύθηκε σε αφιέρωμα της Καθημερινής για την Ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου το 1997

Διαβάστε ακόμη

Ο βομβαρδιστής από την Σύμη….

Νικόλας Πασπάλης – Φτωχόπαιδο από το Καστελόριζο ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του και έγινε ο πλουσιότερος καλλιεργητής μαργαριταριών στον κόσμο (pics+vid)

Η περιοδεία της Παναγίας της Σκιαδενής τη Σαρακοστή και τη Λαμπροβδομάδα: Θαυματουργές ιάσεις – πετρωμένα καράβια

Μ. Κολεζάκης: Η σημασία της 31ης Μαρτίου 1947 μέσα από τον τύπο της εποχής

Ν. Στ. Μανούσης: Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων και η στιγμή της συλλογικής λύτρωσης

Al Bowlly: Ο Έλληνας από τη Ρόδο που έγινε ο πρώτος «ποπ σταρ» στον κόσμο

Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα: Τα Ιταλικά του Μανώλη

Μανώλης Κασσώπης: Ένας Καρπάθιος της γενιάς της θυσίας και της δημιουργίας: Η ζωή του Γιάννη Καρακατσάνη