Ο τελευταίος πουκαμισάς της Ρόδου!

Ο τελευταίος πουκαμισάς της Ρόδου!

Ο τελευταίος πουκαμισάς της Ρόδου!

Pοδούλα Λουλουδάκη

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 3900 ΦΟΡΕΣ

Ο Αντώνης Χατζηγεωργαλλής, αναπολεί τις εποχές που Αθηναίοι και ξένοι τουρίστες έρχονταν στο νησί για να ράψουν κοστούμια και πουκάμισα

Πουκάμισα ανδρικά ραμμένα επί παραγγελία! Ας πούμε από ύφασμα τρικολίνα, από τα πιο ακριβά βαμβακερά υφάσματα, η πιο καλή ποπλίνα, με κολάρο ας πούμε ημιρέξ, μανσέτα απλή, πατιλέτα με εξώγαζα ή όχι, δεν υπήρχαν τότε εξώγαζα…

Πουκαμισάδικο όπως παλιά όπως σε μαυρόασπρη εικόνα, στην Δαμασκηνού 4 δίπλα στην εκκλησία της Μητρόπολης, με τον Αντώνη Χατζηγεωργαλλή να είναι ο τελευταίος μιας Ρόδου που άλλαξε εποχή και κατεύθυνση.

Γι' αυτούς που αγαπάνε ό,τι παλιό και κλασικό, ο Χατζηγεωργαλλής ανακοινώνει ότι θα κλείσει στο τέλος του 2017, αλλά έχει στόχους μέχρι τότε. Θέλει να βρει αντικαταστάτη, και καλεί όποιον το επιθυμεί, να μοιραστεί μαζί του τη γνώση και την εμπειρία του!

Συνταξιούχος σήμερα αφού το πουκαμισάδικο το «κρατάει» η γυναίκα του, αναπολεί τις εποχές που τα πουκαμισάδικα έσφυζαν από δουλειά: του Αρταβάνη στη Στοά Σπάρταλη, του Παυλίδη και του Παπαγεωργίου στην Παλιά Πόλη…

Και οι τουρίστες που έρχονταν για να ράψουν πουκάμισα από τρικολίνα και κοστούμια από κασμίρια εξαίσια αγγλικά, κι αδασμολόγητα όπως οι ομπρέλες και τα ουίσκι και οι εποχές που πέρασαν για τη Ρόδο!

Με τον ποδοσφαιριστή Στέλιο Μανωλά όταν του πήγε τα πουκάμισα στο ξενοδοχείο που διέμενε Με τον ποδοσφαιριστή Στέλιο Μανωλά όταν του πήγε τα πουκάμισα στο ξενοδοχείο που διέμενε

Πού μεγαλώσατε, πάντα θέλατε να γίνετε ράφτης;
Μεγάλωσα στο Βάτι. Αυτός που μ΄ έφερε στην πόλη να με κάνει ράφτη ήταν ο Σάββας ο Σαλβάρης. Έραβε κοστούμια και τα πουλούσε κιόλας στην Παλιά Πόλη, που ήταν τότε η αγορά της Ρόδου. Είχα κάνει δύο χρόνια στο Γυμνάσιο Γενναδίου. Γεννάδι –Βάτι, πολλές φορές πηγαίναμε με τα πόδια γιατί δεν ερχόταν το λεωφορείο. Επτά χιλιόμετρα! Ήμασταν παρέα, τέσσερα άτομα, αλλά ήταν κουραστικό, ταλαιπωρία. Κι έτσι όταν μου είπε «έλα στη Ρόδο…» ήρθα, κι ήμουν τότε 14 χρονών.

Πού ήταν το ραφτάδικο του Σαλβάρη;
Στο τούρκικο τζαμί το κάτω. Δίπλα είχε ένα καθαριστήριο, ένα καφενείο, ένα τσαγκαράδικο, στην πλατειούλα που στέκει ακόμα μέχρι σήμερα.

Κι έτσι ανακατευτήκατε με κουβαρίστρες, κλωστές… Σας άρεσε η δουλειά;
Στην αρχή δεν μου άρεσε αυτή η δουλειά. Ήμασταν μέσα επτά παιδιά και οκτώ καλφάδες, τεχνίτες δηλαδή. Τα παιδιά κάναμε τα θελήματα και μαθαίναμε κιόλας, αλλά δεν μας πληρώνανε. Το καλύτερο ήταν όταν πηγαίναμε έτοιμα τα κοστούμια στους πελάτες, στα ξενοδοχεία και παίρναμε πουρμπουάρ. Ήταν τότε το Θέρμαι, το Ρόδων, το παλιό Εθνικό, το Ερμής… Αυτό ήταν το ωραίο κομμάτι της δουλειάς.

Έφτιαχναν τότε οι τουρίστες κοστούμια στη Ρόδο;
Έρχονταν οι Αθηναίοι για να φτιάξουν τα κοστούμια τους εδώ. Από το 1955 μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ΄60, στη Ρόδο γινότανε χαμός. Ήταν τα εισαγωγής αγγλικά υφάσματα που εδώ αδασμολόγητα τα έβρισκες σε χαμηλές τιμές όπως τις ομπρέλες και τα ουίσκι.

Από τι υφάσματα γίνονταν τα κοστούμια;
Από κασμίρια εξαιρετικά, από φανέλα, από καμπαρντίνα, όλα αγγλικά. Είχε πολύ δουλειά. Ερχόταν Αθηναίος κι έφτιαχνε 12 κοστούμια μαζεμένα, έφτιαχνε παλτά… Επώνυμοι που έρχονταν για τουρισμό και έφευγαν με γκαρνταρόμπα.

Μ΄ έναν πανύψηλο Δανό τουρίστα Μ΄ έναν πανύψηλο Δανό τουρίστα

Εσείς όμως γίνατε πουκαμισάς τελικά!
Αφού πέρασαν τέσσερα-πέντε χρόνια και πήγα φαντάρος, στην ίδια δουλειά δεν θα ξαναγύριζα. Ο πατέρας μου είχε μία γνωστή στην Αθήνα που ήτανε πουκαμισού, δούλευε με τους αδελφούς Λαμπρόπουλους στην οδό Αιόλου, στη βιοτεχνία τους. Μεγάλα ονόματα τότε, κορυφές. Σε πέντε μήνες με βγάλανε μαστοράκι! Πήρα την τέχνη μου και γύρισα στη Ρόδο. Ήτανε πια 1963. Έψαχνα στην Παλιά Πόλη να ανοίξω δικό μου πουκαμισάδικο.

Στην οδό Πυθαγόρα, είχε έναν παπουτσή 80 χρονών που ήθελε να φύγει. Του ΄δωσα 1.000 δραχμές αέρα, και το ενοίκιο έτρεχε 500 δραχμές και ξεκίνησα. Μέχρι να γνωριστώ πέρασαν τρία-τέσσερα χρόνια! Άνοιξα την 1-1-1964 και πάνω στο 1968, επί χούντας, άλλαξε το χρώμα των στολών των χωροφυλάκων και άρχισε μια κίνηση.

Η Σχολή Χωροφυλάκων μόνο ήταν 300 άτομα. Όλοι από δύο-τρία πουκάμισα, ήταν αρχή και έπρεπε να ράψουν πολλά. Τότε άρχισα και έπαιρνα κοπέλες βοηθούς, έφτασα να έχω στο μαγαζί 7 κοπέλες. Με μάθανε τα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια, τα μπαρ, είχα πολύ δουλειά από τους σερβιτόρους γιατί ξεκινούσε τότε ο τουρισμός στη Ρόδο.

Ποιοι ήταν οι άλλοι πουκαμισάδες εκείνα τα χρόνια;
Ο Σάββας Παυλίδης, κι αυτός από το Βάτι, που είχε μαγαζί στη Σωκράτους, ο Μιχάλης Παπαγεωργίου, από το Βάτι κι αυτός με μαγαζί στην Απελλού, ο Αρταβάνης στη Στοά Σπάρταλη, Μικρασιάτης ήταν αυτός, και τρεις-τέσσερις γυναίκες στις συνοικίες.

Ερχόταν ο κόσμος, έραβε πουκάμισα;
Σας λέω, επί 30 χρόνια έραβα 30 πουκάμισα την ημέρα. Είχα ρέγουλα: η μια κοπέλα έραβε τα κουμπιά, η άλλη το σώμα, η άλλη τα μανίκια, η άλλη έκανε το σιδέρωμα… Όταν πρωτοξεκίνησα, η αδελφή μου η Σταματία δούλευε στου Παπαγεωργίου και ήρθε σ΄ εμένα και με βοήθησε.

Ποια ήταν τα υφάσματα του χειμώνα και πια του καλοκαιριού;
Το καλοκαίρι το ύφασμα ήταν βαμβακερό, τα τεριλέν δηλαδή 65% βαμβάκι, και 35% τεριλέν. Το χειμώνα ήταν οι φανέλες και το μάλλινο. Η φανέλα ήταν 100% βαμβάκι, ενώ το μάλλινο ήταν ανάμεικτο. Τα βαμβακερά ήταν τα πιο ακριβά, αλλά δεν σας είπα ότι είχαμε την περίφημη αιγυπτιακή τρικολίνα και την εγγλέζικη τρικολίνα, που ήταν 100% βαμβάκι για χειμώνα και καλοκαίρι και το προτιμούσαν αυτό οι Αθηναίοι και κάνανε δωδεκάδες κάθε φορά που έρχονταν.

Στο πουκαμισάδικο της οδού Πυθαγόρα στην Παλιά ΠόληΣτο πουκαμισάδικο της οδού Πυθαγόρα στην Παλιά Πόλη

Τα χρώματα στα αντρικά πουκάμισα ποια ήταν τότε;
Φορούσαν λευκό, σιέλ, κρεμ. Αυτά ήταν τα χρώματα τότε στα πουκάμισα. Μετά το 1970 με 1975 άρχισαν τα μαύρα, τα γκρίζα, τα καρό, τα εμπριμέ… Εγώ επειδή ήμουνα νεώτερος από τους άλλους πουκαμισάδες, έκανα ταξίδια δυό φορές το χρόνο στην Αθήνα, κι έφερνα πολύχρωμα υφάσματα, κι έτσι είχα κόσμο, κυρίως νέους και στην εφαρμογή ήμουνα τέλειος.

Ήτανε τότε στη μόδα τα εφαρμοστά. Είχα συνεργαστεί με τον Αλή το ράφτη, που ήταν κι ο πρώτος που φορούσε τα δίχρωμα πουκάμισα, κι εκείνος μου στελνε πελάτες. Πολύ καλά χρόνια στην Παλιά Πόλη αυτά τότε. Κάθε βράδυ στα ταβερνάκια, πίναμε το ουζάκι μας, κι όποιος τουρίστας περνούσε τον καθίζαμε και τον κερνούσαμε. Έτσι φέραμε τον τουρισμό στη Ρόδο.

Ήταν πολλοί και οι ξένοι τουρίστες που ράβονταν στη Ρόδο;
Άγγλοι, Βέλγοι, Γερμανοί…, πάρα πολλοί. Κάποιοι έρχονταν και κάθε χρόνο για να ράψουν πουκάμισα και κοστούμια. Ξέρεις τι είναι 30 χρόνια να κάνεις 30 πουκάμισα την ημέρα, με το τραγούδι στο στόμα; Τα είχα καλά εγώ με το προσωπικό μου. «Πόσα θέλεις; Τριάντα είναι, σαράντα θα πάρεις…»… Τα ξέρουν αυτά τα κορίτσια μέχρι σήμερα που θα τα διαβάσουνε αυτά που λέω.

Τα έτοιμα πουκάμισα πότε μπήκαν μαζικά στην αγορά;
Από το 1985. Τα ραμμένα όμως ήταν καλύτερα γιατί ήταν στα μέτρα τους. Ένας ήταν κοντός, αλλά ήταν εύσωμος και με τα έτοιμα κρέμονταν τα μανίκια. Ερχόταν κι έραβε.

Ράβατε και γυναικεία πουκάμισα εσείς. Πώς ήταν οι γυναίκες πελάτισσες;
Στα 50 αντρικά που ράβαμε και τα 50 έρχονταν τέλεια. Εάν έραβα 20 γυναικεία, τα 15 έρχονταν για επιδιόρθωση. Αυτό ήταν το ποσοστό! Οι γυναίκες ήταν μες την γκρίνια, «ένα ποντάκι από δω, ένα ποντάκι από κεί…», σου λέγανε, και μετά ήτανε στενό! Έρχονταν για επιδιόρθωση, πάει το κέρδος. Τα σταμάτησα τα γυναικεία, είχανε βγει κι οι μπουτίκ…

Πόσο το κρατήσατε το πουκαμισάδικο στην οδό Πυθαγόρα;
Έμεινα 36 χρόνια στην οδό Πυθαγόρα, σ΄ εκείνο το μαγαζί το παλιό τσαγκάρικο. Μετά πήρα σύνταξη, δεν έρχονταν πια στην Παλιά Πόλη, η αγορά είχε πάει στο Μαντράκι… Οι δουλειές έπεφταν, ανοίξανε τα μεγάλα σούπερ μάρκετ και βάλανε μέσα ακόμα και πουκάμισα, μας κατέστρεψαν. Ήρθε κι η κρίση…. Ενημερώνω τους πελάτες μου ότι το 2017 θα κλείσω.

Έρχονται ακόμα οι πελάτες σας, βλέπω τα πουκάμισα που φτιάχνετε… ωραία δουλειά κάνετε!
Έρχονται ακόμα, έχω τους πελάτες μου. Κι αν κάποιος ενδιαφέρεται να του μάθω την τέχνη, να μη χαθεί το επάγγελμα, να ΄ρθει μετά χαράς σ΄ εμένα. Κι εγώ θα θεωρήσω ότι τον άφησα αντικαταστάτη. Δαμασκηνού 4, δίπλα στην εκκλησία τη Μητρόπολη!

Διαβάστε ακόμη

Αναστάσιος Πλατής: Το όραμα της «Πανάκειας» για μια κοινωνία χωρίς το στίγμα της ψυχικής υγείας

17 χρόνια Passengers: «Η μουσική είναι ανταλλαγή συναισθημάτων»

Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης από τον πρόεδρο της ΕΞΡ Γιάννη Παπαβασιλείου

Θεοδοσία Ντόκου – Η Ροδίτισσα πιανίστρια στις μεγάλες σκηνές του κόσμου

Νικήτας Γρύλλης: «Η Σύμη καλείται να διαχειριστεί… την επιτυχία της»

Από την Ιατρική και τις νευροεπιστήμες στη σκηνοθεσία και το Φεστιβάλ Δράμας-Ο Ροδίτης Άκης Σταυρόπουλος μιλά για τη διαδρομή του

Γιώργος Συμεωνίδης: «Η τύχη η δική μου ήταν καλή και έζησα…»

Ράνια Ζαχαροπούλου: «Η Ρόδος δίνει τη μάχη για να γίνει πρότυπο αυθεντικότητας»