Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η εποχή του και τα Δωδεκάνησα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1945 ΦΟΡΕΣ
80 χρόνια από το θάνατό του
Ένας σπουδαίος πολιτικός, ένας χαρισματικός ηγέτης, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, θα αποκαταστήσει το πληγωμένο γόητρο του βασιλικού θεσμού, θα αναδείξει τον μονάρχη μέτοχο των πολιτικών αποφάσεων και θα καλέσει ακόμα από την εξορία ή αυτοεξορία τους αντιπάλους του. Ακόμα θα προκηρύξει εκλογές στη διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, γρεγονός που όλοι αναγνωρίζουν ως μέγα λάθος. Τις επιλογές του αυτές, θα τις πληρώσει πολύ ακριβά, ο ίδιος αλλά και ο Ελληνικός λαός.
Τη σχέση Ελ. Βενιζέλου και Δωδεκανήσου, θα μπορούμε να την παρακολουθήσουμε από τις πρώτες κιόλας μέρες της Ιταλικής κατοχής, με το ενδαιφέρον που επέδειξε. Όταν το 1919, οι Δωδεκανήσιοι πραγματοποίησαν το συλλαλητήριο για απελευθέρωση των νησιών και ένωση με την Ελλάδα, αψηφώντας τους Ιταλούς, έδωσαν με τον τρόπο αυτό επιχειρήματα στον πρωθυπουργός της Ελλάδας, ώστε να καταγγείλει τη μυστική συμφωνία Ιταλίας Αντάν. [Μπακίρης Εμμ. (χ.χ.) σ.28].
Πρώτος και κύριος στόχος του Ελ. Βενιζέλου ήταν η Σμύρνη, αλλά ήθελε και τα νησιά του Αιγαίου που ήταν τουρκοκρατούμενα, τα Δωδεκάνησα που ήταν ιταλοκρατούμενα, τη Βόρεια Ήπειρο και ολόκληρη τη Θράκη. Με μια πανέξυπνη κίνηση, εγκατέλειψε όλες τις αξιώσεις της Ελλάδας για την Κωνσταντινούπολη, αστειευόμενος ότι ήταν «ο μόνος Έλληνας στον κόσμο που απέρριπτε την Κωνσταντινούπολη», ενώ δεν έκανε καμιά αναφορά για την Κύπρο, η οποία βρισκόταν υπό βρετανική κυριαρχία [Γκαϊλς Μιλ. (χ.χ.), σ. 157].
Τον Ιούλιο του 1920, όταν τα τουρκικά στρατεύματα επαναστατούν κατά του σουλτάνου, ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει με την έγκριση των Μεγάλων Δυνάμεων τη Φιλαδέλφεια, το Ουσάκ, το Μπαλί Κεσέρ, την Πάνορμο, την Προύσα και την Ανατολική Θράκη μέχρι την οροσειρά της Τσατάλτζας. Στα διπλωματικά μέτωπα εξελίσσονται και εκεί μάχες όχι μόνο από Έλληνες και Τούρκους, αλλά και από άλλους Ευρωπαίους. Οι Βρετανοί που ασκούσαν στο παρασκήνιο πιέσεις στον σουλτάνο να υπογράψει συνθήκη πράγμα που έγινε στιο 28 Ιουλίου/ 10 Αυγούστου 1920. Η συνθήκη αυτή που υπογράφηκε στις Σέβρες , ένα προάστιο του Παρισιού, περιλαμβάνει τις υπογραφές των νικητριών δυνάμεων και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Όταν ο κόμης Sforza, διαδέχθηκε τον Titoni στο Υπουργείο Εξωτερικών με διακοίνωσή του προς τον πρεσβευτή της Ελλάδας στη Ρώμη Κορομηλά προέβη στην καταγγελία της συμφωνίας Βενιζέλου – Tottoni. (22.7.1920).
Ο Ελ. Βενιζέλος για να ξεκαθαρίσει την εσωτερική πολιτική κατάσταση της χώρας και για να επιβεβαιώσει το έργο του από τον λαό, αποφάσισε να κάνει εκλογές, στη διάρκεια του πολέμου. Προκηρύσσει εκλογές για την 1η Νοεμβρίου 1920. Επιτρέπει να επιστρέψουν οι πολιτικοί του αντίπαλοι (εξόριστοι ή αυτοεξόριστοι) και αφού σχηματίζουν κοινούς συνδυασμούς, υπόσχονται στο λαό πως θα σταματήσουν τον πόλεμο και πως τα παιδιά τους θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. Το σύνθημα αν και δημαγωγικό και ενώ εξελισσόταν το πόλεμος στη Μικρασία, γεγονός που δεν μπορούσαν να σταματήσουν οι μάχες, άρεσε στο λαό. Αποτέλεσμα να ηττηθεί ο Βενιζέλος. Ο Βενιζέλος, δεν εκλέγεται ούτε καν βουλευτής, αποσύρεται της πολιτικής και αναχωρεί στο εξωτερικό, εγκαταλείποντας την αρχηγία του κόμματος των Φιλελευθέρων. Κι ας αναγνωριζόταν στην Ευρώπη, ως ο πλέον επιτυχημένος και εμπνευσμένος ηγέτης αλλά και διπλωμάτης. Η νέα Βουλή θα συνέλθει στις 18.1.1921.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1922, η Ιταλία βρήκε κατάλληλη τη στιγμή για να προβεί στη δήλωση, ότι δεν θεωρεί πια ισχύουσα τη Συνθήκη των Σεβρών, σύμφωνα με την οποία, εκτός των άλλων, παραχωρούνταν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας της Επανάστασης του 1922, της οποίας ηγούταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις με την Τουρκία, οι οποίες κατέληξαν στη Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου του 1923.
Με τη συνθήκη αυτή, η Τουρκία παραχωρούσε στην Ιταλία τα δικαιώματά της στα νησιά κι έτσι η Ιταλία έμεινε στα Δωδεκάνησα δεν εκήρυξε όμως προσάρτηση.
Στη συνδιάσκεψη της ειρήνης ο Ελ. Βενιζέλος δεν θα παραλείψει να υποβάλει (29.1.1923) έγγραφο που εξέφραζε τις απόψεις του για το Δωδεκανησιακό ζήτημα. «Η Ελληνική αντιπροσωπεία», ανέφερε το έγγραφο αυτό «παρά τη συνδιασκέψει της Λωζάνης έχει την τιμήν να εκφράση τας εαυτής ευχαριστίας εις τας αντιπροσωπείας των τριών προσκαλουσών δυνάμεων, δια την γενομέην αυτή χθες εσπέρας ανακοίνωσιν του σχεδίου της ειρήνης και των συνημμένων αυτή εγγράφων. Επιτρέπει δε εις αυτήν να παρουσιάση επί του ζητήμαος τούτου ταςς επομένας παρατηρήσεις:
«Δωδεκάνησος: Η Ελληνική αντιπροσωπεία δεν διατυπώνει αντίρρησιν τινα εναντίον του άρθρου 15 του σχεδίου συνθήκης δυνάμει του οποίου η Τουρκία υποχρεούται να παραιτηθεί υπέρ της Ιταλίας όλων των δικαιωματων της και τίτλων επί των Δωδεκανήσων των οποίων τα ονόματα μνημονεύονται εν τω άρθρω τούτω. Θεωρεί την τηρηθείσαν διαδικασίαν δικαίαν. Υπενθυμίζει όμως ότι υπάρχει μια συνθήκη με επικυρωθείσα μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας περί του οριστικού διακανονισμού της τύχης των νήσων τούτων και επιφυλάσσει το δικαίωμα της Ελληνικής Κυβερνήσεως, όπως η Τουρκία άπαξ παραιτηθείσης των δικαιωμάτων αυτής επί των εν λόγω νήσων, προσέλθει εν πνεύματι φιλικώ εις τας δεούσας συνομιλίας προς καθιορισμόν της τύχης αυτών».
Στις 24.7.1923 υπογράφεται η συνθήκη της Lausanne, η οποία με το άρθρο 15 όρισε όπως η Τουρκία παρατείται «υπέρ της Ιταλίας παντός δικαιώματος και τίτλου επί των κάτω νήσων (αναφέρονται όλα τα νησιά της Δωδεκανήσου)» και με το άρθρο 16 γνωστοποιεί ότι:
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος μετά από το αποτυχημένο κίνημα του 1935, φιλοξενήθηκε μαζί με την συζυγό του Έλενα, για μικρό χρονικό διάστημα στη Ρόδο.
«Η Τουρκία δηλοί ότι παρατείται παντός τίτλου και δικαιώματός πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσεο προς τα εδάφη άτινα κείνται πέραν των προβλεπομέων υπό της παρούσης συνθήκης ορίων ως και επί των νήσων, εκτός εκείνων ων η κυριαρχία έχει αναγνωρισθή αυτή διά της παρούσης συνθήκης, της τύχης των εδαφών και των νήσων τούτων κανονισθείσης ή κανονισθησομένης μεταξύ των ενδιαφερομένων».
Από την ημέρα αυτή και στη συνέχεια η Ιταλία, απόκτησε πλέον την πλήρη κυριαρχία στα Δωδεκάνησα και άρχισε να προβαίνει στη λήψη σειράς μέτρων τα οποία σκοπό είχαν να μεταβάλλουν την ελληνικότητα της Δωδεκανήσου, νομοθετικά, διοικητικά, δικαστικά και οικονομικά [Φραγκόπουλος Ιπ. (1958) σ. 74].
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1927, ενώ ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος μετέβαινε στα χωριά Μονόλιθο και Απολακκιά, άγνωστος αποπειράθηκε να τον δολοφονήσει. Μετά την ανάρρωσή του υπέβαλε την παραίτησή του στο πατριαρχείο, το οποίο όχι μόνο δεν την ένε δεκτή, αλλά του έδωσε εντολή να μείνει» αγωνιζόμενος ευόρκως ως μέχρι τούδε σαν καλός στρατιώτης της Εκκλησίας».
Στη Ρόδο, όπου αρκετοί κατηγορούσαν τον Μητροπολίτη για τη θέση που πήρε στο ζήτημα του Αυτοκεφάλου της Εκκλησίας, η γνώμη του Πατριαρχείου δεν ικανοποίησε. Ακόμα και ένα μέρος των Δωδεκανησίων του εξωτερικού, αμφέβαλλαν για το έργο του.
Ο Μητροπολίτης, θεώρησε κατάλληλη ευκαιρία όταν ανέλαβε την εξουσία ο Ελ. Βενιζελος, να του διαβιβάσει μαζί με τα συγχαρητήρια και τις ευχές του, να ζητήσει οδηγίες. Ο εθνάρχης αφού τον ευχαρίστησε, θίγοντας το πολιτικό ζήτημα πρόσθεσε:
« Όσον αφορά τα εν τη Υμετέρα από 5.9.1928 επιστολή εκτεθειμένα έλαβον γνλωσν αυτών μετ’ ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος. Αι γενόμεναι υπ’ εμού αφ ενός δηλώσεις της ελληνικής κυβερνήσεως, καθ’ ας αύτη θεωρεί το δωδεκανησιακόμ ζήτημα μη υφιστάμενον μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας, αλλ΄ως ζήτημα αφορών αποκλειστικως την Ιταλίαν και τους Δωδεκανησίους, και αφ’ ετέρου η δια της υπογραφής της ελληνοϊταλικής συμφωνίας εκκαθάρισις της πολιτικής ατμοσφαίρας και παγίωσις των φιλικών μεταξύ των λαών δεσμών θέλουσιν ασφαλώς αποτελέσει όπως διαλυθεί ευχερώς πάδα παρεξήγησις.
Προς τουύτο αρκεί η καλή θέλησις αμφοτέρων των ενδιαφερομένων, ήτοι της ιταλικής κυβερνήσεως και του ομογενούς στοιχείου, είμαι δε πεπεισμένος ότι δεν στερείται η πρώτη τοιαύτης, λελογισμένη και ειλικρινής προσφυγή του Δωδεκανησιακού λαού εις την αυτήν δεν είναι δυνατόν παρά αγαθούς να αποδώσει καρπούς.
Ελευθέριος Βενιζέλος»
Στις 19 Αυγούστου του 1928, διεξάγονται εκλογές και αναδεικνύεται πανίσχυρος ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Ετσι, μετά την κατρακύλα του Νοεμβρίου του 1920, τον επαναφέρει ο ελληνικός λαός στην αρχή σαν Μεσσία, ύστερα από οκτώ χρόνια, με το 61% της προτίμησης του εκλογικού σώματος.
Τον Σεπτέμβριο του 1928, μετά την υπογραφή του συμφώνου φιλίας, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ευρισκόμενος στη Ρώμη, έκανε δηλώσεις, στις οποίες τόνιζε:
«... Το Δωδεκανησιακό Ζήτημα δεν υφίσταται μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, όπως δεν υφίσταται και το Κυπριακόν, μεταξύ Ελλάδος και Μεγάλης Βρετανίας.
Οπως η Κύπρος δεν ημπόδισεν, επί ήμισυ ήδη αιώνα, αφότου κατέχεται υπό της Μεγάλης Βρετανίας, τας αρίστας προς την τελευταίαν ταύτην σχέσεις της Ελλάδος, δεν δύναται και δεν πρέπει και η Δωδεκάνησος να εμποδίση την ανάπτυξιν και εμπέδωσιν σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας».
Όταν στις 10.8.1929 υπογράφηκε η συνθήκη των Σεβρών μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας, και τα Δωδεκάνησα παραχωρούνταν στην πρώτη, εκτός από τη Ρόδο και το Καστελλόριζο, Ο Βενιζέλος μιώντας στη Βουλή εκφράζει τη λύπη του:
«Η Ιταλία παραχωρεί τας Δωδεκανήσους εις την Ελλάδα πλην της Ρόδου, η οποία θα παραμείνει υπό την ιταλικήν κατοχήν, αλλά και η οποία θα υδύνατο να προσεπικυρωθή εις την Ελλάδα και αυτή οχέποτε και η Κύπρος θα ήτο δυνατόν να παραχωρηθή εκ μέρους της Αγγλίας εις την Ελλάδα. Δυστυχώς το Καστελλόριζον αποξενούται από ημάς εντελώς. Δεν θέλω κατά την σημερινήν ημέραν να φανώ μικρός προς κανένα και δεν αναφέρω που οφείλεται η ευθύνη αυτή, ότι ενώ το Καστελλόριζον κατά τους Βλακανικούς πολέμους και αρχομένου του Ευρωπαϊκού πολέμου ευρίσκετο εις την ελληνικήν κατοχήν, έπαυσε δυστυχώς να ευρίσκεται εις την ελληνικήν κατοχήν, το οποίον γεγονός είχεν ως αποτέλεσμα σήμερον οριστικως τούτο το περιέλθη εις Μεγάλην Δύναμιν».
Με το πρώτόκολλο της 28.12.1932 της ιταλοτουρκικής σύμβασης, που υπεγράφει στις 4.1.1932,
Το οποίο αρνήθηκε να αναγνωρίσει στη συνέχεια η Άγκυρα, επειδή τάχα δεν επικυρώθηκε από την τουρκική Εθνοσυνέλευση και μη κατατεθειμένου στη Γραμματεία της Κοινωνίας των Εθνών, δεν αίρει το γεγονός ό,τι τόσο με την συνομολόγηση του πρωτοκόλλου από επισημους αντιπροσώπους των δύο κρατών όσο και, στη συνέχεια, μέσω της αλληλογραφίας μεταξύ των δύο υπουργών Εξωτερικών, το συγκεκριμένο καθεστώς της ιταλικής κυριαρχίας, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά και έγινε ρητά αποδεκτό από την τουρκική πλευρά [Σβολόπουλος Κων (2002), σ. 15].
Οι Μητροπολίτες π Ρόδου Απόστολος και ο Καρπάθου – Κάσου Γερμανός, με υπόμνημά τους προς τον Ελ. Βενιζέλο, του ζητούν να διαμεσολαβήσει ώστε να αποκαθαρθεί η φήμη της «προδοσίας» από το πρόσωπο του Αποστόλου από την επιδιωκόμενη κήρυξη του αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς.
Ο Ελ. Βενιζέλος θα κυβερνήσει μέχρι το 1932.
Στις 16 Μαρτίου 1935, θα δώσει την τελευταία του συνέντευξη, σε αίθουσα του ξενοδοχείου των Ρόδων, έπειτα από το κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935 [Παπαιωάννου Μαν. (1993), σ. 29].
Η επίσκεψή του στη Ρόδο
Την 1η Μαρτίου 1935 το Κίνημα των βενιζελικών αξιωματικών εναντίον της κυβέρνησης Παναγή Τσαλδάρη αποτυγχάνει. Στο κίνημα αυτό δυο Δωδεκανήσιοι που κατοικούσαν στον Πειραιά φυγάδευσαν βενιζελικούς αξιωματικούς στο σπίτι τους. Ο Ελ. Βενιζέλος, μετά από δύο εβδομάδες φτάνει στη Ρόδο.
Η εφημ. «Ροδιακή» θα γράψει στις 14.3.1935, για την επίσκεψη του μεγάλου αυτού άνδρα στη Ρόδο, τα εξής:
«Ο κ. Βενιζέλος μετά της συζύγου του κ. Έλενας και της ακολουθίας του, εν η ο τέως υπουργός των Οικονομικών κ. Μαρής, ο ναύαρχος κ. Δεμέστιχας και τινες γερουσιασταί και βουλευταί, αφίκοντο την παρελθούσα Πέμπτην εις Ρόδον δια του Β.Π. «Καταλαφίμ» καταλύσαντες εις το Μ. ξενοδοχείον των Ρόδων.
Ο κ. Βενιζέλος την επιούσαν μετέβηξ εις το Διοικητήριον και επεσκέφθη την Α.Ε. τον Γεν. Διοικητήν μεθ ου συνδιελέχθη επί μακρόν.
Ο κ. Βενιζέλος εξιστόρησε τα των ιστορικών διαφωνιών του προς τον βασιλέα Κωνσταντίνο, τους αγώνας του δια την εις τον πόλεμον συμμετοχήν της Ελλάδος ήτις συνετέλεσεν εις την επικράτησιν της συμμαχικής υποθέσεως, την παλινόρθωσιν της δυναστείας και την τελευταίαν ιστορίαν της Ελλάδος μέχρι του τελευταίου κινήματος του στρατηγού Πλαστήρα το οποίον ούτο κατόρθωσε να συγκρατήσει σχηματίσας Κυβέρνησιν εκ των ανωτέρων στρατιωτικών παραγόντων, οίτινες παρέδωσαν την Κυβέρνησιν εις τον πολιτικόν συνδυασμόν Τσαλδάρη-Κονδύλη-Μεταξά» .
Θα πεθάνει στις 18 Μαρτίου του 1936, στο Παρίσι, στις καρδιές των περισσοτέρων Ελλήνων θα παραμείνει ως ο πρωθυπουργός της Ελλάδας που επέφερε μεταρρυθμίσεις σχεδόν σε όλους τους τομείς του κράτους με κύριο σκοπό την οργάνωση της χώρας στα πρότυπα αστικού κράτους. Παράλληλα οργάνωσε αξιόμαχο στρατό, τον οποίο εκμεταλλεύθηκε στις πολεμικές συρράξεις, διπλασιάζοντας την εδαφική έκταση της Ελλάδας.
Γράφει ο Κυριάκος Μιχ. Χονδρός

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News