Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 812 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γεώργιος Κοτζαερίδης
Πέρασαν 200 χρόνια από τότε που οι πρόγονοί μας επαναστάτησαν ενάντια στους κατακτητές Τούρκους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να ζούμε και να κυκλοφορούμε σήμερα ελεύθεροι. Η στήλη αυτή είναι ένας φόρος τιμής σε όλους αυτούς τους Ήρωες που πρωτοστάτησαν στον Αγώνα, για να τους θυμόμαστε και να τους έχουμε πάντοτε ζωντανούς στη μνήμη μας.
Ο Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο, την αρχαία πόλη Φέραι της Θεσσαλίας και τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Ζαγορά του Πηλίου και κατόπιν στα Αμπελάκια, όπου απέκτησε σπουδαία μόρφωση.
Τελειώνοντας τις σπουδές του, εργάστηκε ως δάσκαλος στο γειτονικό χωριό Κισσός.
Όταν ήταν είκοσι χρονών, σκότωσε έναν Τούρκο πρόκριτο που του είχε φερθεί άσχημα και κατέφυγε στο Λιτόχωρο όπου βρίσκονταν ο αρματολός θείος του Σπύρος Ζήρας.
Αργότερα κατέφυγε στο Άγιο Όρος φιλοξενούμενος του ηγουμένου Κοσμά της Μονής Βατοπεδίου και του συμπατριώτη του μοναχού Νικόδημου Αγιορείτη, ο οποίος αργότερα αναδείχθηκε Άγιος της εκκλησίας μας, και του έδωσε τα κλειδιά της Αθωνιάδας Σχολής για να εμπλουτίσει τις γνώσεις του.
Αναχώρησε στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει ξένες γλώσσες και εκεί γνώρισε σπουδαίες προσωπικότητες όπως τον Αλέξανδρο Υψηλάντη που ήταν παππούς του μετέπειτα αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.
Ακολούθησε τον Υψηλάντη στο Ιάσιο, όπου στέφθηκε ηγεμόνας της Μολδαβίας αλλά πολύ σύντομα διαφώνησε μαζί του και έφυγε στη Βλαχία και διορίστηκε γραμματέας του ηγεμόνα Νικόλαου Καρατζά Μαυρογένη, συγγενή της Μαντώς Μαυρογένους.
Απέκτησε σημαντική περιουσία και σε ηλικία τριάντα ετών ήταν γνωστός στην καλή κοινωνία των Φαναριωτών και Βογιάρων της Βλαχίας.
Μετά τον αποκεφαλισμό του Μαυρογένη από τους Τούρκους κατέφυγε στη Βιέννη μαζί με τον ελληνικής καταγωγής Αυστριακό βαρώνο Χριστόδουλο Λάνγκεφελντ Κιρλιανό που τον έφερε σε επαφή με τους ομογενείς της πόλης.
Συνεργάστηκε με Έλληνες σπουδαστές και εμπόρουςτης πόλης και η Βιέννη έγινε η έδρα της επαναστατικής δράσης του. Στο τυπογραφείο των αδελφών Πούλιου από τη Σιάτιστα τύπωσε αρχικά τα βιβλία του το «Σχολείο των ντελικάτων εραστών» και το «Φυσικής Απάνθισμα», το «Ηθικός Τρίπους», τον «Θούριο», το «Σύνταγμα της Ελληνικής Δημοκρατίας» τα «Δίκαια του ανθρώπου» και τον 1ο τόμο του «Νέου Αναχάρσιδος».
Το 1796, μετά από ένα ταξίδι του στο Βουκουρέστι, επέστρεψε στη Βιέννη όπου τύπωσε μια σειρά από χάρτες, την Χάρτα της Ελλάδος, ενός μνημειώδους χάρτη διαστάσεων 2,07 x 2,07 μ, που φιλοτεχνήθηκε από τον Αυστριακό λιθογράφο Φρανσουά Μίλλερ.
Τύπωσε χιλιάδες προκηρύξεις για να μοιραστούν στους Έλληνες της περιοχής των Βαλκανίων, αποβλέποντας στην ένωση όλου του ελληνικού στοιχείου που ήταν διασκορπισμένο στην Ανατολή και τα ευρωπαϊκά κέντρα.
Πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα το 1797 τύπωσε χιλιάδες επαναστατικά αντίτυπα με τίτλο «Επαναστατικό Μανιφέστο», και «Προκήρυξη» για να τα διαμοιράσει στην Ελληνική επικράτεια.
Τα έστειλε σαν εμπορεύματα από την Βιέννη στην Τεργέστη, αλλά κατόπιν προδοσίας του Έλληνα εμπόρου Δημητρίου Οικονόμου συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία στις 19 Δεκεμβρίου του 1797, μαζί με άλλους επτά συντρόφους του.
Στις 30 Δεκεμβρίου ο Ρήγας αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και βαριά τραυματισμένος παρέμεινε στο νοσοκομείο ως τις αρχές του Φεβρουαρίου του 1798.
Οδηγήθηκε στις φυλακές της Βιέννης και από εκεί μετά το πέρας των ανακρίσεων, με τους επτά συντρόφους του συνοδευόμενοι από ισχυρή φρουρά μεταφέρθηκαν στο Σεμλίνο, ένα παραδουνάβιο φρούριο της Αυστρίας και παραδόθηκαν στους Τούρκους στις 10 Μαΐου του 1798.
Οι επτά σύντροφοί του, ήταν ο Ευστράτιος Αργέντης (31 χρονών, έμπορος από τη Χίο), ο Δημήτριος Νικολίδης (32 χρονών, γιατρός από τα Ιωάννινα), ο Αντώνιος Κορωνιός (27 χρονών, έμπορος και λόγιος από τη Χίο), ο Ιωάννης Καρατζάς (31 χρονών, λόγιος από τη Λευκωσία της Κύπρου), ο Θεοχάρης Γεωργίου Τουρούντζιας (22 χρονών, έμπορος από τη Σιάτιστα), ο Ιωάννης Εμμανουήλ (24 χρονών, φοιτητής της ιατρικής από την Καστοριά) και ο Παναγιώτης Εμμανουήλ (22 χρονών, αδερφός του προηγούμενου και υπάλληλος του Αργέντη).
Φυλακίστηκαν στον Πύργο Νεμπόισα, παραποτάμιο φρούριο του Βελιγραδίου και ύστερα από πολλά βασανιστήρια, στις 24 Ιουνίου του 1798 στραγγαλίστηκαν, και τα σώματά τους ρίχτηκαν στον Δούναβη, σύμφωνα με τα επίσημα αυστριακά έγγραφα, χωρίς να δικαστούν.
Όταν μαθεύτηκε η σύλληψη του Ρήγα, πολλοί φίλοι του προσπάθησαν να τον ελευθερώσουν, αλλά οι εχθροί του έπεισαν τον Σουλτάνο Σελίμ Γ΄ να τον θανατώσει πριν με τις ενέργειές του ξεσηκωθούν τα Βαλκάνια.
Οι Οθωμανοί υποστήριξαν ψευδώς ότι οι φυλακισμένοι απέδρασαν από τις φυλακές και πνίγηκαν στον Δούναβη για να παραπλανήσουν τους Ευρωπαίους, στους οποίους είχαν υποσχεθεί μία τίμια δίκη.
Ο Ρήγας υπήρξε εθνομάρτυρας και πρόδρομος της Ελληνικής Επανάστασης και με το έργο του ξύπνησε για πρώτη φορά τη συνείδηση των σκλαβωμένων Ελλήνων για να αποκτήσουν την ελευθερία τους, ενάντια στη θέληση των Ευρωπαίων και δη των Αυστριακών που πίστευαν ότι ο Ρήγας είχε σχέσεις με τον Ναπολέοντα.
Ο Θούριός του ήταν ένας πατριωτικός ύμνος, ένας ύμνος τον οποίο τραγουδούσαν όλοι οι Έλληνες και ξυπνούσε μέσα τους το θηρίο της Ελληνικής Επανάστασης.
Ο Θούριος του Ρήγα Φεραίου
Ως πότε, παλληκάρια, να ζούμεν στα στενά,
μονάχοι, σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
να φεύγωμ' απ' τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;
Καλλιό 'ναι μίας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή!
Τι σ' ωφελεί αν ζήσης και είσαι στη σκλαβιά;
Στοχάσου πως σε ψένουν καθ' ώραν στη φωτιά.
Βεζίρης, Δραγουμάνος, Αφέντης κι αν σταθής,
ο Τύραννος αδίκως σε κάμει να χαθής·
δουλεύεις όλ' ημέρα σε ό,τι κι αν σοι πη,
κι αυτός πασχίζει πάλιν το αίμα σου να πιη.
O Σούτζος, κι ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής
Γκίκαςκαι Μαυρογένης, καθρέπτης είν' να ιδής.
Ανδρείοι καπετάνοι, παπάδες, λαϊκοί,
σκοτώθηκαν, κι αγάδες, με άδικον σπαθί·
κι αμέτρητ' άλλοι τόσοι, και Τούρκοι και Ρωμιοί,
ζωήν και πλούτον χάνουν, χωρίς καμιά 'φορμή.
Ελάτε μ' έναν ζήλον σε τούτον τον καιρόν,
να κάμωμεν τον όρκον επάνω στον Σταυρόν·
συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,
να βάλωμεν, εις όλα να δίδουν ορισμόν·
οι Νόμοι να 'ν' ο πρώτος και μόνος οδηγός,
και της Πατρίδος ένας να γένη αρχηγός·
γιατί κι η αναρχία ομοιάζει την σκλαβιά·
να ζούμε σαν θηρία είν' πλιο σκληρή φωτιά.
Και τότε, με τα χέρια ψηλά στον ουρανόν,
ας πούμ' απ' την καρδιά μας ετούτα στον Θεόν.
Εδώ σηκώνονται οι Πατριώται ορθοί και, υψώνοντες
τας χείρας προς τον ουρανόν, κάμνουν τον Όρκον:
«Ω Βασιλεύ του Κόσμου, ορκίζομαι σε Σε,
στην γνώμην των Τυράννων να μην ελθώ ποτέ!
Μήτε να τους δουλεύσω, μήτε να πλανηθώ
εις τα ταξίματά τους, για να παραδοθώ.
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός,
για να τους αφανίσω, θε να 'ναι σταθερός.
Πιστός εις την Πατρίδα, συντρίβω τον ζυγόν,
αχώριστος για να 'μαι υπό τον στρατηγόν.
Κι αν παραβώ τον όρκον, ν' αστράψ' ο Oυρανός
και να με κατακάψη, να γένω σαν καπνός!».

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News