Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης: Τεύκριον η χαμαίδρυς (Teucrium chamaedrys), κοινώς χαμοδρυά, χαμαγκαραθέ, χαμαγκαραθίδι
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1333 ΦΟΡΕΣ
Φαρμακευτικά και αρωματικά φυτά της Ελλάδας
Γράφει ο
Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Επιτίμος Εφόρος Αρχαιοτήτων
Το Τεύκριον η χαμαίδρυς (Teucrium chamaedrys), κοινώς χαμαγκαραθίδι ή Χαμαγκαραθέ, ανήκει στο γένος Τεύκριον (Teucrium), ονομασία, που προέρχεται από τον μυθικό Τεύκρον, ο οποίος, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, εθεωρείτο υιός του ποταμίου θεού Σκαμάνδρου και της νύμφης Ιδαίας. Εχρημάτισε, σύμφωνα με την υπάρχουσα παράδοση, πρώτος βασιλιάς της Τροίας και ένεκα τούτου οι Τρώες εκαλούντο «Τεύκροι».
Το γένος Τεύκριον ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών ή Λαμπιατών (Lipiadeae ή Labiatae) και περιλαμβάνει θάμνους, φρύγανα ή και πόες μονοετείς ή πολυετείς, ιθαγενείς των ευκράτων χωρών της γης. Από τα εκατόν εξήντα (160) περίπου είδη, που περιλαμβάνει το γένος αυτό και από τα οποία ορισμένα είναι φαρμακευτικά, περισσότερο γνωστά, από αυτά τα οποία φύονται στην Ελλάδα, είναι τα ακόλουθα:
1) Τεύκριον η χαμαίδρυς (Teucrium chamaedrys)
Πρόκειται για θάμνο πολυετή, ο οποίος είναι αποξυλωμένος στη βάση, χλοάζοντα, τριχωτόν, με βλαστούς λεπτούς, κατακείμενους ή ανιόντες (ύψους 0,10-0,30 μ.), που ριζοβολούν στη βάση αυτών. Φέρει φύλλα προμήκη, ωοειδή, σφηνοειδή, νευρώδη, δερματώδη, τριχωτά, σπανίως λεία, στίλβοντα άνωθεν. Τα ανώτερα παράνθια είναι βραχύτερα των ανθέων.
Τα άνθη του είναι πορφυρίζοντα, ανά 3-6 κατά σπονδύλους διατεταγμένα και σχηματίζουν βραχείς, πυκνούς, εμφύλλους βότρυς, μονόπλευρους. Ο κάλυκας είναι τριχωτός, κωδωνοειδής, κοκκινωπός, με οδόντες λογχοειδείς, σχεδόν ισομήκεις, βραχυτέρους του σωλήνα. Ποικίλλει με βλαστούς, φύλλα και κάλυκα με μακρές, λεπτές τρίχες, αδενοφόρους. Πρόκειται για τη γνωστή Χαμαίδρυ και το Τεύκριον του Διοσκουρίδου του Πεδάνιου ή Αναζαρβέως ή Ταρσεώς.
Το Τεύκριον η χαμαίδρυς (Teucrium chamaedrys) φύεται στην Ευρώπη, τη δυτική Ασία και την βόρειο Αφρική. Το φυτό αυτό είναι γνωστόν υπό το κοινόν όνομα: χαμοδρυά, η, χαμαγκαραθέ, η ή χαμαγκαραθίδι, το (Κρήτη) και πιστεύεται ότι έχει φαρμακευτικές ιδιότητες και χρήσεις.
2) Τεύκριον το κρητικόν (Teucrium creticum)
Είναι θάμνος, ο οποίος φύεται στην Κρήτη, την Κύπρο, την Αίγυπτο, τη Σικελία και την Παλαιστίνη, γνωστός στον Διοσκουρίδη υπό το όνομα «Ελίνιον το αιγύπτιον».
3) Τεύκριον το αιχμηρόν (Teucrium cuspidatum)
Πρόκειται για θάμνο μικρών διαστάσεων (ύψους 0,10-0,20 μ.), φρυγανώδη, με πυκνή, ισχυρά διακλάδωση, τριχωτή προς τα άνω. Τα φύλλα του είναι έμμισχα, σφηνοειδώς ωοειδή ή απεστρογγυλωμένα στη βάση των. Ο κάλυκας του άνθους αυτού είναι τριχωτός, με άνω χείλος καρδιοειδές, ωοειδές. Η στεφάνη των ανθέων αυτού φέρει ρόδινο χρώμα.
Φύεται σε πετρώδεις, επικλινείς και ασβεστούχες θέσεις της Κρήτης.
4) Τεύκριον το ξανθόν (Teucrium flavum)
Πρόκειται για θάμνον, που απαντά σε πολλά μέρη της Ελλάδος και ο οποίος είναι γνωστός υπό το κοινόν όνομα μοσχόχορτο, μοσχοχόρταρο, μοσχοτουβιά και χαμαιδρυά.
5) Τεύκριον το πολιόν (Teucrium polium)
Είναι πόα πολυετής, φαρμακευτική, η οποία απαντά σε πολλά μέρη της Ελλάδος (Κρήτη, Ρόδο, Χάλκη, Αλιμνιά, Κεφαλληνία κ.λπ.) και άλλων παραμεσογείων χωρών, στις οποίες καλλιεργείται υπό πολλές ποικιλίες. Οι βλαστοί του είναι κατακείμενοι, τα φύλλα του είναι σαρκώδη, χρώματος ανοικτού πρασίνου και τα άνθη του κίτρινα. Αυτό σε εμάς είναι γνωστό υπό τα κοινά ονόματα: αμοιρί, αμάραντο, αντωναϊδα, λιβανόχορτο, μητέρα, παναγιόχορτο, πόλιο του βουνού, της αγάπης το βοτάνι, της Κυράς το χορτάρι, της Παναγίας το χορτάρι κι άλλα.
6) Τεύκριον το σκόρδιον (Teucrium scordoides)
Πρόκειται για φυτό το οποίο απαντά ως αυτοφυές στην Ελλάδα και είναι γνωστό υπό το κοινόν όνομα: σκορδιό ή σκορδόχορτο. Αυτό είναι πόα πολυετής, υδροχαρής και φαρμακευτική, φερόμενη σο εμπόριον υπό το όνομα «σκορδίου πόα» (Herba scordii).
7) Τεύκριον το μίαρον (Teucrium miarum)
Είναι φαρμακευτικός θάμνος, ο οποίος φέρεται στο εμπόριο υπό το όνομα «Μάρου πόα» (Herba mari). Αυτό απαντά ως αυτοφυές στις χώρες της ΝΔ Ευρώπης.
Αρχαία Γραμματεία
Α) Θεόφραστος
Σχετικά προς το Τεύκριον η χαμαίδρυς, ο Θεόφραστος αναφέρει τα ακόλουθα:
«Της δε χαμαίδρυος τα μεν φύλλα προς τα ρήγματα και προς τα τραύματα εν ελαίω τριβόμενα και προς τα νεμόμενα έλκη, τον δε καρπόν καθαίρειν χολήν. Αγαθόν δε και οφθαλμοίς. Προς δε τα άργεμα προσάγειν το φύλλον τρίψανατα εν ελαίω. ΄Εχει δε φύλλα μεν οιάπερ δρυς, το δε ανάστημα της όλης όσον σπιθαμιαίον, εύοσμον δε και ηδύ».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 9, 9, 5).
Β) Διοσκουρίδης
1)«Τεύκριον. Πόα ραβδοειδής, παρεοικία χαμαίδρυι, λεπτόφυλλος, έχουσα ερεβίνθω πέταλον όμοιον. Φύεται δε πλείστη εν Κιλικία τη κατά την Σελεντίδα και Κητίδα καλουμένην.
Δύναμιν δε έχει χλωρά μετ΄ οξυκράτου ποθείσα ή ξηρά αποζεσθείσα και πινομένη σπλήνα τήκειν ισχυρώς. Καταπλάσσεται δε μετά σύκου και όξους επί σπληνικών, επί θηροδήκτων δε μετ΄ όξους μόνου δίχα του σύκου. Τεύκριον. Οι δε και τούτο χαμαίδρυν καλούσιν, οι δε Τευκρίδα.
Χαμαίρωψ ή χαμαίδρυς ή λινόδρυς.
Οι δε και ταύτην Τεύκριον καλούσι διά το σώζειν εμφέρειαν προς Τεύκριον. Φύεται δε εν τραχέσι και πετρώδεσι χωρίοις. Έστι δε θαμνίσκος σπιθαμιαίος φύλλα έχων μικρά, τω σχήματι και τη σχίσει δρυί όμοια, πικρά. Άνθος υποπόρφυρον, μικρόν. Συλλέγειν δε αυτήν δει εγκύμονα του καρπού.
Δύναμιν δε έχει χλωρά τε και ξηρά αφεψηθείσα συν ύδατι και ποτιζομένη βοηθείν σπάσμασι, βηχί, σπληνί εσκιρρωμένω, δυσουρούσιν, υδρωπικοίς εν αρχαίς. ΄Αγει και έμμηνα και έμβρυα, σπλήνα τε τήκει συν όξει ποθείσα. Προς δε τα θηρία συν οίνω πινομένη και καταπλασσομένη ποιεί. Λεία δε δύνατι και εις καταπότια αναπλάσσεσθαι προς τα ειρημένα, καθαίρει και ελκη παλαιά συν μέλιτι. Αίρει δε αχλύς τας εν οφθαλμοίς συν ελαίω λεία εγχριομένη και αλειφομένη δέ εστι θερμαντική».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής, ΙΙΙ, 97-98).
2) «Χαμαίδρυς μικρός ή χαμαίρωψ.
ΟΙ δε δρυός κέγχρος, οι δε Τεύκριον, Ρωμαίοι τριξάγω μίνορ, οι δε κυερκίαμ. Γάλλοι έρινον.
Δύναμιν δε έχει χλωρά τε και ξηρά αφεψηθείσα συν ύδατι και ποτιζομένη βοηθείν σπάσμασι, βηχί, σπληνί εσκιρρωμένω, δυσουρούσιν, υδρωπικοίς εν αρχαίς. ΄Αγει και έμμηνα και έμβρυα, σπλήνα τε τήκει συν όξει ποθείσα. Προς δε τα θηρία συν οίνω πινομένη και καταπλασσομένη ποιεί. Λεία δε δύναται και εις καταπότια αναπλάσσεσθαι προς τα ειρημένα, καθαίρει και έλκη παλαιά συν μέλιτι. Αίρει δε αχλύς τας εν οφθαλμοίς συν ελαίω εγχρισμένη. Και αλειφομένη δε έστι θερμαντική».
(Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής ΙΙΙ, 98 RV».
Λαϊκή Ιατρική
1)«Εις σπλήνας πόνον.
Κουφοξυλέας ρίζαν και κάπαρις ρίζαν και φύλλα ετέας και χαμένδριον και σταφίδες, βράσετα με καλόν κρασί, να πίνει κάθε ταχύ “και ιαθήσεται ο πάσχων”».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον 2001, σ. 107).
2) «Εις πόνεμα λεγόμενον σαράκι.
Χαμένδριον τζάκισον, ένοσον με μέλι, θέτε εις την τομήν».
(Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον 2001, σ. 120).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Άρθρον Τεύκριον ΜΕΕ, τ. 22 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), σ. 910.
Δ. Σ. Καβββάδας, Εικονογραφημένον Βοτανικόν-Φυτολογικόν Λεξικόν, τ. 8 (Αθήνα αν. χρ. εκδ.), Εκδόσεις ΠΗΓΑΣΟΣ, σ. 3876-3882.
Μυρσ. Λαμπράκη, Τα Χόρτα (Αθήνα 2000).
Ν. Εμμ. Παπαδογιαννάκης, Κρητικό Ιατροσόφιον του 19ου αιώνα (Ρέθυμνο 2001).
Ευ. Κ. Φραγκάκι, Η Δημώδης Ιατρική της Κρήτης (Αθήναι 1978).
Γ. Χριστόπουλος (Επιμέλεια), Φυτολογία, Εκδοτική Αθηνών (Αθήνα 1990).
Η. Baumannn, Die Griechische Pflanzenwelt (Muenchen 1999).
Koenemann, Botanica. Das Abc der Pflanzen. 10.000 Arten in Text und Bild (Koeln 1997).
Fr. W. Sieber, Ταξίδι στη νήσο Κρήτη του Ελληνικού Αρχιπελάγους κατά το έτος 1817, Λειψία 1823. Μετάφραση από τα Γερμανικά στα Ελληνικά υπό Δρ. Ιω. Ηλ. Βολανάκη, Αρχαιολόγου, Αθήναι 2022.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News