Έφτιαξε τα top μαγαζιά της Ρόδου και τώρα έβγαλε βιβλίο!
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 11629 ΦΟΡΕΣ
Ο Γιάννης Κλούβας, μέσα από την πορεία του δίνει μαθήματα ζωής
Συνέντευξη στη Ροδούλα Λουλουδάκη

«Το δικό μου ταξίδι», είναι αυτό που έκανε ο Γιάννης Κλούβας μέχρι να φτάσει να πει κανείς ότι είναι « πρωτοπόρος στη διασκέδαση της Ρόδου».
Ο άνθρωπος που έκανε πετυχημένα μαγαζιά χωρίς να αντιγράψει ποτέ κανέναν και χωρίς κάποιο από τα δικά του μαγαζιά να αντιγράφει το άλλο!
Αυτή την επιβραβευμένη πείρα του θέλησε να μεταδώσει με τη συγγραφή του βιβλίου που κυκλοφόρησε τις τελευταίες μέρες. Κάθε κεφάλαιό του, κι ένα μάθημα που συμπυκνώνει με λίγες λέξεις: τα δύσκολα παιδικά χρόνια, την καταλυτική παρουσία της μάνας, το μυαλό του που δούλευε και επεξεργαζόταν τις εικόνες τις οποίες έβλεπε στα ταξίδια του στο εξωτερικό, οι κακές εκτιμήσεις σε συνεταίρους, το επιχειρηματικό δαιμόνιο που μέχρι σήμερα δεν τον αφήνει να ησυχάσει.

Ο Γιάννης Κλούβας που τόλμησε, που μεγάλωσε γενιές Ροδίων και τουριστών στις ιστορικές δισκοθήκες του και τα εκλεπτυσμένα μαγαζιά του, που είχε το θάρρος και το θράσος, να πιάνει τον ταύρο από τα κέρατα. Τότε που είχες δικαίωμα στο λάθος. Γι’ αυτό σήμερα το βιβλίο του είναι πιο χρήσιμο από ποτέ. Γιατί σήμερα πρέπει να προλάβεις το λάθος που την ίδια στιγμή αναδεικνύει η πληροφορία που διαχέεται.
Σε μία εποχή που μιλούν όλοι ας κάνουμε μία στάση ν’ ακούσουμε κι αυτούς που το δικαιούνται.
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Άγιο Παντελεήμονα, στην Παλιά Πόλη, μου λέει. Πολύ δύσκολα τα παιδικά μου χρόνια! Όταν τα ζούσα δεν μου φαίνονταν τόσο δύσκολα γιατί δεν ήξερα κι από καλύτερα. Μεγαλώνοντας και βλέποντας πώς πέρασαν οι φίλοι μου και πώς εγώ, κατάλαβα ότι ήταν μεγάλη η δυσκολία, κι η ταλαιπωρία.
Όμως είχα θέληση, κι είχα μια μάνα από πίσω μου που με κυνηγούσε να με κατεβάσει από τα δέντρα, να με κατεβάσει από το κάστρο που ανέβαινα, και μου έμαθε να μην αγγίζω πράγματα άλλων, να μάθω τέχνη οπωσδήποτε μιας και γράμματα δεν υπήρχε μία. Πήγα σε τέχνη, δούλευα το πρωί και το βράδυ πήγαινα σε σχολή στον Νηρέα. Ζήσαμε χωρίς πατέρα. Ο πατέρας μου ήταν μία πολύπλοκη προσωπικότητα που μας ταλαιπώρησε όλους στην οικογένεια και πιο πολύ τη μάνα μου».
Ποιες ήταν οι προοπτικές τότε για έναν νεαρό που δεν είχε τίποτα;
Όσοι γεννήθηκαν το 1945 έφευγαν μετανάστες: Σουηδία, Αυστραλία, Καναδά, Αμερική. Οι επόμενοι του 1950 μπαρκάρανε στα καράβια. Εμείς του 1955 ήμασταν πολύ τυχεροί γιατί στην ηλικία των 15 μας χρόνων ξεκινούσε ο Τουρισμός, υπήρχε ανάγκη από χέρια κι έτσι μείναμε. Εγώ είχα μέσα μου τη φλόγα. Ήθελα να βγω από το καβούκι αν και ντρεπόμουνα να πω και πώς με λένε! Είχα έναν ξάδελφο με ακριβώς το ίδιο όνομα ο οποίος μπαινόβγαινε από τα αναμορφωτήρια, με αποτέλεσμα να ντρέπομαι να πω πώς είναι το όνομά μου. Θυμάμαι έναν τίτλο στην εφημερίδα: «ο Κλούβας, στην κλούβα της Αστυνομίας». Σκεφτείτε κλίμα. Προσπάθησα να ξεφύγω από τη μοίρα μου. Είχα όρεξη.
Όταν άρχισα να κάνω μαγαζιά δεν μου έφταναν 24 ώρες, ήθελα η μέρα να είναι 48 ώρες. Κι έψαχνα πάντα την πληροφόρηση. Εγώ δεν αντέγραψα κανέναν στη Ρόδο ούτε καν αντέγραψα μαγαζί που είχα κάνει, κάνοντας το επόμενο. Όλα τα μαγαζιά μου είχαν τη δική τους προσωπικότητα το καθένα. Ταξίδευα έβλεπα... Όταν για παράδειγμα είχα πάει στην Ντίσνεϋλαντ, το1992 άλλοι κοιτούσαν τα παιχνίδια κι εγώ χτυπούσα να δω από τι υλικό είναι φτιαγμένο το κάθε τι. Έτσι έφερα ιδέες οι οποίες ήταν πρωτοπόρες για τη Ρόδο, κι έτσι συνεχίζοντας διατηρήθηκα μέχρι σήμερα. Και μην ξεχνάς, η εποχή εκείνη δικαιολογούσε λάθη. Μπορούσες να το φτιάξεις, να το διορθώσεις. Σήμερα αν κάνεις ένα λάθος είσαι τελειωμένος. Είναι τόση η πληροφόρηση, που έχεις πεθάνει.
Ποιες είναι οι διαφορές του τότε με το σήμερα;
Εμείς τότε φτιάχναμε με δικά μας χρήματα μαγαζιά που είχαν πράγματα να δεις μέσα, να θαυμάσεις. Σήμερα, ο ένας «πουλάει» την παραλία που έχει μπροστά του, ο άλλος τη δική του παραλία, και γενικά «πουλάνε» την παραλία. Κι αυτό που έχει αλλάξει την κατάσταση εντελώς είναι ότι κάθε ξενοδοχείο έχει πια μέσα την ορχηστρούλα του, κάνει ελληνικές βραδιές, βραδιές λάτιν, ταγκό... γιατί υποχρεώνονται από τους πράκτορες. Δεν είναι ότι πήραν από τα εστιατόρια το φαγητό, πήραν και τη διασκέδαση.
Κι ο άλλος ο λόγος ο μεγάλος που διαλύθηκαν τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα είναι που το κάθε μπαρ και το κάθε παραδοσιακό καφενείο ανά πάσα στιγμή γίνεται νυχτερινό κέντρο! Έτσι, διαλύθηκαν τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα γιατί ένα μικρό μαγαζί φτιάχνει ατμόσφαιρα πολύ εύκολα, κι ένα μεγάλο μαγαζί χρειάζεται 1.000 άτομα, για να φτιάξει ατμόσφαιρα. Είμαστε η μοναδική δουλειά που οι μικροί φάγανε τον μεγάλο. Κι έτσι δεν έχασε ο ιδιοκτήτης ένα μεγάλο μαγαζί, το έχασε η Ρόδος.
Διάβασα το βιβλίο σας και θέλω να μου πείτε εκείνο το απίστευτο τρικ που κάνατε μια φορά για να μαζέψετε πίσω τον κόσμο σας!
Γύρισα μια μέρα από ταξίδι και μου λέει ο συνέταιρός μου «Γιάννη, άνοιξε η τάδε δισκοθήκη και μας πήρε τον κόσμο...». Λέω, «μην στενοχωριέσαι θα το φτιάξουμε το σκηνικό. Όποιον βρίσκεις στον δρόμο θα του λες, έλα το βράδυ που σε θέλω. Και θα το λέω κι εγώ. Έλα κάτω που σε θέλω, έλα κάτω που σε θέλω...». Κι όταν ήρθανε και με ρώταγαν «τι θέλεις βρε Γιάννη;», τους είπα «ήθελα να ξέρω πού θα είσαι το καλοκαίρι, πώς είσαι, τι κάνεις...»... κι έτσι το γεμίσαμε το μαγαζί και ξαναπήρε τα πάνω του το μαγαζί από εκείνο το βράδυ. Μέχρι σήμερα είμαι στην πόρτα και ευχαριστώ τον κόσμο που ήρθε γιατί όλοι πρέπει να φύγουν με μία καλή αίσθηση, γιατί δεν παίζει ρόλο τι τους δείχνεις εκεί μέσα, αλλά πώς τους έκανες να αισθανθούν.
Όταν ο πελάτης μπαίνει μέσα τον κάνω να νιώθει σημαντικός. Είναι μία δύσκολη δουλειά η νύχτα. Ο πελάτης δεν ξέρει πού θα καθίσει, πόσα θα ξοδέψει... ένα τραγούδι μπορεί να τον κάνει να ξοδέψει πάρα πολλά λεφτά. Δεν είναι τυχαίο το να δουλεύει ένα μαγαζί. Αν το διαβάσεις καλά το βιβλίο δίνω συμβουλές «κράτα το στόμα σου κλειστό...», «ο θάνατος της επιχείρησής σου ξεκινά από μέσα από το μαγαζί σου. Ο μπάρμαν σου με τα δικά σου ποτά, φιστίκια, καρότα και δεν συμμαζεύεται, είναι ο επόμενός σου ανταγωνιστής...»...
Επινοούσατε κι άλλα όμως πέραν του να αντιγράφετε μαγαζιά του Λονδίνου, ας πούμε και να τα φτιάχνετε στη Ρόδο! Πώς το κάνατε αυτό με το «ένα χιλιάρικο δύο ποτά»;
Είδα ότι το ένα μαγαζί μου σήκωνε το «ποτό και χιλιάρικο» το άλλο μαγαζί μου δεν πατούσε καλά! Σκέφτηκα, σκέφτηκα, σκέφτηκα, «χίλιες δραχμές, δύο ποτά...»! Μέχρι να πιεις το ένα δεν φεύγεις, περιμένεις να πιεις και τ’ άλλο. Το μαγαζί γεμίζει, ο κόσμος θέλει γεμάτο μαγαζί για να παραμείνει στο μαγαζί. Αυτό το τρικ μου έδωσε 30 χρόνια δουλειά. Σήμερα κάνουν ανακαινίσεις! Όταν κατεβαίνεις, κατεβαίνεις, κατεβαίνεις κάνεις ανακαίνιση και «την τρως». Ο έξυπνος επιχειρηματίας πουλάει όταν το μαγαζί είναι στο ύψος του. Ή προσαρμόζεται και κάνει στροφές πάνω στον κόσμο που έχει μείνει. Έλεγα στον dj «δεν με νοιάζει τι θα μιξάρεις. Θέλω να δω τον κόσμο να συμμετέχει...».
Εσείς κάνατε λάθη;
Δεν έκανα λάθος σε δουλειές, έκανα λάθος στους ανθρώπους. Συνεταιρίστηκα με λάθος ανθρώπους. Όλο είναι ένα μάθημα το βιβλίο αυτό. Σκεφτόμουν ότι έπρεπε να το γράψω.

«Νεαρέ, πολύ θάρρος ή μάλλον πολύ θράσος είχες...»! Πόσο σας ταιριάζει αυτή η φράση που αναφέρετε στο βιβλίο σας;
Απόλυτα. Προσπάθησα πολύ στη ζωή μου, και όλα τα οφείλω στη μάνα μου. Όταν ερχόταν και με φώναζε από τα κάστρα να κατέβω όπου παίζαμε πόκα- τα άλλα τα παιδιά της περιοχής δεν προχώρησαν, μείνανε εκεί ακόμα... Εγώ είχα μια μάνα που με κυνήγαγε. Ήμουνα τόσο αρσίζης που έριχνα πέτρες στα τζάμια του σπιτιού μας για να μου δώσει να πάρω Μίκυ Μάους. Κι όταν δεν μου έδινε, έριχνα πέτρες και στα τζάμια του γείτονα για να ντροπιαστεί και να μου δώσει. Δεν πίστευα ότι δεν είχε. Για όλα αυτά νιώθω τύψεις μέχρι σήμερα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της φρόντισα να είναι καλά και να χαίρεται που μαθαίνει για μένα.
Και πάλι κάτι ετοιμάζει και πάλι το μυαλό του σκέφτεται. Μέσα στη δερμάτινη, καφέ τσάντα την οποία κρατούσε όταν συναντηθήκαμε, παρατήρησα ότι είχε το νεοεκδοθέν βιβλίο του. Το χαρίζει στους φίλους. Στους παλιούς, στους καινούργιους, σ’ εμένα. Δίνει μαθήματα ζωής.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News