"Βίος και πολιτεία" δύο Ιταλών Διοικητών της Καρπάθου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 834 ΦΟΡΕΣ
Στο διάστημα της Ιταλοκρατίας 14 Ιταλοί υπηρέτησαν ως Delegato di Governo (Διοικητές) στην Κάρπαθο: Capetano Tozati, Capetano Nita, Cav. Tenente Paparo, Magiore Monteniaro, Tenente Falioniere, Cav. Tenente Dagliesposte, Tenente De Marzio, Tenente Maloniesse, Tenente Pietra Belle, Tenente Pagure, Tenente De Lougis Mario, Capetano Lombardo, Capetano Roberto Antico, Cavalao Giovanni Di Stefani. Όπως φαίνεται από τις προσωπογραφίες των δύο τελευταίων που ακολουθούν, η συμπεριφορά τους έναντι των Καρπαθίων υπήρξε διαφορετική.
Roberto Antico
Μετά που ο De Vecchi ανάλαβε πολιτικός και στρατιωτικός διοικητής Δωδεκανήσου, διόρισε διοικητή της Καρπάθου τον προσωπικό του φίλο και μέλος του Φασιστικού Κόμματος λοχαγό Roberto Antico. Ο Antico, γιος του Ercole (Ηρακλή) Antico και της Mari Efitsia γεννήθηκε το 1888 στη Cagliari της Σαρδηνίας, και ισχυριζόταν ότι καταγόταν από δόγηδες και ναυάρχους της Γένοβας, γι αυτό και οι Ιταλοί τον προσφωνούσαν βαρόνο. Στην πολιτική του καριέρα χρησιμοποιούσε τον τίτλο του Διδάκτορα Νομικής.
O Antico υπήρξε αξιωματικός του ιταλικού στρατού και πήρε μέρος στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην Κάρπαθο φορούσε στολή αξιωματικού του ιππικού, με στιβάνια και σπιρούνια. Οι μπότες του γυάλιζαν, το σπαθί του κρεμόταν αριστερά στη μέση του. Οι γροθιές ήταν πάντα κοντά στους γοφούς του και στη δεξιά χούφτα του έσφιγγε το μαστίγιο. Όταν περπατούσε στο δρόμο είχε μαζί του ένα λυκόσκυλο που πήγαινε δυο-τρία μέτρα μπροστά του (Όταν οι μητέρες θέλαν να φοβερίσουν τα παιδιά τους, τους έλεγαν «έρχεται ο Antico με τον σκύλο του»). Ήταν σκληρός και αλαζονικός, είχε ύφος υπεροπτικό, ανθρώπου απόλυτα ικανοποιημένου με τον εαυτό του.
Η γυναίκα του Antico υπερηφανευόταν και αυτή για την ευγενική της καταγωγή και οι Ιταλοί την αποκαλούσαν κοντέσα. Όταν πήγαινε για μπάνιο στην παραλία του Άμμου, την συνόδευαν δυο τρεις αξιωματικοί. Ήταν ευτραφής και όταν έκανε μπάνιο έμοιαζε με φάλαινα, γι αυτό και οι Ιταλοί αξιωματικοί που την συνόδευαν από πίσω της, την αποκαλούσαν κοροϊδευτικά «γοργόνα». Ήταν όμως αρκετά μορφωμένη και ασχολούνταν με την ιταλική και ξένη λογοτεχνία.
Στους Καρπάθιους ο Antico συμπεριφερόταν σκαιά, οι αυθαίρετες διαταγές και αποφάσεις του ήταν νόμος απαραβίαστος. Για ασήμαντες αφορμές έβαζε δυσβάστακτα πρόστιμα σε φτωχούς βιοπαλαιστές. Κάποτε, μέρα της Πρωτομαγιάς, ήλθε από τη Ρόδο με το Fiume, το πλοίο της γραμμής και πηγαίνοντας από το λιμάνι προς τα Διοικητήρια πέρασε μπροστά από ένα μαγαζί και ο ιδιοκτήτης του βγήκε να τον καλωσορίσει. Ο Antico, βλέποντας πάνω απ’ την πόρτα το στεφάνι του Μάη, χωρίς να τον ευχαριστήσει για το καλωσόρισμα, του έβαλε πρόστιμο 50 φράγκα για τον «εορτασμό της Κομουνιστικής Πρωτομαγιάς». Μέσα σ’ ένα μήνα, τον Σεπτέμβριο του 1939, έβαλε πρόστιμα 50.000 ιταλικές λιρέτες που ισοδυναμούσαν με 500 χρυσές λίρες.
Έπιανε όσους υποψιαζόταν ότι ήταν εναντίον της Ιταλίας, τους αφαιρούσε τις επαγγελματικές τους άδειες, και αν ήταν δάσκαλοι τους έπαυε και μετά τους απέλαυνε ή τους έστελνε σε εξορία και πολλές φορές στη φυλακή. Ο Antico πήρε στην υπηρεσία του δυο σπιούνους, έναν δασοφύλακα και την Παρασκευή, μια Φραγκολεβαντίνα από τη Ρόδο, που μιλούσε τα ελληνικά και ήταν παντρεμένη με ένα Ιταλό, τον Fais. Ο δασοφύλακας πληροφορούσε τον Antico για ό,τι συνέβαινε στα χωριά και η Παρασκευή τον κρατούσε ενήμερο για ό,τι έλεγαν οι Πηγαδιώτες εναντίον των Ιταλών.
Εκτός απ’ αυτούς τους δυο, ο Antico είχε και άλλους σπιούνους στην υπηρεσία του. Στη γειτονιά κοντά στα Διοικητήρια έμεναν οι Ηλίας Ορφανός, Γιώργος Κασσώτης, Αριστείδης Ματσάκης και Μιχάλης Αντιμησιάρης που δεν είχαν γράψει τα παιδιά τους Balilla. Ήταν καλοκαίρι και κάθε βράδυ με τις οικογένειές τους αποσπέριζαν στου Αντιμησιάρη την αυλή. Ο Antico έδωσε στον Μιχάλη Χ. ένα ζευγάρι λαστιχένια παπούτσια για να μη ακούγονται τα βήματά του και δυο κιλά αλεύρι για πληρωμή, και τον έστελνε κάθε βράδυ να παρακα(θ)ίζει στο πίσω μέρος της αυλής του Αντιμησιάρη για να ακούσει εάν και τι έλεγαν εναντίον της Ιταλίας. Ευτυχώς το έμαθε ο Maresciallo Attilio Moreni, ένας έντιμος αστυνομικός, και τους συνέστησε να είναι προσεκτικοί.
Di Stefani
Με την αποχώρηση του De Vecchi από τα Δωδεκάνησα έφυγε και o Antico από την Κάρπαθο, τον οποίον το 1941 αντικατέστησε ο Φραγκολεβαντίνος Giovanni Di Stefani, που μιλούσε καλά ελληνικά. Ο Di Stefani ήταν γύρω στα εξήντα, παντρεμένος με μια Νισυριά, με την οποία απέκτησαν δυο κόρες, την Elena και τη Iolanta. Ο Di Stefani και οι κόρες του ήταν καθολικές, η γυναίκα του ήταν ορθόδοξη και πήγαινε την Κυριακή στην εκκλησία της Βαγγελίστρας.
Η Elena ήταν μελαχρινή και πολύ σοβαρή κοπέλα αρραβωνιασμένη με έναν Ιταλό λοχαγό. Ο αρραβώνας τους έγινε στα Διοικητήρια με προσκαλεσμένους πολλούς Ιταλούς και μερικούς Καρπάθιους. Ο γάμος τους δεν πρόφτασε να γίνει, γιατί ένα μήνα αργότερα έπεσε η Ιταλία και έφυγε ο λοχαγός. Η Iolanta ήταν ξανθιά και πιο ελεύθερη στις κοινωνικές της σχέσεις.
Ο Di Stefani ήταν ο αντίποδας του Antico, γνώριζε τη γλώσσα και τη νοοτροπία των Ελλήνων, έδειχνε κατανόηση και ανέπτυξε καλές σχέσεις με τους Καρπάθιους. Σε όσους είχε εμπιστοσύνη, τους συμβούλευε πως να αντιμετωπίζουν ορισμένες κυβερνητικές διατάξεις και τους φανατικούς φασίστες. Βοήθησε πολλούς Καρπάθιους με τρόφιμα με τα λεγόμενα bonο, με τα οποία, όταν τα παρουσίαζαν στους εμπόρους της Spezza, έπαιρναν ένα-δυο κιλά αλεύρι ή μακαρόνια ή ότι άλλο υπήρχε στο δελτίο τροφίμων και έγραφε στο bonο. Είχε όμως ένα μεγάλο ελάττωμα, είχε ακόρεστο πάθος για νεαρά κορίτσια και μερικά ενέδιδαν στο πάθος του για να τους δώσει το bono.
Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Κάρπαθο έστειλαν τον Di Stefani στη Ρόδο και απ’ εκεί στη Σύμη. Αλλά μόλις έφτασε ο Di Stefani στη νέα του θέση, κατέλαβαν οι Άγγλοι προσωρινά τη Σύμη και φεύγοντας τον πήραν μαζί τους στη Μέση Ανατολή.
Η οικογένεια του Di Stefani έμεινε για ένα διάστημα στην Κάρπαθο σε ένα σπίτι στη Βωλάδα, όπου υπέφεραν και αυτοί από την έλλειψη τροφίμων. Η γυναίκα του είχε το παράπονο ότι ο άνδρας της βοήθησε πολλούς με τρόφιμα, και τώρα στην ανάγκη τους δεν ήλθε κάποιος απ’ αυτούς να τις βοηθήσει. Μετά από λίγο η οικογένεια του Di Stefani μετακόμισε στη Ρόδο, η Elena έπιασε δουλειά σε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο, η δε Iolanta έγινε ερωμένη Γερμανών αξιωματικών.
Όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν την Κάρπαθο, οι Ιταλοί της Ρόδου που συνεργάζονταν μαζί τους έστειλαν στη θέση του Di Stefani ένα Ιταλό φασίστα, που οι Γερμανοί δεν είχαν σε μεγάλη υπόληψη, και άρχισε να συμπεριφέρεται σαν τον Antico. Πήγε στην αποθήκη της Spezza όπου υπήρχαν 60 τσουβάλια αλεύρι, με ένα φορτηγό τα μετέφερε στο Διοικητήριο και τα στοίβαξε ένα γύρω από τα παράθυρα. Με αυτό τον τρόπο ήθελε να προστατευθεί από τις σφαίρες των συμμαχικών αεροπλάνων που βομβάρδιζαν την Κάρπαθο.
Σε δύσκολη κατάσταση βρέθηκαν οι έμποροι της Spezza (Νικήτας Λυριστάκης, Αλέξης Μανωλάκης, Ηλίας Ορφανός και Γιώργος Κασσώτης). Τον προηγούμενο μήνα, το καΐκι που έφερνε τα τρόφιμα της Spezza έπεσε σε νάρκη και βούλιαξε κοντά στην Χάλκη. Σχεδίαζαν με τα 60 τσουβάλια να κάνουν διανομή από ένα κιλό το άτομο σε όσους δικαιούνταν.
Μη έχοντας άλλη επιλογή αποφάσισαν να διαμαρτυρηθούν στους Γερμανούς. Στην μαύρη αγορά αγόρασαν δυο μπουκάλια λικέρ και έστειλαν τους Ηλία Ορφανό και Γιώργο Κασσώτη στις Μενετές, όπου είχε την έδρα του ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής της Καρπάθου λοχαγός Bethege.
Με ένα φορτηγό και με τον Ιταλομαθή δεκανέα Fritz της Gestapo και τους δυο εμπόρους κατέβηκε στα Πηγάδια. Φθάνοντας στο γραφείο του Ιταλού Διοικητή στο Διοικητήριο, ο Bethege βρήκε την πόρτα κλειστή, της έδωσε μια κλωτσιά και την άνοιξε. Πλησίασε την έδρα του Ιταλού Διοικητή και κτυπώντας τον με το μαστίγιό του άρχισε να βρίζει αυτόν και τα Θεία με το «Porca Madonna». Το αλεύρι επέστρεψε στην αποθήκη και έγινε η διανομή.
Πηγή: anamniseis.net

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News