Μανώλης Κασσώτης: Το περιβάλλον αλλάζει και τα προβλήματα ακολουθούν
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 639 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Μανώλης Κασσώτης
στο anamniseis.net
Στα περασμένα 50 χρόνια (1970-2020), το 73% των ζώων που ζουν στο φυσικό τους περιβάλλον έχουν εκλείψει και μεταξύ αυτών χιλιάδες είδη ζώων έχουν χαθεί για πάντα. Αυτό είναι εμφανές και στην Κάρπαθο, που βρίσκεται μέσα στο Καρπάθιο πέλαγος και ζει στο δικό της φυσικό περιβάλλον. Η μεγαλύτερη αλλαγή παρατηρείται στα είδη των ψαριών που υπήρχαν στην θαλάσσια περιοχή της Καρπάθου.
Πριν από μερικές δεκαετίες, προτού αρχίσει η οικοδομική ανάπτυξη των Πηγαδίων, υπήρχε ένας σημαντικός βιότοπος από ξέρες, υφάλους και «στέμματα» (στέμμα: μέρος της ακτής στο οποίο στέκει ο άνθρωπος και ψαρεύει) που άρχιζε κάτω από την Βαγγελίστρα, πήγαινε στην Γλυφά, στην Καρέκλα, στου Παντελή το στέμμα, γύρω από τα Διοικητήρια, στα Βρουλίδια και έφθανε μέχρι τον Άμμο. Οι ξέρες εξείχαν από λίγα εκατοστά μέχρι ένα μέτρο πάνω από την θάλασσα και οι ύφαλοι άρχιζαν λίγα εκατοστά κάτω από την θάλασσα και πήγαινα μέχρι ένα μέτρο πιο κάτω. Σε περίοδο θαλασσοφυρασιάς οι ξέρες ψήλωναν μέχρι 30 πόντους και στην φουσκοθαλασσιά χαμήλωναν άλλους τόσους, και όταν φυσούσε Τραμουντάνα χάνονταν κάτω από τα αφρισμένα κύματα.
Στη Γλυφά υπήρχε μια μικρή πηγή, που άδειαζε σε μια μικροσκοπική λιμνούλα με υφάλμυρο νερό και λίγο πιο πέρα μια μικρή παραλία με χοχλάκια με ένα μεγάλο βόλακα στη μέση, και απ’ εκεί που τελείωνε, λίγο πιο έξω από την ακτή, άρχιζε μια ξέρη μήκους 20 μέτρων με τον βόλακα της καουρότρυπας στη μέση. Εξείχε λιγότερο από μισό μέτρο πάνω από την θάλασσα και σιγά-σιγά κατηφόριζε και χανόταν κάτω από την θάλασσα. Από την άλλη μεριά προς την ακτή, η ξέρη σχημάτιζε δυο συνεχόμενα λιμανάκια, δυο με τρία μέτρα πλάτος και τρία με έξη μέτρα μήκος. Το βάθος τους έφτανε τα 50 εκατοστά, αλλά απ’ εκεί που έμπαινε η θάλασσα μόλις 20 εκατοστά και στην θαλασσοφυρασιά έκλεινε το στόμιο και τα λιμανάκια μετατρέπονταν σε λιμνούλες.
Λίγο πιο πέρα βρισκόταν η «Καρέκλα», μια προεξοχή δέκα περίπου μέτρων. Άρχιζε αρκετά μέτρα πάνω από την θάλασσα και έφτανε στα δύο μέτρα. Από μακριά έμοιαζε με τον θρόνο του Ποσειδώνα, αλλά στα μάτια των παιδιών έμοιαζε με καρέκλα και έτσι ονομάστηκε.
Ανάμεσα στην Καρέκλα και στου Παντελή το στέμμα υπήρχαν διάσπαρτες ξέρες, από μερικούς πόντους μέχρι και ένα μέτρο πάνω από την θάλασσα και μεταξύ τους αρκετοί ύφαλοι. Η έκτασή τους κυμαινόταν από ένα μέχρι πέντε τετραγωνικά μέτρα, βρίσκονταν σε μικρή απόσταση μεταξύ τους και μπορούσες να πηδήξεις από την μια ξέρη στην άλλη χωρίς να βρέξεις τα πόδια σου.
Δέκα μέτρα από του Παντελή το στέμμα υπήρχε μια μικρή σπηλιά μήκους 8 μέτρων με ημικυκλική είσοδο διαμέτρου 5 μέτρων. Στην είσοδο το βάθος της θάλασσας ήταν δυο μέτρα, που σιγά-σιγά λιγόστευε όσο προχωρούσε προς το εσωτερικό, μέχρι που κατάληγε σε μια μικρή παραλία από χοχλάκια λίγων τετραγωνικών μέτρων.
Σκοτωμένο Ζουρί. Dead Fox (Photo – “Karpathian News”.
Στην άλλη μεριά της σπηλιάς υπήρχε μια ξέρη δέκα μέτρα πλάτους, άρχιζε από τα ριζά ενός απότομου γκρεμνού και κατηφόριζε μέσα στην θάλασσα μέχρι που έφτανε σ’ ένα μέτρο βάθος. Το μεγαλύτερο μέρος της ξέρης βρισκόταν κάτω από την θάλασσα και στην θαλασσοφυρασιά φαινόταν η μισή.
Πίσω από το Διοικητήριο, προς τη μεριά της θάλασσας, υπήρχε ένα ευρύχωρο λιμανάκι. Περνούσες πάνω από ένα ύφαλο για να φτάσεις σε μια βραχώδη διάβαση που σε ορισμένα σημεία το ύψος της έφτανε στα δυο μέτρα αποτελώντας τον δυτικό βραχίονα του λιμανιού. Μετά από 10 μέτρα έστρεφε δυτικά σχηματίζοντας τον βόρειο βραχίονα του λιμανιού 20 περίπου μέτρων.
Στο βόρειο άκρο του δυτικού βραχίονα υπήρχε ένα στέμμα λίγα εκατοστά πάνω από την θάλασσα, ενώ ο βόρειος βραχίονας τελείωνε σε ένα στέμμα ενός μέτρου πάνω από την θάλασσα, και σε μικρή απόσταση από αυτό βρισκόταν το νησάκι που υπάρχει και σήμερα. Ένας στενός πορθμός, γύρω στα 20 μέτρα, χώριζε τον βόρειο βραχίονα από το Γα(δ)αρόνησο. Ένας μεγάλος ύφαλος, μόλις ένα μέτρο κάτω από την θάλασσα, κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του μεταξύ τους πορθμού.
Πιο δυτικά, κάτω απ’ εκεί που βρισκόταν ο ανεμόμυλος του Ζαβόλα, υπήρχαν αρκετές μεγάλες ξέρες, ένα μέτρο πάνω από την θάλασσα, και στην συνέχεια, στα Βρουλίδια υπήρχε μια μικρή παραλία με λίγη άμμο, το «Τούρκικο» υδραγωγείο, οι αποθήκες του Μικροπαντρεμένου και το λιμανάκι της «Λεμονιάς». Δίπλα στο υδραγωγείο υπήρχε μια μικρή πηγή, που σχημάτιζε ένα μικρό ρυάκι, μέσα στο οποίο είχαν φυτρώσει μερικά βούρλα, από τα οποία προήλθε η ονομασία Βρουλίδια. Οι ξέρες ξανάρχιζαν από τα Βρουλίδια μέχρι πέρα στον Άμμο, που το πλάτος του έφθανε τα 20 μέτρα και πήγαινε μέχρι τον ποταμό της Άφωτης.
Μέσα σ’ αυτό τον βιότοπο ζούσαν σκάροι, σκορπιοί, γιαλίνες και σκαρογιαλίνες, κέφαλοι, πέρκες και χάνοι, δήλοι, κωβιοί, γόπες, σάρπες, σαργοί, χταπόδια, σουπιές, βατιά, σμύναιρες και άλλων ειδών ψάρια. Υπήρχαν και αρκετά είδε οστρακοειδών, χοχλιοί, πατελίδες, καουροχοχλιοί, αχινιοί, στρείδια και όλων των ειδών καβούρια.
Διαφορετική ήταν η ζωή μέσα στην κοίτη του ποταμού της Άφωτης, που είχε πλάτος από 20-30 μέτρα, όπου υπήρχαν σφάκες και βούρλα, κάτω από τα οποία καβούρια του γλυκού νερού έκτιζαν τις φωλιές τους. Πολλές φορές, όταν φυσούσε ο Γραίος, έκλεινε η εκβολή του ποταμού σχηματίζοντας μια μικρή λίμνη, που φιλοξενούσε κεφαλάκια και άλλα μικρά ψαράκια.
Καθημερινά, όταν επικρατούσε καλός καιρός, έβλεπες αρκετά παιδιά με ένα καλάμι πάνω από τα στέμματα να ψαρεύουν όλων των ειδών τα ψάρια. Άλλα παιδιά με ένα καμάκι περπατούσαν πάνω από τις ξέρες ψάχνοντας για σμύναιρες, σουπιές και χταπόδια. Κάποτε ένα παιδί καμάκωσε ένα χέλι.
Τα πιο μικρά παιδιά μάζευαν αχινούς, χοχλιούς και πατελίδες και με ένα ατσαλένιο σύρμα προσπαθούσαν να ξετρυπώσουν καβούρια μέσα από τις καβουρότρυπές τους. Στον βόλακα με την καβουρότρυπα είχε την φωλιά του ένας μαλλιαρός κάβουρας, και όταν κάποιο παιδί τον ξετρύπωνε και τον έπιανε, μετά από δυο – τρεις μέρες άλλος κάβουρας οικειοποιούταν την καβουρότρυπα με την ίδια τύχη.
Τις νύχτες, μετά από δυνατές βροχές που κατέβαζαν νερά με σκουλήκια, ορισμένοι ψάρευαν σαργούς με καλάμι πάνω από τις ξέρες στα Βρουλίδια χρησιμοποιώντας σκουλήκια για δόλωμα. Άλλοι, όταν φυσούσε τραμουντάνα ψάρευαν με φελλάρια πάνω από τις ίδιες ξέρες.
Μια μέρα σε μια απ’ αυτές τις ξέρες, σ’ ένα βαθούλωμα που μόλις σκεπαζόταν από την θάλασσα βρήκα ένα σφουγγαράκι. Το καθάρισα και το πήρα μαζί μου στην Αμερική, και όταν υπηρετούσα στον Αμερικανικό στρατό το χρησιμοποιούσα για να κάνω μπάνιο, όταν είχαμε γυμνάσια μέσα στην ζούγκλα. Μια άλλη μέρα ανάμεσα στις ίδιες ξέρες βρήκα ένα κλαδί δέντρου γεμάτο με δεκάδες μικρές φούσκες σαν ρόγες μαύρου σταφυλιού. Όταν άνοιξα μια απ’ αυτές, βρήκα μια μικροσκοπική σουπιά. Κι άφησα το κλαδί εκεί, όπως το βρήκα.
Άλλα παιδιά ψάρευαν κεφαλόπουλα με τσανάκα σκεπασμένη με ένα ραμμένο άσπρο πανί με μια τρύπα στη μέση και εσωτερικά αλειμμένο με ζύμη. Μόλις έμπαιναν τα κεφαλάκια για να την φάνε, το παιδί σκέπαζε την τρύπα με το χέρι του και έπιανε τα εγκλωβισμένα κεφαλάκια. Εκτός από τα αγόρια, με αυτό το ψάρεμα, ασχολούνταν και κορίτσια όπως η Mariuccia, κόρη του Maresciallo Attilio Moreni.
Μέσα στα λιμανάκια, που στην θαλασσοφυρασιά μετατρέπονταν λιμνοθαλασσάκαι, ζούσαν γαριδούλες που δεν ξεπερνούσαν τα 4 εκατοστά. Σ’ αυτών το ψάρεμα ειδικεύονταν παιδιά τεσσάρων πέντε χρονών, που προσπαθούσαν με τα δάκτυλα τους να τις πιάσουν από τα μουστάκια τους.
Στις ασεληνόφωτες νύχτες τα μεγαλύτερα παιδιά πήγαιναν στο πυροφάνι, είχαν μαζί τους ένα καμάκι για να πιάνουν τα ψάρια που δεν μπορούσαν να τα πιάσουν με τα χέρια τους και για να αποθηκεύουν το αλίευμα τους έπαιρναν ένα κουβά και ένα σακούλι. Για φωτισμό χρησιμοποιούσαν “τσιράες”, κομμάτια από ξύλο πεύκου ποτισμένου με ρητίνη, και “πετσοκόλια”, κομμάτια από παλιά λάστιχα αυτοκινήτου. Όσα δεν είχαν ούτε αυτά, πάνω σ’ ένα ατσαλένιο σύρμα στερέωναν ένα σφουγγάρι ή κουρελόπανο βουτηγμένο σε πετρέλαιο.
Μέσα σ’ αυτό τον βιότοπο ζούσαν και πιο μεγάλα ψάρια. Μια μέρα, έξω από του Παντελή το στέμμα, οι ψαράδες έπιασαν ένα βατί που ζύγιζε 35 κιλά και στην σπηλιά που βρισκόταν πιο πέρα γέννησε μια φώκια. Κάποτε που βρισκόμουν πάνω στο νησί της Άφωτης, μου φάνηκε ότι είδα, με την άκρη του ματιού μου, ένα παιδάκι να κολυμπά. Μου φάνηκε περίεργο και ψάχνοντας ένα γύρω είδα μια μεγάλη χελώνα που βουτούσε.
Ο θαλάσσιος βιότοπος κάλυπτε όλο τον κόλπο των Πηγαδίων. Από τον ποταμό της Άφωτης μέχρι πέρα το Κατάκολο στο Βρόντη, υπήρχαν αρκετοί ύφαλοι σε μικρή απόσταση από την ακτή, όπου υπήρχαν πολλών ειδών ψάρια. Ψαράδες, ακόμα και παιδιά, πήγαιναν με βάρκες έξω από το Δεσποτικό και ψάρευαν λυθρίνια με καθετή. Άλλοι πήγαινα στην Μάντρα μέχρι πίσω το Μαούνι και ψάρευαν χάνους και πέρκες. Πολλές φορές οι ψαράδες έπιαναν στα δίκτυα τους και αστακούς. Ένας Συμιακός, ονομαζόμενος Γαϊτάνος, έριξε ένα κύρτο διαμέτρου ενάμιση μέτρου έξω από το νησί της Άφωτης και έπιασε ένα ορφό. Ήταν τόσο μεγάλος, που για τον βγάλει άνοιξε τον πάτο του κύρτου.
Το μεγαλύτερο μέρος του θαλάσσιου βιότοπου που υπήρχε στην περιφέρεια των Πηγαδίων βρίσκεται θαμμένο κάτω από το παραθαλάσσιο δρόμο. Αλλά ο θαλάσσιος βιότοπος της Καρπάθου επεκτεινόταν ένα γύρω από το νησί. Στον Τρίστομο, το μόνο φυσικό λιμάνι της Καρπάθου, υπερτερούσαν οι πίνες.
Ο βιότοπος της Καρπάθου δεν περιορίζεται στην θαλάσσια περιοχή, αλλά επεκτεινόταν και πάνω στο νησί απ’ όπου μεγάλος μέρος των πτηνών και ζώων έχουν εκλείψει. Οι κοράκοι, που είχαν τις φωλιές στο κάστρο του Απερίου κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου, έχουν εξαφανιστεί. Τα «παλαρά», κίτρινα πουλιά, που τρώγαν τα μυγάκια πάνω από τα θαλασσόδεντρα και γινόντουσαν εύκολη λεία των πιτσιρίκων που τα κυνηγούσαν με τις λαστιχιές (σφενδόνες) τους, δεν υπάρχουν πια. Τα ορτύκια, που κάθε Σεπτέμβρη στο υπερπόντιο ταξίδι τους σταματούσαν στον Αφιάρτη για να ξεκουραστούν, όπου γινόντουσαν εύκολη λεία των κυνηγών, έπαψαν να έρχονται. Τα όπλια έπαψαν και αυτά στο υπερπόντιο ταξίδι τους να υπερίπτανται της Καρπάθου. Ακόμα εξαφανιστήκαν και τα δηλητηριώδη ερπετά όπως τα κούλεντρα, στα οποία αναφέρεται το ακόλουθο δίστιχο:
Αν σε δαγκάσει ’που το στόμα, θέλεις γιατρό και στρώμα,
κι αν σε δαγκάσει ’που την ουρά, θέλεις φτυάρι και παπά.
Υπάρχουν και άλλα ζώα και πτηνά, που αν δεν έχουν εκλείψει έχουν σημαντικά ελαττωθεί, όπως οι πέρδικες και οι λαγοί που πλεόναζαν. Οι γλάροι που τους έβλεπες να βουτούν στην θάλασσα έχουν ελαττωθεί και τα χελιδόνια σπάνια και για λίγο διάστημα επισκέπτονται την Κάρπαθο την άνοιξη. Τα ζουριά που το δέρμα τους χρησιμοποιούταν για γουναρικά, για πολλά χρόνια εθεωρείτο ότι είχαν εκλείψει, αλλά προ καιρού βρέθηκε ένα ζουρί σκοτωμένο σε αυτοκινητόδρομο.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News