Γιάννης Σαμαρτζής: Οι βασικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 841 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Η ελληνική οικονομία τα τελευταία χρόνια έχει παρουσιάσει σημάδια ανάκαμψης, ύστερα από μια δεκαετή περίοδο οικονομικών δυσκολιών. Ωστόσο, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει μια σειρά από σημαντικές προκλήσεις που επηρεάζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Δηλαδή, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις που επηρεάζουν τη σταθερότητα και τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Οι προκλήσεις αυτές είναι τόσο διαρθρωτικές όσο και συγκυριακές και απαιτούν συντονισμένες πολιτικές και έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Το παρόν άρθρο είναι αυτοτελες και αποτελεί συνέχεια του προηγούμενου “αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας” και επιχειρεί να προσφέρει μία συνοπτική εικόνα από τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία. Η εξέταση των βασικών αυτών προκλήσεων κρίνεται αναγκαία για την κατανόηση της σημερινής οικονομικής κατάστασης και των μελλοντικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας.
1. Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας
Η Ελληνική οικονομία αναμένεται να διατηρήσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2025 και το 2026, με το ΑΕΠ να αυξάνεται περίπου 2,1% -2,2% το 2025 και 2,2%- 2,4% το 2026, σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του προσχεδίου του κρατικού προϋπολογισμού.
Αυτοί οι ρυθμοί είναι υψηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που δείχνει ότι η Ελλάδα συνεχίζει να αναπτύσσεται ταχύτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ωστόσο, το μεγαλύτερο ποσοστό της αύξησης του ΑΕΠ καταγράφεται σε κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, όπως είναι ο τουρισμός, η εστίαση και το λιανεμπόριο, υπηρεσίες που παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ποσοστό απασχόλησης και παραμένουν οι βασικοί παράγοντες της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας μας.
2. Ανεργία και αγορά εργασίας
Η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση του εργατικού δυναμικού αποτελούν σοβαρές απειλές για τη μελλοντική ανάπτυξη. Παράλληλα, η ανεργία των νέων και το φαινόμενο της φυγής εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό (brain drain) περιορίζουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.
Τα τελευταία χρόνια η ανεργία των νέων στην Ελλάδα έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει υψηλότερη από τη γενική ανεργία και τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δυσκολία εύρεσης σταθερής εργασίας και η έλλειψη εμπειρίας εξακολουθούν να αποτελούν βασικά προβλήματα για τους νέους.
Ωστόσο, συνολικά, η ανεργία στην Ελλάδα συνεχίζει να μειώνεται. Τα σχετικά στοιχεία δείχνουν ότι το ποσοστό ανεργίας προβλέπεται να πέσει στο 8,6% το 2026 και πιθανώς στο 8,2% το 2027 από περίπου 9,3% το 2025, καταγράφοντας διαρκή βελτίωση στην αγορά εργασίας.
Παρόλο που η μείωση της ανεργίας στο σύνολο των εργαζομένων είναι θετική, το ποσοστό παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ και υπάρχουν ζητήματα με την προσφορά ειδικευμένου εργατικού δυναμικού.
3. Δημόσιο χρέος και δημοσιονομική σταθερότητα
Παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, το δημόσιο χρέος παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, χωρίς να υπονομεύεται η ανάπτυξη και η κοινωνική συνοχή, αποτελεί βασικό ζητούμενο. Η αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων πόρων και η ενίσχυση των εσόδων μέσω ανάπτυξης είναι κρίσιμες παράμετροι.
Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας παραμένει υψηλό σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, αλλά βρίσκεται σε πτωτική πορεία τα τελευταία χρόνια. Προβλέπεται ότι ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί σταδιακά από πάνω από 147% το 2025 σε περίπου 138%–140% μέχρι το 2027, με πιθανή περαιτέρω μείωση μέσα στην επόμενη δεκαετία σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις.
Η συνεχής μείωση του χρέους είναι κρίσιμη, αλλά η Ελλάδα παραμένει ευαίσθητη σε ρυθμούς επιτοκίων και δημοσιονομικές υποχρεώσεις, ενώ η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων απαιτεί προσεκτική δημοσιονομική πολιτική.
4. Επενδύσεις και παραγωγικότητα
Η αύξηση των επενδύσεων, ιδίως σε τεχνολογία, παραγωγή και πράσινη μετάβαση, καθώς και σε τομείς όπως, ο τουρισμός, τα ακίνητα, η ενέργεια και οι ψηφιακές υποδομές, αποτελούν βασική κινητήριο δύναμη για την οικονομία. Σύμφωνα με τα στοιχεία του προϋπολογισμού, οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά μέχρι το 2026, με τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν: η σταθεροποίηση της οικονομίας, τα ευρωπαϊκά κονδύλια (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ) και η βελτίωση του επενδυτικοί κλίματος.
Ωστόσο, παρά την αύξηση των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια, το επενδυτικό επίπεδο παραμένει χαμηλότερο σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Η πολιτική σταθερότητα, η ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες για την προσέλκυση εγχώριων και ξένων επενδύσεων.
Σύμφωνα με επίσημες δηλώσεις του υπουργείου Ανάπτυξης, η Ελλάδα κατέγραψε μέσο όρο αύξησης επενδύσεων άνω του 60% την τελευταία περίοδο, έναντι μόλις 1,2% στην ΕΕ συνολικά.
Παρά τη δυναμική αύξηση, το ποσοστό επενδύσεων προς ΑΕΠ παραμένει κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ 15,3% το 2024, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει ακόμα σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης.
Ήδη στη χώρα μας υπάρχει και το “επενδυτικό κενό” από την περίοδο της κρίσης, Το επενδυτικό κενό είναι, με απλά λόγια, η διαφορά ανάμεσα στις επενδύσεις που θα έπρεπε να γίνονται και σε αυτές που όντως γίνονται σε μια οικονομία.
Το επενδυτικό κενό σημαίνει:
- λιγότερη ανάπτυξη
- λιγότερες θέσεις εργασίας
- πιο αργή αύξηση εισοδημάτων
- υποδομές και επιχειρήσεις που “μένουν πίσω”.
Όσον αφορά την παραγωγικότητα, η ελληνική οικονομία εμφανίζει επίμονα χαμηλή παραγωγικότητα εργασίας, γεγονός που αντανακλά βαθιές δομικές αδυναμίες. Η κυριαρχία μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων στη χώρα μας, οι οποίες αποτελούν πάνω από το 90% του συνόλου των επιχειρήσεων, περιορίζει τις δυνατότητες επενδύσεων σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και οργανωτική βελτίωση.
Επιπλέον, μεγάλο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας συγκεντρώνεται σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως σε μικρές υπηρεσίες και σε λιανικό εμπόριο.
Κατά συνέπεια, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το μικρό μέγεθος επιχειρήσεων, η περιορισμένη καινοτομία και τα γραφειοκρατικά εμπόδια μειώνουν την ανταγωνιστικότητα.
Επομένως, η στροφή κυρίως σε επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας, σε ψηφιοποίηση και σε ενίσχυση της έρευνας και ανάπτυξης, είναι απαραίτητα στοιχεία για το επενδυτικό περιβάλλον και τη βελτίωση της παραγωγικότητας.
5. Ενεργειακό κόστος και βιώσιμη ανάπτυξη
Η ενεργειακή εξάρτηση και το υψηλό κόστος ενέργειας συνεχίζουν να επηρεάζουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ειδικά σε περιόδους γεωπολιτικής αστάθειας. Η ενεργειακή μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι επενδύσεις σε πράσινες υποδομές, αποτελούν προτεραιότητα για τη βελτίωση της ενεργειακής ασφάλειας και τη μείωση του κόστους επιχειρηματικότητας.
Εν τέλει, από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι οι προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας είναι διαρθρωτικές και μακροχρόνιες, επηρεάζοντας την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα.
Είναι, παράλληλα, αλληλένδετες και γίνονται πιο έντονες σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και επηρεάζονται από εξωτερικούς παράγοντες, όπως η ενέργεια και οι διεθνείς κρίσεις.
Επομένως, η αντιμετώπισή τους απαιτεί μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και, προπαντός, σταθερό οικονομικό περιβάλλον.
Ανακεφαλαιώνοντας, διαπιστώνουμε ότι, η ελληνική οικονομία παρουσιάζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και βελτίωση ορισμένων βασικών δεικτών, όπως η αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), η μείωση της ανεργίας και η σταδιακή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Παρά, όμως, τις θετικές αυτές εξελίξεις, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα, το δημογραφικό πρόβλημα, το επενδυτικό κενό και το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η αντιμετώπιση των προκλήσεων αυτών προϋποθέτει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις στην καινοτομία και το ανθρώπινο κεφάλαιο, καθώς και σταθερό πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News