Γιάννης Σαμαρτζής: Τα Δίδυμα Ελλείμματα: Ο πρώην «εφιάλτης» της ελληνικής οικονομίας
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 154 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Η σχέση μεταξύ του δημοσιονομικού ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί ένα από τα πιο συζητημένα θέματα στη σύγχρονη μακροοικονομία. Η υπόθεση των «Δίδυμων Ελλειμμάτων» υποστηρίζει ότι υπάρχει μια ισχυρή αιτιώδης σχέση, σύμφωνα με την οποία μια αύξηση του δημοσιονομικού ελλείμματος οδηγεί αναπόφευκτα σε επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου.
Τα δίδυμα ελλείμματα, δηλαδή το δημοσιονομικό έλλειμμα και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχόλησαν την ελληνική οικονομία, ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η ταυτόχρονη εμφάνισή τους συνδέεται στενά με τη μακροοικονομική ανισορροπία και την αυξημένη εξάρτηση από τον εξωτερικό δανεισμό. Στην περίπτωση της χώρας μας, το φαινόμενο αυτό συνέβαλε στη διαμόρφωση συνθηκών οικονομικής αστάθειας και ανέδειξε διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας.
Στην οικονομική επιστήμη ο όρος «δίδυμα ελλείμματα» περιγράφει την ταυτόχρονη ύπαρξη δύο ειδών ελλειμμάτων σε μια χώρα: του δημοσιονομικού (έσοδα μείον έξοδα) και του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών (Εξωτερικού, Εμπορικού ελλείμματος). Στην ελληνική περίπτωση, τα δίδυμα ελλείμματα αποτέλεσαν σημαντικό παράγοντα που οδήγησε στη δημοσιονομική κρίση και στην ανάγκη προσφυγής στα μνημόνια. Ο όρος αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία το κράτος ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει (δημοσιονομικό έλλειμμα) και εισάγει περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα εξάγει (εξωτερικό έλλειμμα). Όταν αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος δανεισμού και, παράλληλα, εξάρτησης από τις διεθνείς αγορές.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας ήταν υψηλό για πολλά χρόνια πριν την κρίση. Το χρέος μεγάλωνε, οι τόκοι αυξάνονταν και ένα ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι του προϋπολογισμού πήγαινε απλώς στην εξυπηρέτηση παλαιών υποχρεώσεων. Το κράτος δεν δανειζόταν για να επενδύσει, αλλά συχνά για να συντηρήσει την καθημερινή του λειτουργία. Έτσι δημιουργήθηκε ένας φαύλος κύκλος, όπου κάθε νέο δάνειο γεννούσε την ανάγκη για το επόμενο
Οι δαπάνες του κράτους για μισθούς στο δημόσιο, συντάξεις, πρόωρες αποχωρήσεις και επιδόματα, υπερέβαιναν συστηματικά τα έσοδα από φόρους. Το 2008, το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτινάχθηκε στο 10,2% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), ενώ το 2009 άγγιξε σχεδόν το 15,2% του ΑΕΠ, πολύ πάνω από το όριο του 3% που προβλέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία. Το αποτέλεσμα ήταν συνεχής αύξηση του δημοσίου χρέους, το οποίο έφτασε τότε περίπου στο 127% του ΑΕΠ, και ήταν διαρκής η ανάγκη δανεισμού για την κάλυψη των δαπανών.
Παράλληλα, η Ελλάδα αντιμετώπιζε και το έλλειμμα στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών, καθώς η χώρα εισήγαγε περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα εξήγαγε. Τα ράφια των καταστημάτων ήταν γεμάτα με εισαγόμενα τρόφιμα, αλλά και άλλα εισαγόμενα προϊόντα, όπως καύσιμα, ηλεκτρονικά, και μηχανήματα, ενώ οι εξαγωγές βασίζονταν κυρίως στον τουρισμό, τη ναυτιλία και σε ορισμένα αγροτικά προϊόντα. Το 2008, το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών έφτασε περίπου στο 14,5% του ΑΕΠ, δηλαδή δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ έφευγαν από την ελληνική οικονομία προς το εξωτερικό. Αυτή η κατάσταση αύξανε την ανάγκη της χώρας για ξένα κεφάλαια, ενώ ταυτόχρονα το κράτος δανειζόταν για να καλύψει τα ελλείμματά του.
Η συνύπαρξη αυτών των δύο ελλειμμάτων δημιούργησε μια οικονομία ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς. Όσο υπήρχε εύκολη πρόσβαση σε δανεισμό, το πρόβλημα δεν φαινόταν. Η ένταξη στο ευρώ και τα χαμηλά επιτόκια έδωσαν την ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα μπορούσε να ζει με δανεικά, χωρίς να αλλάξει το παραγωγικό της μοντέλο. Η οικονομική ανάπτυξη βασιζόταν κυρίως στην κατανάλωση, ενώ η παραγωγή παρέμενε περιορισμένη. Τα μεγάλα έργα των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, η αύξηση των καταναλωτικών δανείων και η εισαγωγή πολυάριθμων αγαθών, δημιούργησαν προσωρινή ευημερία, αλλά όχι πραγματικό πλούτο.
Η κρίση έγινε ορατή το 2009–2010, όταν οι αγορές άρχισαν να αμφισβητούν την ικανότητα της Ελλάδας να αποπληρώσει τα χρέη της. Τα επιτόκια δανεισμού αυξήθηκαν απότομα και η χώρα έχασε την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Η Ελλάδα χρειαζόταν πλέον δανεικά όχι μόνο για επενδύσεις, αλλά για τη συντήρηση του κράτους και την εισαγωγή βασικών αγαθών. Τα δίδυμα ελλείμματα μετατράπηκαν σε αδιέξοδο και η προσφυγή στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και στα μνημόνια ήταν αναπόφευκτη. Ακολούθησαν δραστικές περικοπές, ύφεση, ανεργία, κλείσιμο καταστημάτων και κοινωνικό κόστος, με συνέπειες που επηρέασαν την ελληνική οικονομία για περισσότερο από μια δεκαετία.
Βέβαια, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, το δημοσιονομικό έλλειμμα μειώθηκε δραστικά μέσω λιτότητας, και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σχεδόν μηδενίστηκε.
Όμως, αυτό έγινε κυρίως, λόγω:
- της μείωσης των εισοδημάτων
- της πτώσης της κατανάλωσης
- της κατάρρευσης των εισαγωγών.
Δηλαδή, η «διόρθωση» δεν προήλθε από αύξηση της παραγωγής και παραγωγικότητας, αλλά από τη βαθιά ύφεση.
Το βασικό μάθημα από εκείνη την περίοδο είναι απλό και ταυτόχρονα σκληρό. Καμία οικονομία δεν μπορεί επ’ αόριστον να ξοδεύει περισσότερα απ’ όσα παράγει και να εισάγει περισσότερα απ’ όσα εξάγει. Οι αριθμοί στο τέλος δεν συγχωρούν. Η δημοσιονομική πειθαρχία είναι αναγκαία, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Αν δεν αλλάξει το παραγωγικό μοντέλο, αν δεν αυξηθούν οι εξαγωγές, οι επενδύσεις και η εγχώρια παραγωγή, το πρόβλημα απλώς μετατίθεται στο μέλλον. Η πραγματική λύση δεν βρίσκεται μόνο στις περικοπές, αλλά στη δημιουργία πλούτου που να στηρίζεται σε στέρεες βάσεις. Με άλλα λόγια, όπως λένε οι οικονομολόγοι, πρέπει πρώτα να παράγεις, και μετά να καταναλώνεις.
Ωστόσο, ενθαρρυντικό είναι το γεγονός ότι το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας μας βρίσκεται δειλά - δειλά σε μία μεταβατική φάση, από την κατανάλωση προς τις επενδύσεις, αλλά όχι ακόμα σε πλήρως παραγωγικό και εξωστρεφές μοντέλο.
Σύμφωνα με ουσιαστική διαπίστωση της τελευταίας μελέτης του Ινστιτούτου Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) για την ελληνική οικονομία, οι εξαγωγές, η μεταποίηση και η ανταγωνιστικότητα ενισχύονται εδώ και μία δεκαετία. Την περίοδο 2009–2024 οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου +7%, υψηλότερο από την αύξηση των τουριστικών εισπράξεων (+5%). Παράλληλα, η μεταποίηση παρουσιάζει σταθερή άνοδο από το 2013 έως το 2024, ενώ η απασχόληση στον κλάδο αυξάνεται ταχύτερα από τη συνολική απασχόληση. Η δε βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας, αποτυπώνεται τόσο στην άνοδο των εξαγωγών όσο και στη σημαντική μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.
Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια τα πρωτογενή πλεονάσματα βοήθησαν να «κλείσει η ψαλίδα» μεταξύ εσόδων και συνολικών δαπανών (με τους τόκους), οπότε τα μεγάλα ελλείμματα του παρελθόντος μετατράπηκαν σε πολύ μικρά συνολικά ελλείμματα ή σχεδόν σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς. Κατά συνέπεια, τώρα, δεν μπορούμε να μιλάμε για “δίδυμα ελλείμματα”.
Αναφορικά, πρωτογενές πλεόνασμα σημαίνει ότι, τα έσοδα του κράτους (φόροι κ.λπ.) είναι περισσότερα από τις δαπάνες του χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι του χρέους, ενώ το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα περιλαμβάνει όλες τις δαπάνες, μαζί με τους τόκους.
Δηλαδή, το πρωτογενές πλεόνασμα δείχνει την τρέχουσα δημοσιονομική κατάσταση χωρίς το χρέος του παρελθόντος, ενώ το συνολικό έλλειμμα δείχνει την πλήρη εικόνα του χρέους μαζί με τους τόκους.
Συμπερασματικά, τα δίδυμα ελλείμματα δεν είναι απλώς ένας οικονομικός στατιστικός δείκτης, αλλά η εικόνα των επιλογών μιας χώρας. Η εμπειρία της Ελλάδας δείχνει ότι καμία χώρα δεν μπορεί να ζει για πολύ χρόνο πάνω από τις δυνατότητές της. Η δημοσιονομική πειθαρχία είναι απαραίτητη, αλλά η πραγματική λύση βρίσκεται στην ενίσχυση της παραγωγής, των εξαγωγών, της καινοτομίας και της οικονομικής αυτοδυναμίας. Μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη και να αποφευχθούν οι επαναλαμβανόμενοι οικονομικοί κίνδυνοι που προκύπτουν από τα δίδυμα ελλείμματα.
Τα δίδυμα ελλείμματα, λοιπόν, είναι η ιστορία της ίδιας της ελληνικής κρίσης και αποτελούν μια μόνιμη υπενθύμιση ότι, η ευημερία χωρίς στέρεη παραγωγική βάση είναι απλώς μια πρόσκαιρη ψευδαίσθηση. Όταν τελειώσουν τα δανεικά, η πραγματικότητα επιστρέφει απότομα και ο λογαριασμός είναι πάντα, πολύ βαρύς για τους πολίτες.
Κατά συνέπεια, τα δίδυμα ελλείμματα ήταν ουσιαστικά το σύμπτωμα της χώρας μας που κατανάλωνε πολύ περισσότερα από όσα παρήγαγε (έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών), και που ξόδευε πολύ περισσότερα από όσα εισέπραττε (δημοσιονομικό έλλειμμα), καλύπτοντας αυτά τα κενά με «δανεικά», που μας οδήγησαν στην κρίση.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News