Εμμανουήλ Ν. Κολεζάκης: Ρόδος και άυλη πολιτιστική κληρονομιά: χοροί και τραγούδια
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 113 ΦΟΡΕΣ
Του Εμμανουήλ Ν. Κολεζάκη
Μαθηματικού MSc. LSE (ADMIS)
Η πλούσια άυλη πολιτιστική κληρονομιά της Ρόδου περιλαμβάνει χαρακτηριστικούς παραδοσιακούς χορούς (όπως η ροδίτικη σούστα, ο αρχαγγελίτικος ή ποταμός και ο συρτός) και τοπικά τραγούδια με μαντινάδες που ζωντανεύουν σε πανηγύρια, όπως το παναΰρι του 'Αι Σουλά, γάμους και κοινοτικά γλέντια.
Παραδοσιακοί Χοροί της Ρόδου
- Ροδίτικη Σούστα: Ζωηρός και γρήγορος χορός με χαρακτηριστικά πηδηχτά βήματα και λυγίσματα, που χορεύεται σε ζευγάρια ή κύκλο.
- Αρχαγγελίτικος (ή Ποταμός): Ιδιαίτερος τοπικός χορός από τον Αρχάγγελο, με λεβέντικο ύφος και δικά του ξεχωριστά κινητικά μοτίβα.
- Συρτός και Μπάλος: Παραδοσιακοί κυκλικοί και ζευγαρωτοί χοροί που συναντώνται σε όλο το νησί με έντονο τοπικό ιδίωμα.
Μουσική και Τραγούδια
- Τοπικοί Σκοποί: Τραγούδια όπως «Το Ρηνάκι», «Το Ξενάκι» και τα «παρξυπνήματα» του γάμου.
- Αυτοσχέδιες Μαντινάδες: Δίστιχα που εκφράζουν την αγάπη, την ξενιτιά και τη χαρά, τραγουδισμένα με τη συνοδεία παραδοσιακών οργάνων (βιολί και λαούτο).
- Γλεντήματα και Έθιμα: Η μουσική και ο χορός αποτελούν κομμάτι των παραδοσιακών εκδηλώσεων και πανηγυριών του νησιού.
Ιστορία χοροί και τραγούδια, προέλευση
Η ιστορία, η προέλευση και η εξέλιξη των χορών και των τραγουδιών της Ρόδου συνθέτουν ένα πολυπολιτισμικό μωσαϊκό, όπου οι αρχαιοελληνικές καταβολές συναντούν βυζαντινά στοιχεία και προσφυγικές επιρροές. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η Ρόδος λειτούργησε ως γέφυρα πολιτισμών, διαμορφώνοντας μια μοναδική μουσικοχορευτική ταυτότητα.
Ιστορική Προέλευση & Ρίζες
1. Αρχαιοελληνικές Καταβολές
Οι ρίζες της ροδίτικης παράδοσης ανιχνεύονται στην αρχαιότητα. Χαρακτηριστικά δείγματα και αναπαραστάσεις χορευτών σε κύκλο έχουν εντοπιστεί σε αρχαία αγγεία της Καμείρου (μίας από τις τρεις αρχαίες πόλεις-κράτη της Ρόδου).
2. Βυζαντινή & Μεσαίωνα Κληρονομιά
Η δομή των τραγουδιών και ο τρόπος που εξελίσσονται οι τοπικοί σκοποί (π.χ. «παρξυπνήματα» του γάμου) συνδέονται στενά με τη Βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική και τα μεσαιωνικά ακριτικά τραγούδια. Η χρήση της ροδίτικης λύρας κρατά από αυτή την περίοδο.
3. Προσφυγικές Επιρροές (Κρήτη & Μικρά Ασία)
Η Ρόδος δέχτηκε μεγάλα κύματα προσφύγων. Η πιο καθοριστική επιρροή ήρθε από τους Τουρκοκρητικούς και Κρητικούς πρόσφυγες (μετά το 1896), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν σε χωριά του νησιού (όπως η Έμπονα και ο Αρχάγγελος) και μπολιάσαν την τοπική κουλτούρα με τις δικές τους μελωδίες.
Η Ιστορία των Κυριότερων Χορών
1. Ροδίτικη Σούστα
- Προέλευση: Έλκει την καταγωγή της από τον αρχαίο Πυρρίχιο, τον περίφημο πολεμικό χορό.
- Εξέλιξη: Κατά τη βυζαντινή περίοδο (γύρω στο 300 μ.Χ.) άρχισε να χορεύεται και από γυναίκες, μετατρέποντας τον πολεμικό χαρακτήρα σε ερωτικό χορό ζευγαριών.
- Το Όνομα: Η λέξη «σούστα» καθιερώθηκε κατά την Ενετοκρατία από το ιταλικό susta (ελατήριο), εξαιτίας των χαρακτηριστικών πηδηχτών και ελαστικών κινήσεων των λυγισμένων γονάτων των χορευτών.
2. Αρχαγγελίτικος ή «Ποταμός»
- Προέλευση: Ένας από τους πιο αυθεντικούς, αυτόχθονες σκοπούς της Ρόδου με επίκεντρο το χωριό Αρχάγγελος.
- Ιστορία: Ονομάστηκε «Ποταμός» λόγω της κυματιστής, συνεχόμενης κίνησης των χορευτών που θυμίζει τη ροή του νερού. Χορεύεται με λεβέντικο, βαρύ ύφος και θεωρείται ο κατεξοχήν χορός επίδειξης της τοπικής κοινότητας.
3. Ο «Κρητικός» (ή Πηδηχτός Ρόδου)
- Προέλευση: Μεταφέρθηκε απευθείας από την Κρήτη.
- Ιστορία: Οι Ροδίτες υιοθέτησαν τον Χανιώτικο Συρτό, του έδωσαν πιο γρήγορο, «πηδηχτό» ρυθμό και τον προσάρμοσαν απόλυτα στο δικό τους ύφος. Στη Ρόδο ονομάζεται πάντα «Κρητικός», ενώ στα χορευτικά συγκροτήματα της υπόλοιπης Ελλάδας έγινε γνωστός ως «Ροδίτικος Πηδηχτός».
Προέλευση & Ύφος των Τραγουδιών
- Τα «Παινέματα» και ο Γάμος: Τα περισσότερα παραδοσιακά τραγούδια (π.χ. «Εστόλισαν το σπερβέρι») έχουν τελετουργικό χαρακτήρα και δημιουργήθηκαν για να συνοδεύουν τις πολυήμερες διαδικασίες του παραδοσιακού ροδίτικου γάμου.
- Η Μαντινάδα: Η ροδίτικη μαντινάδα (ποίηση σε 15σύλλαβο στίχο) γεννήθηκε ως μέσο κοινωνικού αυτοσχεδιασμού στα γλέντια. Οι τραγουδιστές απαντούσαν ο ένας στον άλλον, δημιουργώντας «μουσικούς διαλόγους».
- Τα Όργανα: Αρχικά κυριαρχούσε η αχλαδόσχημη ροδίτικη λύρα και το νταούλι (τουμπανέλι). Με το πέρασμα των χρόνων και τις επιρροές από τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, η κλασική «νησιώτικη ζυγιά» εξελίχθηκε με την κυριαρχία του βιολιού και του λαούτου.
Μουσικά όργανα ονομασία προέλευση
Τα παραδοσιακά μουσικά όργανα της Ρόδου αποτελούν το θεμέλιο της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού. Η ονομασία και η προέλευσή τους αντανακλούν τη μακρά ιστορική διαδρομή της Δωδεκανήσου, συνδυάζοντας την αρχαιοελληνική παράδοση, τη βυζαντινή περίοδο και τις επιρροές από τη Μικρά Ασία και την Κρήτη.
1. Η Ροδίτικη Λύρα (ή Αχλαδόσχημη Λύρα)
- Προέλευση: Είναι το παλαιότερο και κατεξοχήν παραδοσιακό όργανο της Ρόδου. Η προέλευσή της συνδέεται άμεσα με τη βυζαντινή λύρα (9ος–10ος αιώνας μ.Χ.), η οποία με τη σειρά της εξελίχθηκε από το αρχαιοελληνικό μονόχορδο και την πανδούρα.
- Ονομασία & Χαρακτηριστικά: Ονομάζεται «αχλαδόσχημη» λόγω του σχήματός της, που μοιάζει με κομμένο αχλάδι. Κατασκευάζεται παραδοσιακά από μονοκόμματο ξύλο (συνήθως μουριά, καρυδιά ή άγριο αχλαδόδεντρο).
- Η Ιδιομορφία της: Σε αντίθεση με την κρητική λύρα, η ροδίτικη λύρα είναι ελαφρώς μικρότερη, έχει πιο οξύ και «στεγνό» ήχο, ενώ παλαιότερα οι οργανοπαίκτες κρεμούσαν στο δοξάρι της μικρά κουδουνάκια (τα γερακοκούδουνα) για να κρατούν τον ρυθμό καθώς έπαιζαν.
2. Το Λαούτο (ή Λαγούτο)
- Προέλευση: Έχει μακρινή καταγωγή από την Ανατολή (το αραβικό ούτι), αλλά υπέστη ριζικές αλλαγές στην Ευρώπη και το Βυζάντιο κατά τον Μεσαίωνα. Στα Δωδεκάνησα και τη Ρόδο έφτασε στη σημερινή του μορφή κυρίως μέσω της Κρήτης και των θαλάσσιων εμπορικών δρόμων.
- Ονομασία & Χαρακτηριστικά: Η ονομασία προέρχεται από το αραβικό al-ud (που σημαίνει «το ξύλο»), το οποίο μέσω των ιταλικών (liuto) ελληνοποιήθηκε σε «λαούτο».
- Ο Ρόλος του: Στη ροδίτικη μουσική δεν χρησιμοποιείται μόνο για να κρατάει τον ρυθμό (αρμονική συνοδεία), αλλά ο λαουτιέρης παίζει συχνά τη μελωδία μαζί με τη λύρα ή το βιολί, δημιουργώντας έναν πολύ πλούσιο ήχο.
3. Το Βιολί
- Προέλευση: Είναι δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης (Ιταλία, 16ος αιώνας). Στη Ρόδο και στα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου άρχισε να διαδίδεται μαζικά από τα τέλη του 19ου αιώνα, αντικαθιστώντας σταδιακά τη λύρα σε πολλά χωριά, λόγω του πιο δυνατού και «γλυκού» ήχου του που ταίριαζε στα μεγάλα ανοιχτά πανηγύρια.
- Ονομασία & Χαρακτηριστικά: Η λέξη προέρχεται από τη μεσαιωνική λατινική λέξη vitula (έγχορδο όργανο).
- Η «Νησιώτικη Ζυγιά»: Στη Ρόδο, το βιολί μαζί με το λαούτο αποτελούν τη standard «ζυγιά» (το μουσικό δίδυμο) που συναντάμε σήμερα στα περισσότερα ροδίτικα γλέντια, έχοντας ενσωματώσει πλήρως το τοπικό μουσικό ιδίωμα.
4. Το Τουμπανέλι (ή Νταουλάκι)
- Προέλευση: Πρόκειται για ένα μικρό κρουστό όργανο με αρχαιοελληνικές και βυζαντινές ρίζες(εξέλιξη του αρχαίου τυμπάνου). Ήταν το κατεξοχήν όργανο που συνόδευε τη λύρα ή την τσαμπούνα στα χωριά της Ρόδου πριν την κυριαρχία του λαούτου.
- Ονομασία & Χαρακτηριστικά: Η ονομασία «τουμπανέλι» είναι υποκοριστικό του τούμπανου (τύμπανο). Είναι ένα κυλινδρικό τύμπανο με δέρμα και από τις δύο πλευρές.
- Ο Ρόλος του: Ο οργανοπαίκτης το κρεμάει από τον ώμο και το χτυπάει με δύο ξυλάκια (το τουμπανόξυλο και τη βέργα) για να δίνει τον ζωηρό, πηδηχτό ρυθμό που απαιτούν χοροί όπως η Ροδίτικη Σούστα.
5. Η Τσαμπούνα (ή Ασκομαντούρα)
- Προέλευση: Είναι η νησιώτικη εκδοχή του αρχαιοελληνικού άσκαυλου. Στη Ρόδο παιζόταν κυρίως από βοσκούς στα ορεινά χωριά (όπως ο Έμπωνας και ο Άγιος Ισίδωρος). Αν και σήμερα τείνει να εκλείψει, διασώζεται από ελάχιστους παλαιούς οργανοπαίκτες.
- Ονομασία & Χαρακτηριστικά: Η λέξη «τσαμπούνα» προέρχεται από τη λατινική symphonia. Αποτελείται από έναν ασκό (σάκο από δέρμα κατσίκας) και μια ξύλινη ή κοκάλινη φλογέρα με διπλό κάλαμο.
Οι μεγάλοι παραδοσιακοί οργανοπαίκτες: η ζωντανή ατμόσφαιρα των πανηγυριών και η χειροποίητη κατασκευή των οργάνων αποτελούν τους τρεις βασικούς πυλώνες που κρατούν ζωντανή τη μουσική παράδοση της Ρόδου μέχρι σήμερα.
1. Μεγάλοι Παραδοσιακοί Οργανοπαίκτες της Ρόδου
Η ροδίτικη μουσική διασώθηκε από γενιά σε γενιά χάρη σε εμβληματικούς λαϊκούς οργανοπαίκτες που σφράγισαν με το παίξιμό τους το τοπικό ύφος.
- Δημήτρης Γρηγοράκης: Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους εμβληματικούς παραδοσιακούς λυράρηδες της Ρόδου, ο οποίος κράτησε ζωντανό τον ιδιαίτερο ήχο της ροδίτικης λύρας όταν αυτή άρχισε να υποχωρεί.
- Δημήτρης Ποντικάς: Σημαντικός λυράρης, το παίξιμο του οποίου καταγράφηκε ιστορικά (π.χ. στο έργο του Samuel Baud-Bovy). Έπαιζε με την ιδιαίτερη τετράχορδη ροδίτικη παραλλαγή.
- Οι «Βιολατόροι» της Κρεμαστής και των Κοσκινιού: Λόγω της Ιταλοκρατίας, πολλοί Ροδίτες βιολιστές ταξίδεψαν στην Ιταλία για να σπουδάσουν κλασικό βιολί. Αυτό έδωσε στο ροδίτικο παραδοσιακό βιολί μια μοναδική, εξαιρετικά μελωδική και εξευγενισμένη χροιά.
- Η Οικογένεια Χατζηπέτρου: Μια σπουδαία μουσική οικογένεια πέντε γενεών. Ο καθηγητής και οργανοπαίκτης σαντουριού και βιολιού Γεώργιος Χατζηπέτρος έχει καταγράψει πάνω από 20 δισκογραφικές εργασίες, και βιβλία, διασώζοντας δωδεκανησιακούς σκοπούς.
2. Πώς Συνδυάζονται τα Όργανα στα Πανηγύρια (π.χ. ΆιΣουλάς)
Στα μεγάλα ανοιχτά πανηγύρια της Ρόδου, όπως το φημισμένο παναΰρι του Άι Σουλά (Αγίου Σίλα) στη Σορωνή ή της Παναγιάς στην Κρεμαστή, η διάταξη και ο συνδυασμός των οργάνων έχουν συγκεκριμένο ρόλο:
- Η Κυριαρχία της «Ζυγιάς»: Το βιολί και το λαούτο αποτελούν τον βασικό πυρήνα. Το βιολί οδηγεί τη μελωδία με γρήγορα γυρίσματα και το λαούτο προσφέρει τη ρυθμική και αρμονική βάση, «γεμίζοντας» τον χώρο.
- Η Ένταση του Ρυθμού: Το τουμπανέλι (ή νταουλάκι) επιστρατεύεται για να δώσει τον απαραίτητο ξεσηκωτικό παλμό. Καθώς οι χορευτές μπαίνουν στον κύκλο για τη Ροδίτικη Σούστα, ο ρυθμός ανεβαίνει σταδιακά σε πολύ υψηλές ταχύτητες (χτυπώντας ακόμα και τα 140-145 BPM), απαιτώντας απόλυτο συντονισμό κρουστών και εγχόρδων.
- Το Μαντολίνο ως Συμπλήρωμα: Στα πιο κλειστά, αυθεντικά γλέντια των χωριών της ορεινής Ρόδου, δίπλα στη λύρα εμφανιζόταν συχνά και το μαντολίνο, το οποίο γλυκαίνει το αποτέλεσμα και συνοδεύει τις αυτοσχέδιες μαντινάδες.
3. Ανάλυση Κατασκευής της Ροδίτικης Λύρας
Η ροδίτικη λύρα έχει συγκεκριμένα οργανολογικά χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από την κρητική. Η κατασκευήτηςείναι μια απαιτητικήτέχνη:
- Το Σχήμα («Μεγάλα Μάγουλα»): Ανήκει στις αχλαδόσχημες λύρες. Έχει πολύ μεγάλο άνοιγμα στο κάτω μέρος («μάγουλα») και βαθύ σκάφος, προσφέροντας έναν ιδιαίτερο, γεμάτο αλλά και «στεγνό» ήχο.
- Η Επιλογή των Ξύλων:
- Για το σκάφος (το πίσω μέρος) χρησιμοποιείται μονοκόμματο, σκληρό ξύλο, παραδοσιακά από μουριά, καρυδιά ή άγριο αχλαδόδεντρο.
- Για το καπάκι (το μπροστινό μέρος, που επηρεάζει άμεσα τον ήχο) επιλέγεται μαλακό, ώριμο ξύλο με ίσια νερά, συνήθως κέδρος ή έλατο.
- Οι Χορδές και το Κούρδισμα: Αν και παλαιότερα χρησιμοποιούσαν εντέρινες χορδές, στη Ρόδο καθιερώθηκαν πολύ νωρίς οι ατσαλινες χορδές. Η λύρα μπορεί να είναι τρίχορδη ή τετράχορδη. Κουρδίζεται είτε «αλά φράγκα» (ΣΟΛ-ΡΕ-ΛΑ-ΜΙ, όπως το βιολί) είτε με παραδοσιακά ισοκρατήματα (π.χ. ΣΟΛ-ΡΕ-ΛΑ-ΡΕ).
- Τα Γερακοκούδουνα: Μια μοναδική λεπτομέρεια της κατασκευής ήταν τα μικρά κουδουνάκια που προσάρμοζαν οι τεχνίτες πάνω στο δοξάρι. Καθώς ο λυράρης κουνούσε το δοξάρι για να παίξει, τα κουδούνια παρήγαγαν έναν μεταλλικό ήχο που κρατούσε αυτόματα τον ρυθμό του χορού.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News