Την έβγαλε από το βυθισμένο αυτοκίνητο οκτώ χρόνια πριν (βίντεο)
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 15847 ΦΟΡΕΣ
Ο Βαγγέλης Χατζηκέλλης και η Θέμη μιλούν για την πράξη αυτοθυσίας του Βαγγέλη που της έσωσε τη ζωή
Εκείνο το βράδυ τον σημάδεψε! Πού βρήκε τη δύναμη, πως δεν έκανε δεύτερες σκέψεις, τι δύναμη έχει ο άνθρωπος μπροστά στον κίνδυνο, τι ψυχή πρέπει να έχεις ώστε να κινδυνεύσεις εσύ για να σώσεις έναν άγνωστο!Ο Βαγγέλης Χατζηκέλλης, εικονολήπτης-φωτογράφος- ένας άνθρωπος της δικής μας δουλειάς - στα 21 του χρόνια μια νύχτα που η θάλασσα σήκωνε βουνό τα κύματα πίσω από το Ναυτικό Όμιλο Ρόδου, βούτηξε στη στιγμή για να σώσει μια κοπέλα που έμεινε αναίσθητη σε ένα αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο που μέσα στα σκοτάδια φαίνονταν μόνο οι δυό του ρόδες!
Δεν είναι η λέξη «ήρωας» που γράφτηκε και ειπώθηκε πολλές φορές τότε για να τη λες. Δεν μ’ αρέσει καν. Είναι η δύναμη της ψυχής ενός νεαρού άντρα που και τώρα που διηγείται καρέ- καρέ αυτό που κατάφερε δεν έχει ίχνος υπερβολής η διήγησή του, έχει σεμνότητα και συναίσθηση, δεν λέει λέξη για την τόλμη του, άλλες ερμηνείες δίνει.
Ο Βαγγέλης Χατζηκέλλης, που τιμήθηκε τότε από την Ακαδημία Αθηνών και τη Νομαρχία Δωδεκανήσου και ξεχάστηκε αμέσως, μια σπάνια περίπτωση ανθρώπου για το ήθος και για το ύφος του, σήμερα θυμάται μαζί με τη Θέμη τα κρίσιμα λεπτά και μόνο αυτά! Τα λεπτά που κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας θα χανόταν μια ζωή.
Πού βρισκόσουν εκείνη τη νύχτα πριν από οκτώ χρόνια, ποιες ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν στη θάλασσα πίσω από το κτίριο της Νομαρχίας;
Ήταν μεσάνυχτα Σαββάτου γύρω στις 12:30, ξημέρωνε 28η Οκτωβρίου του 2006. Πήγα με δύο φίλους μου προς την εκκλησία του Ευαγγελισμού για καμιά βόλτα να περάσει η ώρα μέχρι να πάμε για ποτό. Συνήθως είχε κόσμο εκεί εκείνες τις ώρες, αλλά εκείνη τη βραδιά είχε κακοκαιρία, φυσούσε, η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη τα κύματα ανέβαινα μέχρι πάνω, κι έλουζαν τα παγκάκια. Ήταν άλλοι τρεις πιτσιρικάδες εκεί τριγύρω κι εμείς. Μέχρι το σημείο πριν βουτήξω τα θυμάμαι όλα, από τη στιγμή εκείνη και μετά όλα είναι θολά. Πήγαμε να πάρουμε τσιγάρα και ξαναγυρίσαμε. Όταν φτάσαμε στο σημείο όπου σταθμεύουν τα αυτοκίνητα είδαμε τους πιτσιρικάδες να τρέχουν προς τη θάλασσα.
Τι είχαν δει;
Είχανε δει ένα αυτοκίνητο να πέφτει στη θάλασσα. Εμείς ήμασταν ακόμα μέσα στο αυτοκίνητο οδηγούσα εγώ, έτρεξαν οι φίλοι μου κι εγώ συνέχισα να το βάλω στην άκρη. Οι φίλοι μου μου φώναξαν ότι υπάρχει αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο στη θάλασσα. Χτυπάει η καρδιά μου τώρα που σου τα λέω… Άκουσα μια αντρική φωνή να φωνάζει “βοήθεια η κοπέλα μου βοήθεια”… Ήταν ολοσκότεινα, αλλά είδαμε κάποιον στη θάλασσα, είχε καταφέρει να βγει από το αυτοκίνητο.
Η κοπέλα ήταν ακόμα μέσα;
Ναι, αλλά εγώ εκείνη τη στιγμή δεν είχα καταλάβει ακόμα τι γίνεται και πόσοι ήταν μέσα στ΄ αμάξι. Φαίνονταν μόνο δύο ρόδες έξω απ΄ το νερό, το αυτοκίνητο ήταν βυθισμένο ανάποδα. Από κείνο το σημείο θυμάμαι μόνο σκόρπια πράγματα. Δίνω τα κλειδιά και το κινητό στο φίλο μου και το μόνο που σκέφτηκα ήταν να υπολογίσω σωστά τα βήματά μου για να πέσω στο νερό. Σαν να θυμάμαι ότι με ρώτησε ο φίλος μου “Βαγγέλη που πας;” Έπεσα μέσα και με τα παπούτσια!
Πού πήγαινες αλήθεια;
Βούτηξα και θυμάμαι πως όταν άνοιξα τα μάτια μου και είδα μαύρο γιατί δεν έχει καθόλου φώτα, σοκαρίστηκα. Ρωτάω τον οδηγό πού καθόταν η κοπέλα, μου λέει “στη μεριά του συνοδηγού”. Βούτηξα πάλι ψηλάφισα το αυτοκίνητο να τσεκάρω αν έχουν σπάσει τα τζάμια, άνοιξα την πόρτα στα τυφλά, κι άρχισα να ψηλαφίζω το κάθισμα. Την έψαχνα ψηλαφώντας τα καθίσματα, έπαιρνα ανάσα, ξαναβουτούσα δεν ήξερα καν αν υπήρχαν ακόμα άνθρωποι μέσα.
Πήγα από την άλλη πλευρά, άνοιξα την πίσω πόρτα και μπήκα λίγο περισσότερο για να ψάξω. Όταν δεν την βρήκα με το πρώτο ψάξιμο αγχώθηκα πολύ. Αισθάνθηκα ότι το έχω πάρει πάνω μου και ή εγώ ή τίποτα. Εκεί χανόταν μια ζωή. Σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή πως αν δεν την προλάβαινα δεν θα το άντεχα. Νομίζω δεν έχω νιώσει περισσότερο άγχος στη ζωή μου. Δεν μπορώ να το περιγράψω, ήταν μεγάλο βάρος μέσα σε μια στιγμή. Κάτι άγγιξα, ψηλαφώντας αισθάνθηκα ότι έπιασα μια μπότα. Προσπάθησα να την τραβήξω έξω δεν έβγαινε!

Ήταν η κοπέλα;
Ναι, κατάλαβα ότι από το αναποδογύρισμα του αυτοκινήτου είχε βρεθεί στο πίσω κάθισμα και το ένα πόδι της είχε σφηνώσει ανάμεσα στα δύο μπροστινά καθίσματα. Ξαναβγήκα για να πάρω ανάσα. Δεν τις θυμάμαι τις ανάσες μου, αλλά πρόλαβα να δω ότι έξω είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος. Ξαναβουτάω, ανοίγω την πόρτα, κι εκεί πάνω στη θαλασσοταραχή μαγκώνει η πόρτα στα βράχια του βυθού, το κύμα μετακινεί όλο το αυτοκίνητο, κλείνει την πόρτα και μου μαγκώνει το χέρι. Δεν θυμάμαι πόνο, θυμάμαι που είπα στον οδηγό ο οποίος ήταν σε κατάσταση σοκ “κράτα κόντρα τ΄ αμάξι να μπω μέσα”…
Παίρνω μεγάλη ανάσα μπαίνω όλος μέσα στο αυτοκίνητο, αντιλαμβάνομαι περίπου τη στάση του σώματος και την πιάνω απ΄ το λαιμό. Δεν αντιδρούσε καθόλου, κατάλαβα ότι δεν πρέπει να είχε τις αισθήσεις της. Αργότερα πια σύμφωνα με τους υπολογισμούς που κάναμε με τους φίλους μου διαπιστώσαμε ότι θα πρέπει να βρισκόταν τουλάχιστον δέκα λεπτά εγκλωβισμένη μέσα στο βυθισμένο αυτοκίνητο χωρίς τις αισθήσεις της. Βγαίνω στην επιφάνεια, την ανασύρω μαζί μου και θυμήθηκα ότι στη γωνία μπροστά από το ΝΟΡ έχει ένα κομμάτι με λίγη άμμο. Κολύμπησα προς τα εκεί σέρνοντας την κοπέλα.
Ακόμα δεν είχε τις αισθήσεις της;
Όχι, δεν αντιδρούσε καθόλου κι αυτό εμένα με διευκόλυνε τελικά. Όταν βγήκα στην επιφάνεια συνειδητοποίησα ότι και κάποιος άλλος έπεσε στο νερό να βοηθήσει. Αργότερα έμαθα ότι ήταν Ολλανδός τουρίστας. Φτάνω στην άμμο, μ’ ακολουθούσαν κολυμπώντας ο οδηγός του αυτοκινήτου και ο Ολλανδός που βούτηξε. Την άφησα στην άμμο και την τράβηξα προς τα έξω γιατί την χτυπούσαν τα κύματα. Δεν μπορούσα πια, δεν είχα δυνάμεις, ήταν βαριά είχε πιει νερό.
Ήμουνα με τα παπούτσια, με το τζιν που είχε βαρύνει πάνω μου, είχε σπάσει η ζώνη του παντελονιού μου… Άκουγα τις σκέψεις μου σαν να μιλούσα δυνατά, αλλά δεν μιλούσα. Είχε μαζευτεί κόσμος από πάνω μου. Κάποιος αστυνομικός με φώτιζε με φακό, δεν είχε φώτα στη θάλασσα.
Κανένας δεν μπήκε στο νερό, κανένας δεν βοήθησε; Λίγα μέτρα από το Λιμεναρχείο κανείς δεν τους τηλεφώνησε;
Εκείνη τη στιγμή το σκέφτηκα κι εγώ, γιατί δεν πηδάει κάποιος αυτό το ένα μέτρο που μας χώριζε από το τσιμέντο για να βοηθήσει! Το επόμενο δεν ξέρω αν έγινε πραγματικά ή το ονειρεύτηκα… Νομίζω πήδηξε μια κοπέλα η οποία είπε και τ΄ όνομά μου, είπε «έλα να την τραβήξουμε…». Την έψαξα όταν συνήλθα λίγο δεν ήταν πουθενά! Υπήρξε ή όχι θα μείνω με την απορία. Έφτασαν κοντά μας οι άλλοι δύο ξεκίνησαν μαλάξεις ήταν αναίσθητη, είχε πάνω της αίματα, έβγαζε αφρούς.
Ζούσε όμως;
Φαινόταν ότι ζει. Τότε ήρθε το ΕΚΑΒ, την πήρε κι εγώ έκατσα να συνέλθω. Ο φίλος μου με βοήθησε να ανέβω τον τοίχο, ήμουν πολύ κουρασμένος. Εκεί σαν να θυμάμαι άκουσα χειροκρότημα. Μπήκαμε στ΄ αμάξι, οδηγούσε ο φίλος μου, πήγαμε στο σπίτι να αλλάξω και πήγα στο νοσοκομείο για να δω πόσο είχα χτυπήσει το χέρι μου και να επισκεφτώ την κοπέλα. Μέσα στο βράδυ εκείνο την μετέφεραν στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ηρακλείου. Ήταν σε κώμα, αλλά την είχαμε προλάβει.
Πώς αισθανόσουν είχες σώσει έναν άνθρωπο από βέβαιο πνιγό!
Ήμουν ανακουφισμένος. Δεν μπορούσα να αισθανθώ χαρά ή κάποιο ανάλογο συναίσθημα γιατί δεν το είχα συνειδητοποιήσει αυτό που είχε γίνει και η κοπέλα ήταν ακόμα σε κώμα. Είχα ακόμα το άγχος του να ζήσει.
Έμεινε μέρες στην εντατική μέχρι να δώσει τα πρώτα σημάδια ζωής! Πότε την είδες εσύ;
Όταν γύρισε πια στη Ρόδο μετά από 15 μέρες και ζήτησε να με δει. Όλες εκείνες τις ημέρες είχα επαφή με την οικογένειά της για να μαθαίνω νέα. Βγήκε από το κώμα μία εβδομάδα μετά.
Τι σου είπε όταν σε είδε;
Την είδα στο σπίτι της όπου πήγα. Ήταν αμήχανες οι στιγμές. Μ΄ ευχαριστούσε συνέχεια η οικογένειά της και η ίδια. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα την εικόνα της, δεν έβλεπα την ώρα που την έσωζα, δεν τη θυμόμουν. Είδα ξαφνικά μπροστά μου μια κοπέλα που μου έλεγε συνέχεια «ευχαριστώ».
Και τώρα στα οκτώ χρόνια από εκείνο το βράδυ έκανε στο Facebook μια ανάρτηση!
Έγραψε: «Οκτώ χρόνια ευλογημένη μαζί με το Βαγγέλη Χατζηκέλλη»! Ζει στην Αθήνα πια, είμαστε καλοί φίλοι. Τη νιώθω χρεωμένη πάνω μου, αν μπορώ να το πω αυτό. Σαν αδέλφια. Είναι απ΄ αυτά που δεν περιγράφονται με λόγια.
Θα πρέπει να ήταν δυνατές στιγμές αυτές και για σένα. Τι σκεφτόσουν μετά;
Ένιωθα ότι και την επόμενη μέρα να πεθάνω υπήρξε λόγος που έζησα.

Εγινες λίγο πιο τυχερός μετά απ΄ αυτή την καλή πράξη, υπήρξε ενός είδους ανταπόδοση από το Σύμπαν γιατί απ΄ τους ανθρώπους ξέρω πως δεν υπήρξε!
Λίγες μέρες μετά κι ενώ είχε ακουστεί το τι είχε γίνει, είχε γραφτεί και με ρώταγαν τα αθηναϊκά κανάλια στα οποία δεν ήθελα και να βγω, με πίεζαν πολλοί, είχα δυό μαζεμένες ατυχίες: ένα παραλίγο ατύχημα με τ΄ αυτοκίνητο ενώ και την ώρα του ρεπορτάζ πάνω στη δουλειά μου δηλαδή ως εικονολήπτης, έπεσα από σκαλωσιά χωρίς σοβαρό τραυματισμό. Από τότε πιστεύω στη γλωσσοφαγιά!
Σε τίμησε η Ακαδημία Αθηνών τότε μετά από αίτημα που υπέβαλε ο Γιάννης Μαχαιρίδης ως Νομάρχης, και σε τίμησε κι η Νομαρχία.
Ναι, με τίμησε κι έκανε αίτημα και στην Ακαδημία Αθηνών η οποία με βράβευσε. Εκείνη την ημέρα δεν ήταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που κάνει τις βραβεύσεις, πήρα τον έπαινο από κάποιον άλλο.

Γιατί δεν έπεσαν άλλοι στη θάλασσα, γιατί δεν βοήθησε κανείς;
Για να είμαι ειλικρινής αν το σκεφτόμουν κι εγώ έστω δέκα δευτερόλεπτα δεν ξέρω τι θα ‘κανα. Δεν ξέρω αν το ‘κανα εγώ, ένιωσα το σώμα μου να πέφτει στο νερό. «Ξύπνησα» όταν βγήκα στην επιφάνεια από την πρώτη βουτιά. Δεν ένιωθα καν τη θερμοκρασία του νερού. Είναι η δύναμη που έχει ο άνθρωπος και μια άλλη δύναμη που μ΄ έσπρωξε να το κάνω. Είναι πολλά που βοήθησαν. Αν φορούσε ζώνη θα είχε εγκλωβιστεί μέσα και ίσως να μην τα κατάφερνα.
Αν είχε τις αισθήσεις της το πιθανότερο είναι στον πανικό της να με τραβούσε και να μην μπορούσα να βγω κι εγώ. Ήταν πολύ περίεργο βράδυ. Ό,τι και να καταφέρω στη ζωή μου δεν νομίζω ότι μπορεί να φτάσει ποτέ αυτό. Μ’ έχει σημαδέψει, αυτή είναι η αλήθεια. Κι είναι για το μόνο που αξίζει να είναι περήφανος για μένα ο πατέρας μου εκεί που βρίσκεται. Και φυσικά η μητέρα μου. Το ξανάζησα σήμερα!
Η ΘΕΜΗ
Εκείνη τη στιγμή τηλεφωνήσαμε στη Θέμη. Είχε συμφωνήσει να γίνει αυτή η κουβέντα με το Βαγγέλη και δέχτηκε να μιλήσει κι εκείνη για το βράδυ που στα 19 της βρέθηκε μέσα στο νερό κι ένας άγνωστος 21χρονος βούτηξε και με κίνδυνο να χαθεί κι εκείνος, της έσωσε τη ζωή!
Τι θυμάσαι από εκείνη τη νύχτα;
Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα. Ήμουνα σε μια χαμένη κατάσταση, δεν ξέρω πως βγήκα απ΄ το νερό. Μου είπαν για τον Βαγγέλη, μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο όταν συνήλθα, εκείνος έπαιρνε κάθε μέρα και μιλούσε με την οικογένειά μου μέχρι να συναντηθούμε. Από το Νοσοκομείο είχα πει ότι τον πρώτο που θέλω να δω είναι ο Βαγγέλης, αυτός που μ΄ έσωσε. Κι αν δεν μου τον έφερναν θα πήγαινα εγώ να τον βρω.
Σώθηκες ενώ σχεδόν για δέκα λεπτά είχες χάσει τις αισθήσεις σου μέσα στο νερό!
Πριν λίγες μέρες πάλι όταν έκλεισαν τα οκτώ χρόνια σκεφτόμουν πως αν εκείνο το βράδυ ο Βαγγέλης δεν είχε βγει για βόλτα και είχε μείνει στο σπίτι τότε πολύ πιθανόν να μην τα είχα καταφέρει.
Από τότε πως ζεις;
Τα είδα όλα αλλιώς. Άλλαξα τον τρόπο που έβλεπα τη ζωή, τώρα θέλω να ζω την κάθε στιγμή. Δεν ξέρεις πότε θα σου ΄ρθει και δεν ξέρεις αν υπάρξει ένας Βαγγέλης κάπου εκεί. Υπάρχουν κι αυτοί οι άνθρωποι μέσα στους πολλούς, που ρισκάρουν τη ζωή τους για έναν άγνωστο!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News