Η Ρόδος πριν 56 χρόνια

Γράφει η Μαίρη Παπανδρέου

Η «ΡΟΔΙΑΚΗ», με τη στήλη: «ΦΛΑΣ στο παρελθόν», αφυπνίζει αναμνήσεις από όμορφα – μοναδικά χρόνια που πέρασαν, αλλά παρέμειναν ζωντανά στο νου και στην καρδιά μας.  Δυστυχώς με το κείμενό  μου αυτό, ικανοποιώ και την ‘νοσηρή’ περιέργεια κάποιων σχετικά με το «πότε ήρθε στη Ρόδο η Μαίρη Παπανδρέου». Ήρθα λοιπόν στη Ρόδο στις 10 Δεκεμβρίου του 1959 με την οικογένειά μου, αγαπήσαμε τον τόπο και τους φίλους μας και ξεκίνησα την δημοσιογραφική μου δραστηριότητα την Άνοιξη του 1965 στη ΡΟΔΙΑΚΗ. Είχα την καλή τύχη, να γνωρίσω και να συνδεθώ φιλικά, με όλους τους αλησμόνητους και έγκριτους πρωτεργάτες της ΡΟΔΙΑΚΗΣ, που το πνεύμα τους και το ήθος τους, ενσαρκώνουν και υλοποιούν τα σημερινά στελέχη της.

Η αναφορά του φύλλου της 3ης.8 ε.ε.: «Την προσεχή εβδομάδα θα αρχίσει λειτουργούν το κέντρο «Ροδίνι» του οποίου «…τα εγκαίνια θα τελεσθούν περί τα μέσα τα προσεχούς εβδομάδας», μας πήγε πίσω στο χρόνο, όταν η Ρόδος ήταν μια πραγματική κηπούπολη, με τα εκπληκτικά νεοκλασικά κτήρια, και εκπληκτικής ομορφιάς ιστορικά αρχιτεκτονήματα, όπως ο «Ανθισμένος Πύργος» επί των οδών Αμερικής και 25ης Μαρτίου, το μοναδικό σπίτι παραδίπλα από το ξενοδοχείο «Θέρμαι», που οι εξωτερικοί του τοίχοι ήταν πρωτότυπα και υπέροχα διακοσμημένοι με περίτεχνα σχέδια από πολύχρωμα φυσικά κογχύλια, το εντυπωσιακό σπίτι με τα βιτρό, τα γύψινα αγγελάκια στις οροφές του και την αρχντική του είσοδο στην πλατεία Κύπρου που σήμερα βρίσκεται η Εθνική Τράπεζα, τα τρίκυκλα ποδήλατα με τις λευκές τους τέντες, τις πανέμορφες, πολύχρωμες μπουκαμβίλιες, τους κατακόκκινους διπλούς – αλλά και κίτρινους ή ροζ ιβίσκους, τα ευωδιαστά δέντρα με τα λευκά ή κίτρινα ινδικά φούλια, τους σκιερούς δρόμους με τα δασύφυλλα πλατάνια, τους γιγάντιους φίκους και τις αροκάριες.

Ο «Ανθισμένος Πύργος», χάθηκε επί Δημαρχίας γιατρού Αυγουστάκη, επειδή ο Δήμος τότε, δεν είχε χρήματα να τον αγοράσει. Κάθε χτύπημα της αξίνας που γκρέμιζε τις πέτρινες επάλξεις, τους περίτεχνους τοίχους, ηχούσε στις καρδιές των Ροδιτών υπόκωφα, γεμίζοντάς τες με πίκρα, δάκρυα κι απογοήτευση. Το σπίτι με τα κογχύλια, έπεσε μέσα σε μια νύχτα, χωρίς να καταλάβει κανείς πως και από ποιους. Τότε τα σπίτια είχαν ανοιχτές τις εξώπορτές τους και τα κλειδιά κρέμονταν από την έξω μεριά, και οι καταστηματάρχες, όταν έλλειπαν για λίγο από τα καταστήματά τους, άφηναν την πόρτα τους ανοιχτή, με μια καρέκλα στη μπασιά της – ένδειξη ότι δεν είναι μέσα κανείς. Ακόμα και το πιο παλιό, πιο γνωστό και πιο πλούσιο χρυσοχοείο της Ρόδου «Λουϊζίδης», άφηνε την πόρτα του τέντα, όταν πήγαινε για λίγο στην Αγορά.  

Το κέντρο «Ροδίνι», τότε, ήταν εξοχικό! Μέσα στο γραφικό του πάρκο, παραδίπλα στη βρύση του κάτω από τον σκιερό πλάτανο, που πίστευαν πως αν έπινε κάποιος από το νερό της, επέστρεφε στη Ρόδο. Στ’ αλήθεια, το κέντρο «Ροδίνι», ήταν ένα σχετικά μικρό-χαμηλό κτήριο, δίπλα σε μια πολύ μεγάλη τεχνητή λίμνη, κατασκευασμένη κάτω από την προστατευτική σκιά τεράστιων δέντρων. Στην Ανατολική όχθη της γραφικής λίμνης, από την Άνοιξη μέχρι το Φθινόπωρο, ήταν εγκατεστημένη μια ορχήστρα. Στη μέση της λίμνης, υπήρχε μια ξύλινη αρκετά μεγάλη πίστα, που επέπλεε πάνω σε ξύλινα βαρέλια. Τα ζευγάρια, περνούσαν στην μοναδική σε γραφικότητα πίστα, από τρία ξύλινα γεφυράκια.

Η Ρόδος, αυτή την αξέχαστη και μοναδική ιστορική περίοδο, ήξερε να διασκεδάζει πραγματικά, οι περισσότεροι κάτοικοι της πόλης γνωριζόμασταν μεταξύ μας και μας έδεναν αισθήματα εκτίμησης και φιλίας. Οι γλεντζέδες της εποχής εκείνης, νεαροί δικηγόροι, πολιτικοί μηχανικοί, γιατροί, επιχειρηματίες, καταστηματάρχες, πάντα γεμάτοι κέφι, πειράγματα και ‘αστείες’ αταξίες. Ανέβαιναν λοιπόν πολλά ζευγάρια ταυτόχρονα στην πλωτή πίστα και χόρευαν τους τότε ρομαντικούς, αλλά και σπιρτόζους χορούς. Με κάποια μυστικά γνεψίματα, πολλά ζευγάρια, μαζεύονταν στην μία πλευρά της πλωτής πίστας, η οποία φυσικά έγερνε, βυθιζόταν και οι χορευτές τσαλαβουτούσαν με τα παπούτσια τους μέσα στο νερό, βρέχοντας τα παντελόνια τους και τους ποδόγυρους από τα φορέματα των συνοδών τους. Κανένας όμως, ποτέ δεν θύμωνε. Απεναντίας, γελούσαν όλοι με την καρδιά τους, κάποιοι μάλιστα βουτούσαν στα νερά της λίμνης που τους έφτανε μέχρι τη μέση, έβγαιναν τσαλαβουτώντας σκασμένοι στα γέλια, κι έκοβαν κομμάτια από τις γραβάτες τους, που τα χάριζαν στις ντάμες τους, σαν ανάμνηση της χαρούμενης βραδιάς.

Τότε, στο «Ροδίνι», χόρευαν και δεν χοροπηδούσαν, τραγουδούσαν με τους τραγουδιστές και την ορχήστρα και δεν φωνασκούσαν, τα μουσικά κομμάτια πότε νοσταλγικά, ρομαντικά ή ζωηρά, που όμως δεν σκέπαζαν τις κουβέντες τους, τα αθώα και έξυπνα πειράγματά τους και τα γέλια των θαμώνων, ήταν το καλύτερο σεγκόντο της ορχήστρας.  Η διασκέδαση στο Κέντρο «Ροδίνι», κρατούσε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, καθώς δεν υπήρχε ούτε διάταξη περί «κοινής ησυχίας» ούτε και λόγος να σταματούν τη μουσική νωρίτερα, εφόσον το «Ροδίνι» τότε, ήταν προάστιο και δεν ενοχλούσε κανέναν. Έφευγαν οι περισσότεροι θαμώνες από το «Ροδίνι» και κατευθύνονταν στο Μόντε Σμίθ, ή ακόμα και στη Φιλέρημο, για να χαρούν την Ανατολή του Ήλιου. Συνήθως οι ξενύχτηδες γλεντζέδες, διασκέδαζαν τα Σαββατόβραδα. Έτσι, μετά την απόλαυση της ανατολής του ήλιου, όπως ήταν ντυμένοι με τα βραδινά τους κοστούμια – εάν δεν ήταν βρεγμένοι – πήγαιναν όλοι μαζί σε συνοικιακή εκκλησία για την Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία. Και ο παπάς, γεμάτος χαρά, μονολογούσε: «Πόσο πιστοί είναι… έρχονται στην εκκλησία πρωί-πρωί, ντυμένοι μάλιστα με τα καλά τους…». Ροδιακή, σ’ ευχαριστούμε και για το αφύπνισμα των αναμνήσεών μας.