Ελένη Κορωναίου: «Κανένα παιδί δεν πρέπει να νιώθει μόνο»
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 186 ΦΟΡΕΣ
Όταν η σιωπή των εφήβων γίνεται κραυγή που ζητά κατανόηση και στήριξη
Με αφορμή τα πρόσφατα τραγικά περιστατικά που συγκλόνισαν ολόκληρη την Ελλάδα και άφησαν πίσω τους βαθιά θλίψη, σοκ και αμέτρητα ερωτήματα, η κοινωνία καλείται να κοιτάξει πιο ουσιαστικά και με μεγαλύτερη ευαισθησία την ψυχική υγεία των παιδιών και των εφήβων. Τα γεγονότα αυτά δεν αφορούν μόνο τις οικογένειες που βιώνουν τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας, αλλά όλους μας — γονείς, εκπαιδευτικούς, φίλους, ανθρώπους της κοινωνίας που πολλές φορές αδυνατούμε να αντιληφθούμε έγκαιρα το βάρος που κουβαλά ένας νέος άνθρωπος μέσα του.
Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα, η Ελένη Κορωναίου, MSc Ψυχολόγος, μιλώντας στη «Ροδιακή», καταθέτει έναν λόγο βαθιά ανθρώπινο, ουσιαστικό και γεμάτο ευαισθησία. Με επιστημονική προσέγγιση αλλά και αληθινή ενσυναίσθηση, αναδεικνύει πως η αυτοκτονική συμπεριφορά στην εφηβεία δεν είναι ποτέ μια «ξαφνική» ή ανεξήγητη πράξη, αλλά συχνά το αποτέλεσμα εσωτερικής πίεσης, μοναξιάς, φόβου και ανεκπλήρωτης ανάγκης για κατανόηση και αποδοχή.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας, της επικοινωνίας και της συναισθηματικής παρουσίας των γονέων, υπενθυμίζοντας πως πολλές φορές ένα παιδί δεν ζητά λύσεις, αλλά έναν άνθρωπο που θα το ακούσει πραγματικά, χωρίς κριτική και χωρίς απόσταση. Παράλληλα, αναφέρεται στον σημαντικό ρόλο του σχολείου, των εκπαιδευτικών και των συνομηλίκων, τονίζοντας ότι η πρόληψη ξεκινά μέσα από τη φροντίδα, την παρατήρηση και την έγκαιρη παρέμβαση.
Τα λόγια της αποτελούν ένα ηχηρό μήνυμα προς όλους μας: κανένα παιδί δεν πρέπει να μεγαλώνει νιώθοντας μόνο, αόρατο ή αβοήθητο. Η ψυχική υγεία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως θέμα ταμπού, αλλά ως μια καθημερινή ανάγκη που απαιτεί κατανόηση, στήριξη και συλλογική ευθύνη. Γιατί πολλές φορές, μια κουβέντα, μια αγκαλιά, ένα αληθινό «είμαι εδώ για σένα», μπορεί να κάνει τη διαφορά και να σώσει μια ζωή.
Τι μας αναφέρει η Ελένη Κορωναίου για την ψυχική υγεία των εφήβων:
Η συγκεκριμένη τραγική περίπτωση αυτοχειρίας δύο εφήβων αναδεικνύει τη σύνθετη και πολυπαραγοντική φύση της αυτοκτονικής συμπεριφοράς, ιδιαίτερα στην εφηβεία.
Ως ψυχολόγος τονίζω ότι η παρέμβαση οφείλει να είναι ολιστική και να απευθύνεται σε όλα τα εμπλεκόμενα επίπεδα: οικογένεια, σχολείο, συνομηλίκους και ευρύτερη κοινωνία, με στόχο τόσο την άμεση διαχείριση της κρίσης όσο και την πρόληψη παρόμοιων περιστατικών.
Αρχικά, σε επίπεδο οικογένειας, είναι κρίσιμη η ενίσχυση της συναισθηματικής επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιών. Οι γονείς χρειάζεται να καλλιεργούν ένα κλίμα αποδοχής και εμπιστοσύνης, όπου ο έφηβος μπορεί να εκφράζει ελεύθερα τα συναισθήματά του χωρίς φόβο κριτικής ή απαξίωσης. Παράλληλα, οφείλουν να είναι ευαισθητοποιημένοι στα προειδοποιητικά σημάδια (όπως απόσυρση, έντονη θλίψη, αλλαγές στη συμπεριφορά ή αναφορές στο θάνατο) και να αναζητούν έγκαιρα τη βοήθεια ειδικών ψυχικής υγείας όταν αυτά εμφανίζονται. Η συναισθηματική διαθεσιμότητα των γονέων αποτελεί βασικό προστατευτικό παράγοντα.
Σε επίπεδο μαθητών, είναι σημαντική η ενδυνάμωση των εφήβων ώστε να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, αλλά και να ζητούν βοήθεια όταν δυσκολεύονται. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στην εκπαίδευση των συνομηλίκων στην αναγνώριση ενδείξεων κινδύνου σε φίλους τους και στην καλλιέργεια κουλτούρας φροντίδας, όπου η αναζήτηση βοήθειας δε θεωρείται προδοσία αλλά πράξη ευθύνης.
Το σχολείο, ως βασικός κοινωνικοποιητικός θεσμός, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Στην παρούσα περίπτωση, είναι αναγκαία η άμεση ενεργοποίηση μηχανισμών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, με παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών για τη στήριξη μαθητών και εκπαιδευτικών. Προτείνονται ομαδικές παρεμβάσεις διαχείρισης πένθους, καθώς και δράσεις που ενισχύουν τις κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες των μαθητών. Επιπλέον, απαιτείται εκπαίδευση των εκπαιδευτικών στην αναγνώριση και διαχείριση κρίσεων ψυχικής υγείας, καθώς και η ανάπτυξη προγραμμάτων πρόληψης (π.χ. κατά του εκφοβισμού).
Σε επίπεδο κοινωνίας και μέσων μαζικής ενημέρωσης, είναι απαραίτητη η υπεύθυνη διαχείριση τέτοιων περιστατικών. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης οφείλουν να αποφεύγουν τη δραματοποίηση ή τη λεπτομερή περιγραφή της πράξης, καθώς υπάρχει κίνδυνος μίμησης, και να προβάλλουν διαθέσιμες υπηρεσίες υποστήριξης. Παράλληλα, η κοινωνία χρειάζεται να μειώσει το στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία και να ενισχύσει την πρόσβαση σε δομές φροντίδας, ιδιαίτερα για εφήβους.
Τέλος, σε επίπεδο πολιτείας και υπηρεσιών πρόνοιας, είναι αναγκαία η ενίσχυση των σχολικών και κοινοτικών υπηρεσιών ψυχικής υγείας, η διασύνδεση σχολείου-οικογένειας-υπηρεσιών, καθώς και η ανάπτυξη προληπτικών προγραμμάτων και γραμμών άμεσης βοήθειας. Η έγκαιρη ανίχνευση και παρέμβαση μπορούν να λειτουργήσουν καθοριστικά στην αποτροπή τέτοιων τραγικών εκβάσεων.
Συνοψίζοντας, η πρόληψη της αυτοκτονίας στην εφηβεία απαιτεί συντονισμένη δράση σε πολλαπλά επίπεδα, με επίκεντρο την κατανόηση, την έγκαιρη παρέμβαση και την ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων στο περιβάλλον του εφήβου.
Ηχηρό μήνυμα:
Η αυτοκτονία στην εφηβεία δεν αποτελεί μια ξαφνική ή «ανεξήγητη» πράξη, αλλά το αποτέλεσμα συσσωρευμένης ψυχικής πίεσης και ανεκπλήρωτων αναγκών για κατανόηση, αποδοχή και στήριξη. Το κεντρικό μήνυμα για όλους τους εμπλεκόμενους είναι ότι η έγκαιρη αναγνώριση των δυσκολιών, η ουσιαστική επικοινωνία και η ενεργοποίηση υποστηρικτικών δικτύων μπορούν να σώσουν ζωές. Η ευθύνη είναι συλλογική: οικογένεια, σχολείο και κοινωνία οφείλουν να δημιουργούν ένα ασφαλές περιβάλλον όπου κάθε έφηβος θα νιώθει ότι ακούγεται, ότι έχει αξία και ότι δεν είναι μόνος!

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News