Xατέστε! Παραδοσιακές εκφράσεις του Δωδεκανησιακού λεξιλογίου και η ερμηνεία τους

Χατέστε να πηγαίνουμε: η προστακτική του αρχαίου ρήματος άγω είχε πολλές φορές επιρρηματική σημασία. Έτσι ο τύπος άγετε  είχε την σημασία «ελάτε» ,«εμπρός». Σταδιακά η λέξη  εξελίχθηκε. Από το άγετε>άετε>άτε>χάτε>χατέστε.

Η κανοτιέρα: η ονομασία της οφείλεται στο μικρό πλοιάριο που ονομάζεται κανό (ιταλικά canotto). Οι κωπηλάτες που οδηγούσαν το κανό συνήθιζαν να φορούν ψάθινο ρηχό καπέλο με γωνίες καθώς και αμάνικη φανέλα, που τους διευκόλυνε στην κωπηλασία.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα προς το τέλος του 19ου αιώνα η λέξη canautier (>από το γαλλικό canotier)  να μην δηλώνει  πλέον τον ιδιοκτήτη του κανό αλλά το καπέλο του , το δε θηλυκό παράγωγο canotiere (κανοτιέρα) δήλωνε την φανέλα του. Από αυτές τις δύο λέξεις προήλθε και το ιταλικό canottiera που συνδυάζει και τις 2 σημασίες .

Η πασσόμυγα (ή  πασσόμυα): ονομασία της μεγάλης μύγας που αρέσκεται να κάθεται στο φαγητό και να το μολύνει. Η λέξη προέρχεται από το ομηρικό ρήμα πάσσω =ραντίζω ,πασαλείφω, εναποθέτω τα αυγά.

Ζουππί-ζουππίδι: όταν κάποιος βρέχεται πολύ ,μουσκεύει λόγω ιδρώτα, νερού κτλ. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό ρήμα zuppo =βαφτίζω

Το τσιτσί: κυριολεκτικά τσιτσί είναι το κρέας (κόκκινο αυστηρά, ποτέ ψάρι ή κοτόπουλο) που είναι συνήθως ψημένο στα κάρβουνα μόνο με το λίπος του. Μεταφορικά, χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει το κρέας που πρέπει να προσθέσει στο σώμα του ένας ελλιποβαρής άνθρωπος (άρα και ένα παιδί)για να φτάσει σε κανονικά επίπεδα βάρους. Προέρχεται από την λέξη τιτθή, η οποία στην αρχαία Ελλάδα ήταν η τροφός που θήλαζε τα παιδιά.

Η πούγκα και τα  μαϊδιά: η λέξη πούγκα= τσέπη προέρχεται από το λατινικό punga που ήταν το βαλάντιο, το πουγκί που φύλαγαν τα χρήματα. Άρα η τσέπη ουσιαστικά ισοδυναμούσε με  ένα μικρό πουγκί. Τα μαϊδιά ή μεδίνες ή μαγίδια ήταν παλιά (τέλη 16ου αιώνα) αιγυπτιακά ασημένια νομίσματα, που κυκλοφορούσαν σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα, οπότε κυκλοφόρησε ο (Οθωμανικός) ασημένιος παράς, ίσης αξίας με το μαΐδι, και λίγο αργότερα το γρόσι .Τα μαΐδια ως λέξη επιβιώνουν μέχρι σήμερα σε διάφορες περιοχές ,όπως στα Δωδεκάνησα ,με τη γενική σημασία του χρήματος.

Η χολέντρα : η λέξη χολέντρα παράγεται από την λέξη χολέρα και μάλιστα αρχικά είχε αυτή την ονομασία, διότι το νερό αποβαλλόταν από τον σωλήνα με τέτοια ταχύτητα, που θύμιζε τον τρόπο αποβολής των υγρών (με εμετό ή κένωση) ενός ασθενούς που είχε χολέρα .Στην συνέχεια βέβαια η λέξη εξελίχθηκε σε χολέδρα και κατέληξε ως χολέντρα.

Βαϊλίζω (συνήθως τα παιδιά): στο Βυζάντιο υπήρχε ο όρος βάγιλος ή βάιλος, που ήταν ο παιδαγωγός, ο φύλακας των παιδιών. Είχε τη ευθύνη για την σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγηση τους . Από την λέξη αυτή παράγεται η λέξη βάγια= η υπηρέτρια και το ρήμα βαϊλίζω = ανατρέφω, φροντίζω τα παιδιά.

Βρέχει  και σουλουντρανεί: από την λέξη σουλούνι< σωλήν = ο κρουνός, ο σωλήνας ,δημιουργήθηκε η λέξη σουλουντράνα = η υδρορροή του σπιτιού και το ρήμα σουλουντρανεί που δήλωνε την μεγάλη ποσότητα νερού που έτρεχε σαν καταρράκτης ,σαν  πίδακας, στις μεγάλες βροχές .

Το μαγιασίλι: η λέξη μαγιασίλι  προέρχεται από την τουρκική λέξη  mayasıl =οι αιμορροΐδες. Μεταφορικά  ο άνθρωπος  που μιλάει πολύ ,ο φλύαρος, ο  ενοχλητικός (όπως ενοχλητικές είναι και οι αιμορροΐδες).

Ο λουβιάρης: στο Βυζάντιο μια από τις χειρότερες μολυσματικές ασθένειες  υπήρξε η λώβη, η γνωστή μας λέπρα. Θεωρούνταν ένα είδος θεϊκής τιμωρίας προς τους ασεβείς. Σταδιακά η λέξη λώβη εξελίχθηκε σε λούβη-λούβα, όχι πια με την σημασία της λέπρας, αλλά της βρωμιάς. Άρα λουβιάρης είναι ο βρωμιάρης ,αυτός που αρρωσταίνει εύκολα.

Η  άτσα: άτσα είναι η φτέρνα. Προέρχεται από μεσαιωνική λέξη άντζα  που ήταν το σαρκώδες τμήμα στο πίσω μέρος της κνήμης, το βαθούλωμα που σχηματίζεται πίσω από το γόνατο.

Ο  στελίτης: ο πόνος στα πόδια. Στελί ονομάζονταν το λεπτό ξύλινο κοντάρι της αξίνας ή της τσάπας (από το λέξη στειλιάρι). Κατ’ επέκταση στελιά ονομάζονται και τα αδύνατα πόδια λόγω της ομοιότητας τους με το λεπτό ξύλο.

Ζένω: η  λέξη παράγεται από το αρχαίο ρήμα όζω =μυρίζω άσχημα ,βρωμάω ,το οποίο εξελίχθηκε σε οζένω-ζένω.

Που να ‘χεις κουρέματα:  στο Βυζάντιο υπήρχε η συνήθεια της διαπόμπευσης για τους προδότες, τους κλέφτες, τους μοίχους  και γενικά για όσους διέπρατταν παρανομίες. Η διαπόμπευση ήταν η περιφορά του τιμωρουμένου, συνήθως καθισμένου ανάποδα, πάνω σε έναν γαϊδαρο. Η πρώτη φάση της διαπόμπευσης ήταν το κούρεμα, το οποίο ήταν μεγάλη προσβολή για τον ένοχο. Στην συνέχεια περιφερόταν από τον όχλο στα σοκάκια με κοροϊδίες και προσβλητικές εκφράσεις.

Όταν λοιπόν λέμε σήμερα τη φράση «που να ‘χεις κουρέματα»  ή  «άντε κουρέψου» ουσιαστικά ευχόμαστε σε αυτόν που θεωρούμε ένοχο να έχει τιμωρία ανάλογη της διαπόμπευσης του Βυζαντίου. Από δω επίσης προέρχονται οι φράσεις «το έκανε βούκινο» καθώς το βούκινο ήταν η σάλπιγγα που καλούσε το κοινό να παρακολουθήσει την διαπόμπευση και  «ο  κόσμος τόχει(ακούσει από το )τούμπανο» γιατί τα τύμπανα χτυπούσαν και συνόδευαν την τελετή.

Mπάλια-Μπούλιου: στα Δωδεκάνησα έχουμε την γνωστή έκφραση "μπάλια μπούλιου". Μπάλια είναι η κατάμαυρη προβατίνα με μια κηλίδα λευκή στο κεφάλι, κάτι που παραξένευε και μπέρδευε τους βοσκούς καθώς δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Σε συνδυασμό με την λέξη μπούλιου (από το μπουλούκι)  φτιάχτηκε η έκφραση που χρησιμοποιείται για τα μπερδεμένα, ακαταλαβίστικα, παράξενα λόγια ή πράξεις.

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
Φιλόλογος