Σκονισμένες ψυχές

«Εφήμεροι είμεθα. Ή τι είναι καθείς εξ ημών; Τι δεν είναι; Σκιάς όνειρον είναι ο άνθρωπος. Αλλ΄ όταν τις ακτίς έλθη εκ του Θεού, Αίγλην λαμπράν έχουν οι άνθρωποι και βίον γλυκόν» [1]. Οι σκονισμένες ψυχές δεν είναι οι ψυχές που δεν έζησαν, είναι οι ψυχές που δεν αγάπησαν.

Είναι οι ψυχές που αντιλαμβάνονται πραγματολογικά την έννοια της ¨αγάπης¨ σ΄ έναν ιδεατό κόσμο και συνωστίζονται γύρω από τα λόγια του Ψηλορείτη: «Δε νοιώθεις εσύ την Ανάγκη τη φριχτή να περάσεις και ν΄ αφήσεις απάνω στη γης ένα αυλάκι βαθύ;»[2].

Αναρωτιούνται και αναμένουν την υστεροφημία, όχι την αποδοχή, την ιδεατή ευχαρίστηση, την ουτοπική και όχι πραγματολογική κατάθεση του ¨πλάνου¨ κόσμου, ότι δήθεν έζησαν, γεννήθηκαν, μεγαλούργησαν, αποτύπωσαν την κούφια και κρύφια ιδεατή ψυχή τους στο πέρασμα του πλανεμένου αιώνος , του ¨απατεώνος¨.

Οι σκονισμένες ψυχές δεν είναι οι ψυχές που δεν έζησαν, είναι οι ψυχές που ποτέ δε γεννήθηκαν. «Χρυσούς κίονας ας στήσωμεν εις τα πολυτελή προπύλαια του θαλάμου και, όπως όταν κτίζωμεν θαυμάσιον την θέαν μέγαρον, ας υψώσωμεν τούτον τον ύμνον. Διότι παντός έργου το πρόσωπον πρέπει να εγείρωμεν μεγαλοπρεπές»[3].

Σκονισμένες ψυχές είναι όσοι αποφθίνουν αρίδηλα την αθωότητα, όσοι πλημμελώς και με αριζήλωτο τρόπο αναμένουν και προσμένουν στη θέα του ¨ιδεατού¨ κόσμου, όχι ασφαλώς σφαλερώς ωσάν να διαγράφεται το ¨επέκεινα¨, αλλά ως αναίτια παραχάραξη και ¨παρά φύσιν¨ εγκόλπωση της υγιούς πραγματικότητας, ωσάν πνιγηρά να αναδύεται η δυνατότητα να θεαθείς τον παρόντα κόσμο ¨δια ζώσης¨ και να καταφεύγεις πλευρόθεν, πανήμερος και ολονυκτίς να εκλιπαρείς ¨ιδεατά¨ την αγάπη να βιώσεις…

Οι σκονισμένες ψυχές δεν είναι οι ψυχές που δεν έζησαν, είναι οι ψυχές που προσπέρασαν. Είναι οι ψυχές που ¨ιδεατά¨ μετρέουν ως μέτοικοι την έννοια της ¨αγάπης¨. Είναι οι ψυχές που μετέχουν και συμμετέχουν και πρωτοστατούν στην επίγεια καθέδρα ¨ογκηθμόν¨, ως ογκητές κομίζουν λόγο ¨ιδεατό¨, λόγο ανθρώπινο κατά του ανθρώπου, λόγο θεολογικό κατά του Θεού, λόγο κοσμικό, ιδεατό, πλάνο, και από-πλανο.

Οι σκονισμένες ψυχές είναι οι ψυχές που προσορμίζουν. Αναπαύονται εκεί, προσοφείλουν πολλά στα αγκυροβόλια τα απάνεμα και ¨ιδεατά¨. Είναι οι ψυχές που προσπαίζουν τον άνθρωπο, δεν αγάπησαν ποτέ, ¨ιδεατά¨ πορεύονται, ¨ιδεατά¨ μεγαλούργησαν, ¨ιδεατά¨ πεθαίνουν. Οι σκονισμένες ψυχές είναι οι ψυχές που συνεπιπλέουν μαζικά, συνεπισπούν τον κόσμο γύρω τους, αλλά βουλιάζουν μόνες.

Τι και αν η υστεροφημία προσφιλώς αναφαίνεται! Βουλιάζουν μόνες! Οι σκονισμένες ψυχές ως προστροπή βουλιάζουν, ως σκώμμα μόνες χάνονται στο σπέος της αδιαντροπιάς και της παχυλότητας. Άνυλη η ζωή τους, ανώϊστος! Αυτές οι ψυχές ¨ιδεατά¨ ομονοιούν, αποδεκατίζουν τη σεμνοτυφία γύρω τους, είναι κρούστες και ταυτόχρονα γεννεσιουργοί, συντηρούν ¨ιδεατά¨ τον κόσμο, προσομοιάζουν, ανυπόστατα υφίστανται, ανυποτίμητα υπάρχουν.

Οι σκονισμένες ψυχές υποθέουν τον άνθρωπο, υποκάθηνται στην ¨αγάπη¨, ιδεατά αρέσκονται στην πειροβολία, συνωστίζονται ν΄ αφανίσουν την ¨αγάπη¨, ν΄αφανίσουν τον άνθρωπο. Οι σκονισμένες ψυχές δεν είναι οι ψυχές που δεν έζησαν, είναι οι ψυχές που ποτέ δεν καταδέχθηκαν να τσαλακωθούν!

Οψοφαγία, χαμέρπεια, οφθαλμία και οψηρεύουν στον ¨ιδεατό¨ κόσμο, στην υστεροφημία, οικοφθόροι ψυχών, μόνοι βουλιάζουν, κανείς δεν αποδέχεται ν΄αποσυρθεί μαζί τους. Οικτρές ψυχές, ταλαίπωροι άνθρωποι, που μεταστρέψατε τη θεουδεία σε θεοφάνεια, τον θεοφιλή άνθρωπο σε θεοφόρο, την αγάπη σε ¨ιδεατή¨ θεράπαινα του ελέους και της συμπόνοιας, την αναισχυντία σε αρετή, την αθανασία σε υστεροφημία, την επί-λογη σε δια-λογή, τον κόσμο σε από-κοσμο και ως επιλήσμονες διάγετε, την επιλησμοσύνη αγαπάτε, στην υστεροφημία προστρέχετε…

Σκονισμένες και οικτρές ψυχές! Ταλαίπωροι άνθρωποι που συμπεριληφθήκατε ¨τιμητικά¨ και συνυπάρχετε ¨ιδεατά¨ και πλανεμένα στη χορεία και ανέστια κουστωδία του ποιητή: «Είμαστε νέοι και δυνατοί και δε φοβούμαστε την αρρώστεια και δε φοβούμαστε το Χάρο!

Είμαστε ανώτεροι από τις χαρές, ανώτεροι κι από τις πίκρες! Δεν έχουμε ανάγκη από θρησκείες κι από παρηγοριές εμείς! Είμαστε νέοι και δυνατοί και σπούμε ανάμεσα στα δυό μας τα δάχτυλα το κάθε ακκουμπιστήρι που έχουνε τα γέρικα κουφάρια κ΄ οι μαραζάρικες καρδιές»[4].

Γράφει ο φιλόλογος-θεολόγος, Υπ. Δρ. παν/μίου Αθηνών
Δημήτριος Π. Λυκούδης

 

Παραπομπές:

1.Πινδάρου, Η΄ Πυθιόνικος, 95-99.

2.Καζαντζάκη Νίκου, Σπασμένες Ψυχές, εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2007, σελ. 146.

3.Πινδάρου, ΣΤ΄ Ολυμπιόνικος, προοίμιο.

4. Καζαντζάκη Ν., Σπασμένες Ψυχές, σελ. 94-95.