Γιάννης Σαμαρτζής: Από την ανάκαμψη στην παραγωγικότητα για υψηλότερους μισθούς
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 103 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Γιάννης Σαμαρτζής
Οικονομολόγος
Η μετάβαση από την ανάκαμψη στην αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί ένα κρίσιμο στάδιο για κάθε οικονομία που επιδιώκει βιώσιμη ανάπτυξη και μακροχρόνια ευημερία. Η ενίσχυση της παραγωγικότητας δεν συνεπάγεται μόνο αύξηση της παραγωγής, αλλά και βελτίωση της ποιότητας, της καινοτομίας και της ανταγωνιστικότητας. Επομένως, η αύξηση της παραγωγικότητας, μέσω της καινοτομίας, της εκπαίδευσης και της τεχνολογικής εξέλιξης, αποτελεί τον πυρήνα αυτής της μετάβασης, εξασφαλίζοντας ότι η ανάπτυξη δεν είναι απλώς προσωρινή, αλλά διατηρήσιμη και ανθεκτική στις μελλοντικές προκλήσεις.
Κατά συνέπεια, το κρίσιμο ερώτημα που ανακύπτει είναι, πώς η ανάκαμψη στην παραγωγικότητα μπορεί να μεταφραστεί σε πραγματική αύξηση των μισθών και σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, διεθνώς, βρίσκεται ακριβώς, στην ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Η παραγωγικότητα αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομικής ανάπτυξης. Όταν οι επιχειρήσεις παράγουν περισσότερη αξία με τους ίδιους ή λιγότερους πόρους, δημιουργούνται τα περιθώρια για υψηλότερους μισθούς χωρίς να υπονομεύεται η ανταγωνιστικότητά τους. Αντίθετα, σε ένα περιβάλλον χαμηλής παραγωγικότητας, οι αυξήσεις μισθών είναι δύσκολο να διατηρηθούν και συχνά οδηγούν σε πληθωριστικές πιέσεις ή απώλεια θέσεων εργασίας.
Για να επιτευχθεί ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας, απαιτείται συνδυασμός πολιτικών μέτρων και επενδύσεων. Πρώτον, η επένδυση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού είναι καθοριστική. Ένα εργατικό δυναμικό με υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων μπορεί να προσαρμοστεί ευκολότερα στις τεχνολογικές εξελίξεις και να συμβάλει στην καινοτομία. Δεύτερον, η ενίσχυση της τεχνολογικής αναβάθμισης των επιχειρήσεων, μέσω της ψηφιοποίησης και της αυτοματοποίησης, μπορεί να αυξήσει σημαντικά την αποδοτικότητα.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το επιχειρηματικό περιβάλλον. Επίσης, η μείωση της γραφειοκρατίας, η σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση, ενθαρρύνουν τις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Επιπλέον, η ενίσχυση του ανταγωνισμού μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για τις επιχειρήσεις να καινοτομήσουν και να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους.
Όμως, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ο ρόλος των θεσμών και των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η δίκαιη κατανομή των κερδών από την αύξηση της παραγωγικότητας είναι απαραίτητη ώστε οι εργαζόμενοι να επωφελούνται ουσιαστικά. Χωρίς αυτή τη σύνδεση, υπάρχει ο κίνδυνος η ανάπτυξη να παραμένει άνιση, εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες.
Τέλος, η μετάβαση σε ένα πιο παραγωγικό οικονομικό μοντέλο απαιτεί μακροπρόθεσμη στρατηγική. Δεν πρόκειται για μια άμεση διαδικασία, αλλά για μια συνεχή προσπάθεια που περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και αλλαγή νοοτροπίας. Η συνεργασία μεταξύ κράτους, επιχειρήσεων και εργαζομένων είναι κρίσιμη για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Όσον αφορά την Ελληνική οικονομία, αυτή, μετά από περιόδους κρίσης και ύφεσης, επέστρεψε σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, δημιουργώντας ένα κλίμα σταθερότητας και αισιοδοξίας. Η αύξηση του ΑΕΠ, η μείωση της ανεργίας, η αύξηση των επενδύσεων και η ενίσχυση της κατανάλωσης, συνέβαλαν στη σταδιακή επαναφορά της οικονομίας σε μια υγιή πορεία.
Το ονομαστικό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας μας προβλέπεται το 2026 να κυμανθεί μεταξύ 280-290 δισ. ευρώ, με ρυθμό ανάπτυξης γύρω στο 2%, ο οποίος παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Παράλληλα, η ανεργία έχει υποχωρήσει στο 8%, γεγονός που δείχνει βελτίωση στην αγορά εργασίας.
Ωστόσο, το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αύξηση του ΑΕΠ και η βελτίωση βασικών μεγεθών της οικονομίας, αλλά το πώς αυτά θα μεταφραστούν σε ουσιαστική αύξηση των μισθών και σε βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Το κλειδί για αυτή τη μετάβαση είναι η αύξηση της παραγωγικότητας. Στην Ελλάδα, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες και αυξάνεται με σχετικά αργούς ρυθμούς. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς χωρίς να επηρεάζεται η ανταγωνιστικότητά τους.
Συγκεκριμένα, η παραγωγικότητα στο κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) ανά εργαζόμενο στην Ελλάδα κυμαίνεται μόλις στο 57% του μέσου όρου της Ε.Ε. (και γύρω στο 52% της Ευρωζώνης). Η δε απόδοση ανά ώρα εργασίας είναι ακόμη πιο χαμηλή, φτάνοντας περίπου το 40% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στη χώρα μας εργαζόμαστε περισσότερες ώρες συνολικά, αλλά παράγουμε λιγότερη προστιθέμενη αξία ανά ώρα εργασίας, συγκριτικά με τους Ευρωπαίους ομολόγους μας, δηλαδή, ως λαός “παράγουμε” χαμηλότερο εισόδημα.
Επιπλέον, οι επενδύσεις, αν και ενισχύονται, παραμένουν κοντά στο 18% του ΑΕΠ, ποσοστό χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που βρίσκεται στο 25%, γεγονός που επιβραδύνει τη μετάβαση σε ένα πιο δυναμικό παραγωγικό μοντέλο.
Ένας επιπλέον κρίσιμος παράγοντας που επηρεάζει τη διαδικασία της μετάβασης είναι η τρέχουσα ενεργειακή κρίση. Η αύξηση των τιμών της ενέργειας τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τους τελευταίους μήνες, έχει επιβαρύνει σημαντικά τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις. Για τις επιχειρήσεις, το αυξημένο ενεργειακό κόστος μεταφράζεται σε υψηλότερα λειτουργικά έξοδα, μειώνοντας τα περιθώρια κέρδους και περιορίζοντας τη δυνατότητα για αυξήσεις μισθών ή νέες επενδύσεις. Για τα νοικοκυριά, η άνοδος των τιμών στην ενέργεια και στα βασικά αγαθά έχει μειώσει την αγοραστική δύναμη, εντείνοντας την ανάγκη για ουσιαστική αύξηση των εισοδημάτων.
Συνεπώς, η ενίσχυση της παραγωγικότητας απαιτεί στοχευμένες παρεμβάσεις σε αυτό το περιβάλλον για τη βελτίωση των εισοδημάτων. Η επένδυση στην εκπαίδευση και την κατάρτιση είναι καθοριστική, ώστε το ανθρώπινο δυναμικό να αποκτήσει τις δεξιότητες που απαιτεί η σύγχρονη οικονομία.
Παράλληλα, η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, η ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων και η ενίσχυση της καινοτομίας, μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την αποδοτικότητα και να αντισταθμίσουν μέρος του αυξημένου κόστους ενέργειας. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η στροφή της χώρας μας προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, που μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και να σταθεροποιήσει το κόστος μακροπρόθεσμα.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Η πολιτική σταθερότητα, η μείωση της γραφειοκρατίας και η ενίσχυση της επιχειρηματικότητας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περισσότερες επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας. Παράλληλα, η ενίσχυση της εξωστρέφειας είναι κρίσιμη, καθώς, παρά την αύξηση των εξαγωγών που προσέγγισαν το 2025 τα 50 δισ. ευρώ, η χώρα μας παρουσίασε μεγάλο εμπορικό έλλειμμα ύψους 33,5 δισ. Ωστόσο, το ενθαρρυντικό είναι ότι το έλλειμμα αυτό ήταν μειωμένο κατά 5,9% σε σχέσει με το 2024.
Όμως, την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές πιέσεις, λόγω τες ενεργειακής κρίσης στη Μέση Ανατολή, τείνουν να προσεγγίσουν το 5%, και συνεχίζουν να επηρεάζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και, παράλληλα, του συνολικά αυξημένου κόστους ζωής (αύξηση ενοικίων, κ.λπ.). Επομένως, η ενεργειακή κρίση συμβάλλει σημαντικά σε αυτές τις πιέσεις, καθιστώντας ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη για πραγματική αύξηση των μισθών, η οποία, όμως, μπορεί να γίνει μόνιμα βιώσιμη, μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας.
Τέλος, στη χώρα μας, η δίκαιη κατανομή των ωφελειών της ανάπτυξης είναι αυτοσκοπός. Η ενίσχυση των θεσμών και των συλλογικών διαπραγματεύσεων μπορεί να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι θα επωφελούνται από την οικονομική πρόοδο. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η ανάπτυξη να μην μεταφράζεται σε ευημερία για το σύνολο της κοινωνίας.
Συνοψίζοντας, η πορεία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια αποδεικνύει ότι η ανάκαμψη είναι εφικτή όταν συνδυάζεται με πολιτική σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις και εμπιστοσύνη. Ωστόσο, η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι η ανάπτυξη χωρίς βάθος και ανθεκτικότητα δεν αρκεί για να διασφαλίσει διαρκή βελτίωση των εισοδημάτων. Στη σημερινή συγκυρία, όπου η ενεργειακή αβεβαιότητα, οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο διεθνής ανταγωνισμός επηρεάζουν έντονα τις οικονομίες, η ανάγκη για ένα νέο παραγωγικό πρότυπο καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ.
Η Ελλάδα καλείται να μετατρέψει την αναπτυξιακή μεταμνημονιακή δυναμική της σε διατηρήσιμη πρόοδο, επενδύοντας σε τομείς που δημιουργούν υψηλή προστιθέμενη αξία. Η ενίσχυση της καινοτομίας, η αξιοποίηση της τεχνολογίας και η ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου, μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ανάπτυξης, οδηγώντας σε μια οικονομία πιο ανταγωνιστική και πιο εξωστρεφή. Παράλληλα, η ενεργειακή μετάβαση δεν αποτελεί μόνο πρόκληση, αλλά και ευκαιρία για τη δημιουργία νέων επενδύσεων και θέσεων εργασίας, που θα στηρίξουν τη μακροπρόθεσμη ευημερία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σύνδεση της παραγωγικότητας με τους μισθούς δεν είναι απλώς οικονομική επιδίωξη, αλλά κοινωνική αναγκαιότητα. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, η μείωση των ανισοτήτων και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής εξαρτώνται από το κατά πόσο τα οφέλη της ανάπτυξης διαχέονται δίκαια. Μια οικονομία που παράγει περισσότερο και καλύτερα προϊόντα, μπορεί να ανταμείβει δικαιότερα την εργασία, ενισχύοντας έτσι την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.
Τελικά, η μετάβαση από την ανάκαμψη στην παραγωγικότητα δεν είναι μια απλή τεχνική διαδικασία, αλλά μια συνολική στρατηγική επιλογή για το μέλλον της χώρας. Απαιτεί συνέπεια, συνεργασία και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Εάν αυτή η μετάβαση επιτευχθεί, τότε η χώρα μας δεν θα περιοριστεί στην ανάκαμψη, αλλά θα μπορέσει να οικοδομήσει μια οικονομία ανθεκτική, δίκαιη και ικανή να προσφέρει πραγματικές ευκαιρίες και υψηλότερους μισθούς για όλους.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News