Εγκλωβισμοί  και αποδράσεις

Γράφει η  ψυχολόγος
Μαρία Καρίκη

 

Πολλές φορές στη ζωή μας νιώθουμε εγκλωβισμένοι, αλλά αργούμε να το συνειδητοποιήσουμε ή αρνούμαστε να το παραδεχτούμε. Εγκλωβισμένοι σε σχέσεις που δεν μας ικανοποιούν, σε δουλειές που μας φθείρουν, σε μέρη που δεν μας ταιριάζουν, σε φιλίες που έχουν ξεθωριάσει.

Μπορεί να αισθανόμαστε κατά καιρούς μια σύγχυση ως προς τον εαυτό μας, την πραγματικότητα που ζούμε, τους γύρω μας, τους στόχους μας που ίσως έχουμε αμελήσει, αλλά δεν τολμούμε εύκολα τις αλλαγές. Πείθουμε τον εαυτό μας ότι είναι «φάση» και θα περάσει…

Τι γίνεται, όμως, όταν αυτή η «φάση» δεν περνάει; Όταν δεν πρόκειται για κάτι τυχαίο ή πρόσκαιρο, αλλά για την ίδια τη ζωή μας έτσι όπως την έχουμε δομήσει; Όταν οι επιλογές και οι αποφάσεις μας δεν μας οδήγησαν εκεί που θα θέλαμε;

Ή γενικότερα όταν φοβόμαστε να πάρουμε καίριες αποφάσεις και αρκούμαστε σε ό,τι προκύπτει από τις περιστάσεις; Όταν συμβαίνουν όλα αυτά μάλλον μοιάζουμε να είμαστε «κομπάρσοι» στην ίδια μας τη ζωή και όχι πρωταγωνιστές της. Γινόμαστε παθητικοί, νωχελικοί, μεμψιμοιρούμε και παραπονιόμαστε σχεδόν για όλα και για όλους.

Βουλιάζουμε σε μια ρουτίνα που μας γεμίζει διαρκώς με καινούρια κενά και εμείς απεγνωσμένα ψάχνουμε να κρυφτούμε από τις σκέψεις μας ή αναζητούμε «υποκατάστατα» διάφορων λογιών μήπως και ξεχαστούμε… Τα καταφέρνουμε άραγε; Μάλλον όχι, γιατί κανείς δεν μπορεί σε βάθος χρόνου να αποφύγει τις ενδόμυχες σκέψεις και τα πραγματικά συναισθήματά του.

Πόσο δύσκολο είναι τελικά να αποδράσουμε; Για κάποιους μοιάζει βατό, ενώ για άλλους είναι μια «επανάσταση» που δεν ξέρουν αν μπορούν να την κάνουν. Φοβούνται ότι θα χάσουν τον γνώριμο κόσμο τους και αυτό πιστεύουν ότι θα τους αποσυντονίσει ακόμη περισσότερο.

Κάθε φορά λένε στον εαυτό τους ότι δεν είναι έτοιμοι, ότι δεν θα καταφέρουν να κάνουν μια καινούρια αρχή, ότι θα στεναχωρήσουν κάποιους στο οικείο τους περιβάλλον αν φύγουν.

Κατακλύζονται προκαταβολικά με ενοχές και έτσι ακινητοποιούνται εκ των προτέρων δεχόμενοι τα δεδομένα της ζωής τους ως έχουν. Μέσα τους, ωστόσο, συνεχίζουν να υποφέρουν. Πόσο υγιές –ψυχικά και σωματικά- μπορεί να είναι κάτι τέτοιο; 

Η «απόδραση» από οτιδήποτε δεν μας ευχαριστεί, δεν μας ταιριάζει, δεν συμβαδίζει με τα όνειρά μας ή απλά μας πέφτει «λίγο» είναι μια «πράξη» αλήθειας προς τον εαυτό μας. Είναι σημαντικό για την ψυχική μας ισορροπία να παραμένουμε ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό μας και να μην αποφεύγουμε τη «συνάντηση» μαζί του.

Η «συνάντηση» αυτή είναι μια αυθεντική συνομιλία με ό,τι αποτελεί μέσα μας το πρωτογενές υλικό μας. Εκείνο το υλικό που δεν δέχεται δικαιολογίες, αναβολές, στερεότυπα, κανόνες και «πρέπει». Αποτελεί εκείνο το κομμάτι μας που ξέρει τι θέλει και τι δεν θέλει και κανείς δεν μπορεί να το σωπάσει…

Έτσι, δημιουργούνται εντός μας συγκρουσιακές καταστάσεις, γιατί συχνά στη ζωή μας άλλα θέλουμε κι άλλα κάνουμε. Σίγουρα, θα υπάρξουν συμβιβασμοί και υποχωρήσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλη μας η ζωή θα είναι μια απόκλιση από αυτό που πραγματικά είμαστε.

Αν γίνει κάτι τέτοιο, κινδυνεύουμε να αποξενωθούμε από τον ίδιο μας τον εαυτό. Θα νιώθουμε ένα μόνιμο κενό μέσα μας και την αίσθηση του ανικανοποίητου σε ό,τι κι αν κάνουμε. Θα βιώνουμε την αίσθηση ότι η ζωή μας θα έπρεπε να είναι διαφορετική από αυτή που είναι τώρα και θα διαμαρτυρόμαστε συνεχώς στους γύρω μας, λες και εκείνοι ευθύνονται για τις αποφάσεις που εμείς δεν παίρνουμε και τις ενέργειες που εμείς δεν τολμούμε.

Ο εγκλωβισμός σε μια καθημερινότητα που δεν μας εκφράζει αργά ή γρήγορα θα μοιάζει με μια «θηλιά» που θα σφίγγει ολοένα και περισσότερο. Η απόδραση θα σε περιμένει πάντα σαν επιλογή. Εξαρτάται πόσο πολύ θέλεις να ξεφύγεις από ό,τι δεν σου αξίζει, αλλά και πόσο πολύ θέλεις να παλέψεις και να υπερβείς τους φόβους και τις ανασφάλειές σου που σου λένε να μείνεις εδώ στο οικείο.

Ο καθένας πρέπει να παλέψει με τους «δαίμονές» του. Στο τέλος, όμως, ό,τι και αν κάνουμε θα πρέπει να θυμόμαστε ότι η ευθύνη της ζωής που θα μπορούσαμε να ζήσουμε (αλλά δεν το κάναμε) βαραίνει μόνο εμάς τους ίδιους και κανέναν άλλο…