74 χρόνια από την επιχείρηση ANGLO

Γράφει o δημοσιογράφος
ΓΙΩΡΓΟΣ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ


Συμπληρώθηκαν την περασμένη Παρασκευή  74 χρόνια από την εκτέλεση από τους Ιταλούς κατακτητές του Νικόλαου Σάββα, ο οποίος μαζί με τον Γεώργιο Κυρμιχάλη πήραν μέρος στην επιχείρηση ANGLO, που είχε σαν αποτέλεσμα να καταστραφούν πολλά εχθρικά αεροσκάφη στο αεροδρόμιο της Καλάθου !.

Οι δύο Δωδεκανήσιοι πατριώτες ήταν μέλη της ομάδας, που μαζί με ‘Άγγλους κομάντος,  βοήθησαν σημαντικά στην επιχείρηση αυτή, η οποία χαρακτηρίστηκε ως μία από τις πιο δύσκολες και επιτυχημένες στην ιταλοκρατούμενη Ρόδο κατά τη διάρκεια του β΄ παγκόσμιου πολέμου.

Δυστυχώς τα συγκλονιστικά αυτά γεγονότα για την ιστορία της Δωδεκανήσου τείνουν να ξεχαστούν !.. Στα σχολεία δεν διδάσκονται, ενώ παλαιότερα ο Δήμος Ρόδου κάθε Σεπτέμβριο πραγματοποιούσε μια εκδήλωση στη Σορωνή (ιδιαιτέρα πατρίδα του Γιώργου Κυρμιχάλη) για να τιμηθούν οι δύο ήρωες. Δυστυχώς τώρα πια δεν γίνεται τίποτα... Κάποιοι τους «διέγραψαν», όχι όμως από τη μνήμη του λαού μας.
Η επιχείρηση ξεκίνησε τη βροχερή νύχτα της 12ης Σεπτεμβρίου 1942, αφού προηγουμένως οι δύο Δωδεκανήσιοι (οι οποίοι είχαν δραπετεύσει στη Μέση Ανατολή και κατετάγησαν στον ελληνικό στρατό) μαζί με δύο άλλους ‘Έλληνες αξιωματικούς και δέκα Άγγλους επιβιβάστηκαν στο λιμάνι της Βηρυτού στο θρυλικό υποβρύχιο «Παπανικολής» και κατόρθωσαν να αποβιβαστούν  σε παραλία του Χαρακιού . Έτσι ξεκίνησε η επιχείρηση.

Οι δύο Δωδεκανήσιοι χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως οδηγοί προς τα αεροδρόμια Καλάθου και Μαριτσών και με τη βοήθεια και άλλων Ροδιτών πατριωτών ,οδήγησαν τις ομάδες στην επίτευξη των στόχων τους. Το αποτέλεσμα ήταν να ανατιναχθούν δέκα αεροπλάνα στο αεροδρόμιο Καλάθου, αλλά οι κομάντος δεν κατάφεραν να φτάσουν μέχρι τα Μαριτσά.
Ύστερα από εκτεταμένες έρευνες οι Ιταλοί κατόρθωσαν να συλλάβουν τους δύο Δωδεκανήσιους ,τους Έλληνες αξιωματικούς και τους ‘Άγγλους κομάντος, εκτός από τον επικεφαλή της επιχείρησης Ντέιβιντ Σαδερλαντ και τον δεκανέα Ντουγκάν οι οποίοι κατόρθωσαν να διαφύγουν.

Όλοι οι συλληφθέντες κρίθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου και οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα στην Ιταλία ,ενώ  οι δύο Δωδεκανήσιοι επειδή θεωρήθηκαν Ιταλοί υπήκοοι ,προσήχθησαν σε δίκη στις 5 Οκτωβρίου., όπου το Ειδικό Δικαστήριο καταδίκασε τον Νικόλαο Σάββα σε θάνατο και τον Γεώργιο Κυρμιχάλη σε ισόβια. Ο Νικόλαος Σάββας εκτελέστηκε δύο μέρες αργότερα και ο Γεώργιος Κυρμιχάλης καταδικάστηκε σε ισόβια, μεταφέρθηκε δε στην Ιταλία όπου προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε στη Ρόδο στις 15 Αυγούστου 1949 σε ηλικία  μόλις 26 χρόνων.
Σημειώνεται ότι η θανατική καταδίκη και η εκτέλεση του Νικολάου Σάββα είναι η πρώτη που έγινε από τους Ιταλούς στη Ρόδο.

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ  ANGLO
Για την επιχείρηση ΑΝGLO έχει γράψει ένα βιβλίο ο δικηγόρος και πρώην δήμαρχος Γιώργος Βρούχος, ενώ έχει γυριστεί και κινηματογραφική ταινία από τους ‘Άγγλους. Το 1998 ο Ντέιβιντ Σάδερλαντ ήρθε στη Ρόδο μαζί με Άγγλους κομάντος και πραγματοποίησε μια αναπαράσταση της επιχείρησης !..
Με την υπόθεση των δύο Δωδεκανησίων πατριωτών έχει ασχοληθεί ο Γιώργος Βρούχος στις «Αναμνήσεις» (κείμενα αδημοσίευτα) και με μοναδικό και συγκλονιστικό τρόπο, περιγράφει τα γεγονότα εκείνων των δραματικών ημερών. Αξίζει να μεταφερθούν εδώ μερικά αποσπάσματα από τις «Αναμνήσεις» του Γιώργου Βρούχου για τον Νικόλαο Σάββα και τον Γιώργο Κυρμιχάλη:

«Ο Γιώργος Κυρμιχάλης, από τη Σορωνή,  εισπράχτορας των λεωφορείων, 17 ετών, ο Καστελλοριζιός, εισπράχτορας κι’αυτός, Νίκος Σάββας και ο επίσης Καστελλοριζιός μαραγκός Λουκάς Τσάπατζης, είχαν φύγει τη νύχτα της 14ης  Νοεμβρίου του 1941 με μια κλεμμένη βάρκα στην Τουρκία και με χίλια βάσανα έφτασαν στις 14 Φεβρουαρίου 1942, τρεις μήνες αργότερα, στο Χαλέπι της Συρίας όπου κατατάχθηκαν στον Ελληνικό Στρατό της Μέσης Ανατολής. Οι ‘Αγγλοι που σχεδίαζαν μια καταδρομή στα αεροδρόμια της Ρόδου θεώρησαν ότι τα παιδιά αυτά που ήρθαν πρόσφατα από τη Ρόδο θα ήταν πολύτιμοι οδηγοί στην επιχείρησή τους και τους ζήτησαν να  συμμετάσχουν στην αποστολή. Τους προειδοποίησαν ότι αν συλλαμβάνονταν θα αντιμετώπιζαν την θανατική ποινή γιατί ήταν ιταλοί υπήκοοι. Αυτοί  απάντησαν ότι γνώριζαν τον κίνδυνο αλλά παρά ταύτα επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στην επιχείρηση που ονομάστηκε ANGLO.

Στις 31 Αυγούστου 1942 δέκα άνδρες των ειδικών δυνάμεων καταδρομών του  Special Boat Squadron, οκτώ ‘Αγγλοι, δύο ‘Ελληνες, ο λοχαγός Γιώργος Τσούκας και ο έφεδρος σημαιοφόρος Γιώργος Καλαμβοκίδης, και οι Σάββας και Κυρμιχάλης, επιβιβάστηκαν στο θρυλικό υποβρύχιο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ στο λιμάνι της Βηρυττού. Τη νύχτα της 4ης Σεπτεμβρίου αποβιβάστηκαν στην παραλία Κόκκινη ‘Αμμος κοντά στο Χαράκι. Η αποστολή χωρίστηκε σε δύο ομάδες.

Η μία με επικεφαλής τον λοχαγό Τράμπ ‘Αλλοτ  και οδηγό τον Γιώργο Κυρμιχάλη κατευθύνθηκε στο αεροδρόμιο των Μαριτσών. Η άλλη με αρχηγό τον υπολοχαγό Ντέβιντ Σάδερλαντ και οδηγό τον Νίκο Σάββα θα πρόσβαλλε το αεροδρόμιο Καλάθου. Η επίθεση στα αεροδρόμια ορίστηκε να γίνει συγχρόνως τα μεσάνυχτα της 12ης Σεπτεμβρίου. Ο Νίκος Σάββας πήγε μια νύχτα στη Μαλώνα στο σπίτι του φίλου του Παύλου Μουστακέλλη και του ζήτησε πληροφορίες. Ο Παύλος ήταν βοσκός και ο αδελφός του Αντώνης αγροφύλακας και γνώριζαν στην εντέλεια την περιοχή. ‘Ηξεραν τα ναρκοπέδια και τις αφύλαχτες διαβάσεις και οδήγησαν την ομάδα με ασφάλεια στο αεροδρόμιο.

Ο Κυβερνήτης Δωδεκανήσου Ναύαρχος Inigo Campioni, σε μια από τις αναφορές του προς το Γενικό Επιτελείο, γράφει ότι είναι μεν γνωστή η ικανότητα των ειδικών μονάδων των Άγγλων commandos, αλλά η προσπέλαση στο αεροδρόμιο Καλάθου που περιβάλλεται από συρματοπλέγματα και ναρκοπέδια, δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την βοήθεια κάποιου ντόπιου που γνώριζε καλά την περιοχή. Και είχε δίκαιο.

Οι αδελφοί Μουστακέλλη υπήρξαν πολύτιμοι οδηγοί και συνέβαλαν σημαντικά στην επιτυχία της επιχείρησης. Καταστράφηκαν δεκαπέντε αεροπλάνα και μια αποθήκη καυσίμων στην Κάλαθο. Η ομάδα που μπήκε στο αεροδρόμιο Μαριτσών δεν υπήρξε τόσο τυχερή γιατί η φρουρά του αεροδρομίου ειδοποιήθηκε τηλεφωνικώς από την Κάλαθο και τέθηκε εγκαίρως σε κατάσταση συναγερμού αναγκάζοντας τους καταδρομείς να αποχωρήσουν μόλις είχαν αρχίσει το έργο τους και είχαν προλάβει να ανατινάξουν μόνο δύο αεροπλάνα..

Οι Ιταλοί έβγαλαν περιπόλους που χτένιζαν την περιοχή από τα αεροδρόμια προς την ακτή της Μαλώνας και συνέλαβαν πρώτα την ομάδα του λοχαγού Tramp Allot που ερχόταν από τα Μαριτσά και έπειτα από δυο μέρες πέντε μέλη της ομάδας του υπολοχαγού David Sutherland, και συγκεκριμένα τους δύο ‘Ελληνες αξιωματικούς, τον Νίκο Σάββα και δύο ‘Αγγλους.  Ο Σάδερλαντ και ο δεκανέας Duggan που διέφυγαν από εξαιρετική τύχη την σύλληψη, την προκαθορισμένη ώρα που θαρχόταν το υποβρύχιο, του διαμήνυσαν μ’ένα ηλεκτρικό φακό ότι θα πήγαιναν προς αυτό. κολυμπώντας. Μετά από μιάμιση ώρα, εξαντλημένοι από το κρύο και την κούραση, κατάφεραν να το φτάσουν μέσα στο σκοτάδι και να επιστρέψουν στην Βηρυττό.

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑ ΚΑΙ ΚΥΡΜΙΧΑΛΗ
Από τους συλληφθέντες οι Άγγλοι και οι Έλληνες θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι πολέμου και προωθήθηκαν σε στρατόπεδα στην Ιταλία. Οι Νίκος Σάββας και Γιώργος Κυρμιχάλης όμως ήταν ιταλοί υπήκοοι και το Ειδικό Δικαστήριο για την ‘Αμυνα της Κτήσεως (Tribunale Speciale per la Difesa del Possedimento) τους κατεδίκασε, όπως γράφω πιο πάνω, σε θάνατο τον Νίκο Σάββα και σε ισόβια δεσμά τον Γιώργο Κυρμιχάλη. Ο Νίκος εκτελέστηκε δυο μέρες αργότερα. Ο Γιώργος μεταφέρθηκε στην Ιταλία και κλείστηκε στις Φυλακές Σαν Τζιμινιάνο κοντά στην πόλη Σιένα της Τοσκάνης. Εκεί προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε στη Ρόδο στις 15 Αυγούστου 1949 σε ηλικία 26 ετών.

Από την επίσκεψη στη Ρόδο του συνταγματάρχη Ντέιβιντ Σάδερλαντ. Διακρίνεται ο τότε Άγγλος πρόξενος Δημήτρης Δημητριάδης με τη σύζυγό του και στο άκρο δεξιά ο λόρδος Τζέλικο από τους πρωταγωνιστές των συμμαχικών επιχειρήσεων στο Αιγαίο.Από την επίσκεψη στη Ρόδο του συνταγματάρχη Ντέιβιντ Σάδερλαντ. Διακρίνεται ο τότε Άγγλος πρόξενος Δημήτρης Δημητριάδης με τη σύζυγό του και στο άκρο δεξιά ο λόρδος Τζέλικο από τους πρωταγωνιστές των συμμαχικών επιχειρήσεων στο Αιγαίο.


Αξίζει να μεταφέρω εδώ την εξιστόρηση των τελευταίων ωρών του ήρωα Σάββα από τον ιταλό στρατιωτικό ιερέα Don Giuseppe della Vedova ο οποίος εξέδωσε το 1957 ένα βιβλίο με τίτλο Il palo della morte  Γράφει ότι τον προβλημάτισε σοβαρά η θρησκευτική συμπαράσταση στον θανατοποινίτη Σάββα που ήταν Ορθόδοξος. Απευθύνθηκε στον αρχιδιάκονο Απόστολο Παπαιωάννου ο οποίος τον συνόδευσε στο σπίτι του Παπα Γιάννη Λουκά, εφημέριου του Αγίου Γεωργίου, και πήγαν και οι τρεις μαζί στις φυλακές.
«Οδήγησα τον ορθόδοξο συνάδελφο στο κελλί– γράφει ο Ντον Τζιουζέππε– Γνώριζε τον Σάββα αλλά η συνάντηση δεν ήταν εγκάρδια. Φόρεσε το πετραχήλι, εξομολόγησε και κοινώνησε τον δύστυχο, κι’αφού τον ευλόγησε με διάφορα σημεία του σταυρού, χωρίς πολλά λόγια, έφυγε. ’Εμεινα με τον άτυχο νέο ως το βράδυ. Μιλήσαμε για τους γονείς του, για την αδελφή του που ήταν παντρεμένη στην Αλεξάνδρεια και τον άφησα βεβαιώνοντας τον ότι θα φρόντιζα για την μετατροπή της ποινής, πράγμα που έκαμα χωρίς αποτέλεσμα όμως. Ισχυριζόταν ότι ήταν άγγλος στρατιώτης* με δικαίωμα να θεωρηθεί αιχμάλωτος πολέμου και να τύχει της ανάλογης μεταχείρισης σύμφωνα με τον διεθνή κώδικα. Αλλά ήταν αιγαίος πολίτης με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ιταλού. Στις δυόμισι το πρωί γύρισα κοντά του με την διαταγή του Δικαστηρίου να του ανακοινώσω ότι η αίτηση χάριτος είχε και πάλι απορριφθεί και ότι η απόφαση θα εξετελείτο την αυγή. Μπήκα στο κελλί κρατώντας στο αριστερό μου χέρι ένα κερί. ’Ηταν βυθισμένος και πετάχτηκε σαν  αγρίμι  κυνηγημένο από το φως. Διάβασε στο βλέμμα μου τον θάνατο. Σαν να βλέπω ακόμα τα διεσταλμένα μάτια, τα σχεδόν παραλυμένα από την νευρική συστολή χέρια, την κέρινη  όψη  με  σταγόνες κρύου ιδρώτα. «Λοιπόν» με ρώτησε με αδύνατη φωνή στην οποία υπήρχε μια απελπισμένη έκκληση στη ζωή. Δεν απάντησα. Συνέχισα να τον κοιτάζω επίμονα, ώστε να εισχωρήσω στην πονεμένη ψυχή του, να με καταλάβει, να μη με υποχρεώσει να ξεστομίσω τη λέξη που δεν είχα το θάρρος να προφέρω. Με τις λέξεις που μου υπαγόρευσε ο Θεός, του ανακοίνωσα την διαταγή του Δικαστηρίου. Ύστερα του είπα: «Έλα να προσευχηθούμε.» Προσευχήθηκε μαζί μου στα ιταλικά. Είπε στον Θεό ότι αποδεχόταν τον θάνατο, ότι δεν τον αναθεμάτιζε, ότι δεν μνησικακεί με κανένα, ούτε με τους Άγγλους που τον έστειλαν, ούτε με τους Ιταλούς που θα τον εκτελούσαν. Δεν έκλαιε. Το είχε πάρει απόφαση. Τώρα επιθυμούσε νάρθει γρήγορα η στιγμή της εκτέλεσης. Κοίταξε ψηλά στον φεγγίτη. Χάραζε. Ακούστηκαν βήματα. Η πόρτα του κελλιού άνοιξε και πρόβαλε ένας αξιωματικός συνοδευόμενος από μερικούς στρατιώτες. «Να συντομεύουμε» είπε ο κατάδικος. Η αγωνία είναι πιο βασανιστική από τον θάνατο που γίνεται απολύτρωση. Επέσπευδε το αναπόφευκτο. Ακόμη και ο Χριστός  είπε  στον Ιούδα το  τελευταίο βράδυ της ζωής του: «Κάμε γρήγορα αυτό που θέλεις να κάμεις» προτρέποντάς τον στην θεοκτονία. Βγήκαμε και ανεβήκαμε στο φορτηγό  που  μας  περίμενε  έξω  από  την  φυλακή. Προσευχόμασταν και συνομιλούσαμε μέχρι που φτάσαμε στο καθορισμένο σημείο όπου είχε παραταχθεί  ένα ολόκληρο τάγμα και μπροστά από το τάγμα ήταν έτοιμο το εκτελεστικό απόσπασμα και πλάι του ένα ένοπλο άγημα. Τον βοήθησα να κατεβεί από το φορτηγό. Με ρώτησε: «Θα περιμένουμε να βγει ο ήλιος;» «Όχι - απάντησα – Η εκτέλεση θα γίνει αμέσως.» «Ευτυχώς» πρόσθεσε καθησυχασμένος.  Προχωρήσαμε προς την παραλία όπου είχε τοποθετηθεί μια καρέκλα μ’ένα σκοινί. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από πίσω μας ο χαρακτηριστικός ήχος που ακολουθεί το παράγγελμα ‘‘Εφ’όπλου λόγχη.’’  «Θα  με  σουβλίσουν;» με ρώτησε. «Όχι,  ησύχασε, θα σε πυροβολήσουν.» Ίσως να είναι παρηγοριά στον άνθρωπο η διαβεβαίωση ότι θα τον τουφεκίσουν κι’ότι δεν θα τον τρυπήσουν με την λόγχη. Τον κάθισαν στην καρέκλα με την πλάτη στραμμένη στο απόσπασμα.** Βοήθησα να τον δέσουν έτσι που να μην πονά και του κάλυψα τα μάτια. Εκείνη τη στιγμή ψιθύρισε: Ύστερα θάρθουν οι Άγγλοι να  μ’εκδικηθούν.»  Ήταν ανθρώπινο να το πει. Όμως ο τόνος δεν   ήταν τόνος μίσους. Ήταν μια απλή πρόβλεψη. Του ψιθύρισα στ’αφτί: «Πέθανε δίχως μίσος.  Έτσι κι’έτσι οι άνθρωποι δεν μπορούν πια ούτε να σε βλάψουν, ούτε να σε βοηθήσουν. Σε λίγες στιγμές  θα  είσαι ενώπιον  του  Θεού ο οποίος θα σε συγχωρήσει στο ίδιο μέτρο που και συ  θα  έχεις  συγχωρήσει.  Αλήθεια Νικόλα, συγχωρείς;» «Ναι πάτερ, ναι.» Του έδωσα στο χέρι τον Εσταυρωμένο κι’αυτός τον ασπάστηκε με κατάνυξη κατά  τον τρόπο  που  συνηθίζουν οι Ορθόδοξοι. «Γειά σου Νικόλα, θυμήσου με στον Παράδεισο. Σαν θα βρεθείς με τον Θεό πέστου να δώσει τέλος στον πόλεμο. Πρόσφερε τη ζωή σου στον Κύριο για να δώσει παρηγοριά στους γονείς σου.» «Μου είπε στ’αφτί: «Πέστε στους γονείς μου ότι δεν ήθελα να τους λυπήσω και τους ζητώ να με συγχωρήσουν.» «Εντάξει, στο καλό Νικόλα, καλήν αντάμωση στον Ουρανό.» Τον φίλησα και με φίλησε κι’αυτός. Τραβήχτηκα πέρα. ‘Υψωσα τον Εσταυρωμένο ψιθυρίζοντας τις προσευχές των ετοιμοθανάτων. Ο επικεφαλής του  αποσπάσματος  αξιωματικός  έκαμε ένα  νεύμα με το χέρι και έφυγαν έντεκα σφαίρες που γάζωσαν το σώμα του Σάββα σε διάφορα σημεία. Αναπήδησε στην καρέκλα και τούπεσε το κάλυμμα από τα μάτια που είχαν μείνει ορθάνοιχτα προς τον ήλιο ο οποίος αναδυόταν εκείνη τη στιγμή από την θάλασσα. ‘Ισως νάβλεπε κιόλας τον Θεό. Έκαμα ένα βήμα προς το μέρος του όταν ακούστηκε ακόμη μια εκπυρσοκρότηση. Ένας στρατιώτης του αποσπάσματος, είτε από την συγκίνηση, είτε από εμπλοκή του όπλου του, πυροβόλησε καθυστερημένα. Πλησίασε ο γιατρός και διαπίστωσε τον θάνατο.  Βοήθησα να τον λύσουν και  να  τον εναποθέσουν στο φέρετρο που ήταν έτοιμο και κρυμμένο πιο πέρα, κι’έπειτα τον συνόδεψα για την ταφή στο ορθόδοξο νεκροταφείο. Ο ήλιος έλαμπε στον ουρανό, στις πύλες της Ανατολής, πάνω από μερικούς στρατιώτες που σ’ένα νεκροταφείο της Ρόδου έθαβαν ένα στρατιώτη που αυτή σκότωσαν, την ίδια στιγμή που στα πεδία των μαχών της Δύσης φώτιζε τα πρόσωπα εκατοντάδων άλλων νεκρών. Συμπληρωνόταν ο μέγας νόμος της Ιστορίας που όλοι, θέλοντας και μη, εφαρμόζουν. Μετά από λίγες μέρες μίλησα με τον στρατιωτικό ιερέα του Καστελλόριζου. Τον παρεκάλεσα να μεταφέρει στους γονείς του Σάββα τα τελευταία λόγια του. Τώρα κοιμάται στους βράχους του πελάγου του Ομήρου που διηγείται την απάνθρωπη τραγωδία της ανθρωπότητας.    
-------------
* Ήταν Έλληνας στρατιώτης αλλά ίσως να πίστευε ότι τον συνέφερε να λέει πως ήταν  Άγγλος.

*Ο τουφεκισμός στην πλάτη ήταν ατιμωτικός και αυτή την μεταχείριση είχαν οι προδότες
-------------
Ο δικηγόρος Μανώλης Παπαιωάννου, Πρόεδρος της Εταιρείας Ροδιακών Μελετών, έγραψε στην ΡΟΔΙΑΚΗ ότι το βιβλίο μου έπρεπε να μπει σε όλα ταροδίτικα σπίτια και με πρωτοβουλία του φιλοτεχνήθηκαν οι προτομές των δύο ηρώων που στήθηκαν κάτω από τον αιωνόβιο φύκο στη Νέα Αγορά, στην συμβολή των οδών Γαλλίας και Αβέρωφ. Στα αποκαλυπτήρια των προτομών ήταν παρών και ο, εν αποστρατεία πια, συνταγματάρχης Νταίβηντ Σάδερλαντ».

Ο συνταγματάρχης Ντέιβιντ Σάδερλαντ καταθέτει στεφάνι στις προτομές των δύο ηρώων στη ΡόδοΟ συνταγματάρχης Ντέιβιντ Σάδερλαντ καταθέτει στεφάνι στις προτομές των δύο ηρώων στη Ρόδο