Εδώ καράβια χάνονται,   βαρκούλες αρμενίζουνε!

Επιμέλεια Αλέξανδρος Ν. Κατσαράς
φιλόλογος
katsaras2002@yahoo.gr

Από την αρχαιότητα  ο άνθρωπος είχε την επιθυμία  να μετακινείται  και να γνωρίζει νέους κόσμους.  Μεγάλο εμπόδιο ορθώνονταν μπροστά του η θάλασσα,  κάτι που τον ανάγκασε να αναζητήσει τρόπους για να την διασχίζει σύντομα και με ασφάλεια. Έτσι  παρατήρησε ότι μερικά αντικείμενα επιπλέουν στο νερό,  πράγμα το οποίο τον βοήθησε να φθάσει στην κατασκευή των πλοίων.

Σε πρωταρχικό στάδιο,  τα πλοία ήταν κορμοί δέντρων,  αλλά με την πάροδο των χρόνων φθάσαμε σε υπερσύγχρονες κατασκευές,  που επιτρέπουν τις γρήγορες μετακινήσεις από το ένα άκρο του κόσμου στο άλλο. Μέσα στο πέρασμα των αιώνων κατασκευάστηκαν πολλοί τύποι πλοίων με κυριότερα τα εξής:

Kαράβι: < από το κάραβος = η καραβίδα. Οι Βυζαντινοί  παρατήρησαν πως η καραβίδα (κάραβος τότε) κινούνταν γρήγορα μες στη θάλασσα διπλώνοντας την ουρά της. Κατασκεύασαν λοιπόν ανάλογα ελαφριά και γρήγορα πλοία, που τα ονόμασαν καράβια. Κατ’ άλλους επειδή η λέξη κάραβος σήμαινε και τον κάνθαρο, το σκαθάρι,  θεωρούν πως, λόγω της ομοιότητας του σκαθαριού με καράβι,  οφείλει εκεί την ετυμολογία του. .Επίσης η λέξη καραβέλα, ο τύπος ιστιοφόρου με δύο ή τρία ιστία,  που χρησιμοποιήθηκε από τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς θαλασσοπόρους κατά τον Μεσαίωνα, είναι αντιδάνειο από το ιταλικό caravella,  υποκοριστικό του caravo,  με ρίζες επίσης  στο αρχαίο ελληνικό κάραβος.

Βαπόρι: από το ιταλικό vapore και το λατινικό vapor = ο ατμός. Αποδόθηκε στα νεοελληνικά και ως ατμόπλοιο. Υπάρχει και η έκφραση « έγινε βαπόρι» δηλαδή βγάζει καπνούς,  θύμωσε πολύ.

Βάρκα: λέξη  που συναντάται  στην ιταλική γλώσσα με τον τύπο barca και  ανάγεται μέσω του μεταγενέστερου λατινικού ουσιαστικού barca στο αρχαίο ελληνικό βάρις –ιδος  = αιγυπτιακό πλοιάριο,  είδος σχεδίας.

Πλοίο: από το ρήμα πλέω η λέξη  πλοίον σήμαινε αρχικά «σκάφος που πλέει στο νερό» και η σημασία του περιοριζόταν αρχικά σε σκάφη που εκτελούσαν μεταφορές,  αλιεία ή εμπόριο. Για κάθε είδους πλοίο δηλαδή, εκτός από το πολεμικό,  για το οποίο χρησιμοποιούνταν η λέξη ναυς που έδωσε στην νέα ελληνική λέξεις όπως ο ναύτης, το ναυπηγείο, η νηοπομπή, το Ναύπλιο κτλ.

Σκάφος:  δήλωνε αρχικά το κοίλο μέρος του πλοίου, το κύτος του και κατ’ επέκταση  ολόκληρο το πλοίο. Σήμερα είναι μια  λέξη που χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει γενικά κάθε πλωτό μέσο. Προέρχεται από το ρήμα σκάπτω/σκάβω με αρχική σημασία «το σκαμμένο, αυτό που έχει βαθούλωμα και έχει γίνει κοίλο»,  κάτι ανάλογο με την σκάφη που χρησιμοποιείται στο πλύσιμο των ρούχων.

Ακταιωρός: το πλοίο που χρησιμοποιείται ως φύλακας,  φρουρός των ακτών,  για περιπολίες και γενικά σε αποστολές σε μικρή απόσταση από τις ακτές. Προέρχεται από τον πληθυντικό αριθμό ακταί (του ουσιαστικού ακτή) +ωρος <ώρα =φροντίδα,  μέριμνα,  προσοχή,  πρόνοια
< από το αρχαίο ρήμα ορώ =προσέχω, βλέπω.

Θαλαμηγός: πολυτελές σκάφος  με αναπαυτικούς θαλάμους-δωμάτια, μικρής σχετικά ισχύος και μεγέθους, με μυτερή πλώρη που χρησιμοποιείται για ταξίδια αναψυχής. Αποδίδει στα ελληνικά την αγγλική λέξη γιωτ. Προέρχεται από την έκφραση θαλαμηγός  ναυς, ένα είδος βασιλικού αιγυπτιακού πλοίου με θάλαμο (δωμάτιο για διαμονή και ύπνο) +το  ρήμα άγω.

Καΐκι: ταχύπλοο και ευέλικτο ιστιοφόρο πλοίο μικρής χωρητικότητας. Παράγεται από το τουρκικό  kayik, είδος  μικρής και στενής  τουρκικής  βάρκας με οξεία πλώρη και πρύμνη.

Μαούνα:  βοηθητικό φορτηγό  σκάφος χωρίς κατάστρωμα,  που χρησιμεύει για φορτώσεις και εκφορτώσεις εμπορευμάτων σε λιμάνια. Παράγεται από το τουρκικό mavuna και το αραβικό mahun = η χύτρα .Σκωπτικά δηλώνει και το μεγάλο σε όγκο και αργοκίνητο αυτοκίνητο.

Φρεγάτα:  η φρεγάτα (παλαιότερα φρεγάδα και φεργάδα) αποτελεί ονομασία που έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει κατά περιόδους διάφορους τύπους πολεμικών πλοίων με διαφορετικoύς  ρόλους και μεγέθη. Το 17ο και 18ο αιώνα αναφερόταν σε ένα μικρό,  γρήγορο και ευέλικτο τριίστιο ιστιοφόρο πλοίο, που χρησιμοποιούταν κυρίως για περιπολίες,  με ένα ή δύο καταστρώματα πυροβόλων. Περί τα τέλη του 19ου αιώνα εμφανίστηκε η θωρακισμένη φρεγάτα,  από την οποία αργότερα εξελίχθηκαν τα θωρηκτά.

Από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά ο όρος φρεγάτα αποδίδεται σε ένα πλοίο που χρησιμοποιείται για την προστασία άλλων πλοίων,  εμπορικών και πολεμικών (κατά κύριο λόγο υποβρυχίων),  σε συνοδείες νηοπομπών,  αμφιβίων επιχειρήσεων και άλλων εκστρατευτικών αποστολών. Η λέξη προέρχεται από το ιταλικό fregada με πολλές προτάσεις ως προς την ετυμολογία της. Πειστικότερη φαίνεται να είναι αυτή που υποστηρίζει την «γέννηση» της λέξης από τον τύπο fragata, κομμάτι της λέξης naufrago =ναυαγώ, με την έννοια ότι η φρεγάτα αρχικά συνέλεγε τον εξοπλισμό και τα  εφόδια βαρύτερων πλοίων μετά από ναυάγιο.

Υποβρύχιο: από το  υπό+ βρύχιος < αυτός που έρχεται από τα βάθη της θάλασσας, ο βαθύς. Το επίθετο προέρχεται από την λέξη βρυξ =η  βαθιά θάλασσα. Άρα υποβρύχιο είναι το σκάφος που είναι υπό της βρυχός,  δηλαδή κάτω από την επιφάνεια της  θάλασσας.

Κρουαζιερόπλοιο: το κρουαζιερόπλοιο είναι  ένα πλοίο ειδικής χρήσης ή κατηγορίας που πραγματοποιεί κρουαζιέρες,  δηλαδή κυκλικά περιηγητικά ταξίδια. Η λέξη «κρουαζιερόπλοιο»,  ετυμολογικά,  προέρχεται από τον Αγγλικό όρο «cruise-ship» με αναγωγή  στην γαλλική λέξη  croisiere = ο περίπλους,  το κυκλικό ταξίδι,  που προκύπτει από το λατινικό  crux= ο σταυρός,  ο πάσσαλος. Στις λατινογενείς γλώσσες λοιπόν η λέξη  προέρχεται και έχει άμεση σχέση με την λέξη crusade (σταυροφορία).

Γαλέρα: είδος πολεμικού ιστιοφόρου πλοίου με κουπιά,  που χρησιμοποιούνταν για πολεμικούς σκοπούς κυρίως κατά το Μεσαίωνα. Αργότερα συνηθίζονταν να στέλνονται ως πληρώματα των γαλέρων κατάδικοι, κάτι που ουσιαστικά  μετέτρεπε το πλοίο σε φυλακή (κάτεργο). Στα νέα ελληνικά η λέξη γαλέρα είναι αντιδάνειο του ιταλικού galera,  μέσω του λατινικού galea,  με αφετηρία την αρχαία ελληνική λέξη γαλέη που δήλωνε ένα  είδος σκυλόψαρου.

Καταμαράν: το καταμαράν  αποτελεί σήμερα ένα σύγχρονο τύπο πλοίου επιβατηγού  ή
επιβατηγού - οχηματαγωγού,  που ο ναυπηγικός του σχεδιασμός στηρίζεται στις ομώνυμες σχεδίες των Δυτικών Ινδιών, εκ των οποίων προέρχεται και η ονομασία του. Συγκεκριμένα katta σημαίνει «δένω» ενώ maram σημαίνει ξύλο.

Πυραυλάκατος: πλοίο με μικρό,  σχετικά,  εκτόπισμα  και μεγάλη ταχύτητα. Ο οπλισμός του αποτελείται από κατευθυνόμενα βλήματα,  πυροβόλα μεγάλης ταχυβολίας και τορπίλες. Ετυμολογείται από το πύραυλος +άκατος <από την λέξη ακή= η αιχμή,  η ακμή και δήλωνε το πλοιάριο που η πλώρη του ήταν μυτερή.

Ρυμουλκό: μικρό μηχανοκίνητο πλοίο,  που χρησιμοποιείται για τη διευκόλυνση των χειρισμών των μεγάλων πλοίων κατά τον κατάπλου και απόπλου στα λιμάνια,  καθώς και για τη ρυμούλκηση των πλοίων που έχουν υποστεί βλάβη. Ετυμολογείται από την λέξη ρύμα (το σχοινί) +έλκω (τραβώ,  σέρνω) που φανερώνει και την αποστολή του πλοίου.

Γόνδολα: το σήμα κατατεθέν της Βενετίας,  έχει ελληνικές ρίζες. Συγκεκριμένα προέρχεται από το μεσαιωνική ελληνική λέξη "κοντούρα" (κοντή+ ουρά) που ήταν ένα μικρό ακτοπλοϊκό σκάφος που κυκλοφορούσε στην Μεσόγειο με κύριο γνώρισμα την κοντή ουρά του.