To «Ντιρλαντά», το πιο γνωστό ελληνικό τραγούδι στον κόσμο! (βίντεο)

Ώ Ντιρλαντά, ντιρλανταντά,
 ω ντιρλαντά βρε και βραδιάζει,
 βρε κι η κουβέρτα αναστενάζει
 Βρε και ο μάγειρας φωνάζει, ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά,
 Βρε ντιρλαντά και τέζα όλοι
 και πως θα πάρουμε την Πόλη.
 Από την πόλη την καλή,
 ήρθε μια σκούνα με πανί
Ώ ντιρλαντά, ντιρλανταντά,
 αχ η Μαρία του Μηνά, Επάνω στ΄ άσπρο της ποδάρι,
 θα πάω να δέσω παλαμάρι…

Το «Ντιρλαντά» έχει ένα ρυθμό που σε ξεσηκώνει. Σα να σε ζωντανεύει. Ένα τραγούδι χωρίς μουσικό τέλος, ένας σκοπός που σου επιτρέπει να βάλεις ό,τι στίχο θέλεις.
 Το τραγούδι έγραψε τη δεκαετία του ΄60 ο καπετάνιος ενός τσούρμου σφουγγαράδων, ο Παντελής Γκινής που έγινε γνωστός ως Ντιρλαντάς. Ο ρυθμός του λέγεται ότι προέρχεται από τους λαούς της Βόρειας Αφρικής, αφού πηγαινοερχόταν για σφουγγάρια από τη  Μπαρμπαριά. Μετά το πήρε ο Σαββόπουλος, το βαλε στο δίσκο του και  υποστήριξε ότι είναι παραδοσιακό. Ο Γκινής κέρδισε στα δικαστήρια. Ο Γκινής, ο Ντιρλαντάς δηλαδή που έγραψε και το Αγάντα Γιαλέσα, ερωτικό τραγούδι αυτό και πανέμορφο. Ζήτησα από το Μανόλη Καρατζά, ποιητή, στιχουργό, συγγραφέα Καλύμνιο,  και πλανόδιο ψαρά, να μας θυμίσει την ιστορία του Ντιρλαντά και την Κάλυμνο των σφουγγαράδων όπως την έζησε μικρός στο νησί.

Και ξαφνικά, ένας Καλύμνιος καπετάνιος έγραψε δύο τραγούδια που το ένα, το Ντιρλαντά,  έγινε παγκόσμια επιτυχία και το άλλο το «Αγάντα Γιαλέσα» είναι από τα πιο αγαπημένα μέχρι σήμερα! Ποιες ήταν οι συνθήκες που τα έγραψε, ποιος ήταν ο Παντελής Γκινής;
Την ίδια περίοδο γράφτηκαν και τα δύο τραγούδια, τη δεκαετία του ΄60. Ήμουνα παιδάκι τότε στην Κάλυμνο και τον θυμάμαι αμυδρά  τον καπετάνιο, το  Ντιρλαντά όπως τον έλεγαν πια όλοι. Πάνω στο καΐκι του, μπροστά στο τσούρμο του που χτυπούσε ρυθμικά παλαμάκια, έγραψε το τραγούδι που έγινε το πιο γνωστό ελληνικό τραγούδι σ΄ όλο τον κόσμο. Μέχρι την Ιαπωνία ακουγόταν, μεταφράστηκε  σε πολλές γλώσσες κι ο ρυθμός του είναι μέχρι σήμερα αξεπέραστος.

Υπάρχει αξιόπιστη  πληροφορία για το πώς έγραψε το Ντιρλαντά;
Έχουνε πει ότι το Ντιρλαντά το τραγουδούσαν οι κολαουζιέρηδες,  που έδιναν οξυγόνο στο δύτη που ήταν μέσα στο νερό για να τον κρατούν σε επαγρύπνηση. Αυτό δεν είναι ακριβές. Αυτός που έδωσε πρώτος αυτή την ερμηνεία δεν ήξερε τη ζωή πάνω στο καΐκι. Η αλήθεια είναι ότι ο  Παντελής Γκινής, ο καπετάνιος έγραψε το τραγούδι αυτό ενώ κρατούσε τη λαγουδιέρα (το τιμόνι) και οδηγούσε το καΐκι με το ένα χέρι και με το άλλο έγραφε τους στίχους, που ήταν σατιρικοί, πειραχτικοί,  για το πλήρωμά του, τους δύτες.  Τα ονόματα που ανέφερε «βρε και του Γιώργη δεν του δίνω…» ήταν υπαρκτά πρόσωπα, όπως και η «Μαρία του Μηνά» και η « Κατερίνα του τσαγκάρη»…  Αυτές οι κοπέλες ήταν πιο ανοιχτές  στον έρωτα τη δεκαετία του ’60, ερωτεύονταν χωρίς να φοβούνται.

Πώς ήταν ως ιδιοσυγκρασία ο Γκινής; Η ζωή στο καΐκι επέβαλε πειθαρχία, θα πρέπει να είχε μεγάλη εξουσία απέναντι στο τσούρμο του!
Φαινόταν ότι ο Παντελής Γκινής ήταν πρόσχαρος άνθρωπος, κι είχε καλές σχέσεις με τους δύτες του. Όλοι ήταν στο καΐκι του μια παρέα. Δεν συνέβαινε συνήθως αυτό. Οι καπετάνιοι είχαν  εξουσία ζωής,  πάνω στους δύτες τους. Είναι γνωστή η έκφραση «ή σφουγγάρι ή τομάρι»! Είχαν μεγάλες απαιτήσεις απ΄ αυτούς και οι καπεταναίοι ήταν οι μόνοι που πλήρωναν με χρυσές λίρες. Μόνο οι δύτες πληρώνονταν με χρυσές λίρες εκείνη την εποχή. Η πίεση όμως της δουλειάς ήταν μεγάλη κάτι που προκαλούσε ατυχήματα. Η αποσυμπίεση, έπρεπε να γίνει αργά αν κατέβαινες σε κάποιο βάθος γιατί υπήρχε κίνδυνος να μείνει παράλυτος ο δύτης. Υπάρχουν ξερονήσια που έγιναν νεκροταφεία νεαρών δυτών που προέρχονταν από τη Σύμη, από την Κάλυμνο, κι άλλα νησιά. Τους θάβανε εκεί, δεν τους φέρνανε πίσω από τη Μπιγκάζα. Ο θείος μου, που θάφτηκε στη Μπιγκάζα ήταν 17 χρονών παιδί. Οι δύτες ήταν παιδιά τότε, 35 χρονών μπορεί να ήταν ο μεγαλύτερος.

Γιατί ήταν τόσο πολλά τα ατυχήματα, τι σκότωνε τους δύτες;
Η αυξημένη ζήτηση σφουγγαριών είχε ως αποτέλεσμα να υιοθετήσουν το σκάφανδρο που έγινε ο λόγος των ατυχημάτων. Κανένας  που έπεφτε με την αναπνοή του δεν πέθαινε μέχρι τότε.  Το σκάφανδρο χρειαζόταν αρκετό χρόνο για την αποσυμπίεση, κι αν δεν το τηρούσαν αυτό τότε παθαίνανε θρόμβωση και παράλυση.

Και αυτό  το ρυθμό, το σκοπό αυτό τον τόσο  ξεσηκωτικό, πώς τον εμπνεύστηκε;   
Ο Γκινής, πήγαινε με το σφουγγαροκάικό του  στη Μπαρμπαριά, στη Βόρειο Αφρική, στη Μπιγκάζα, κι αλίευε σφουγγάρια. Μαζί με τα σφουγγάρια αλίευσε και το ρυθμό  αυτό,  τις συλλαβές «ντα-ντιρλάντα-ντα»! Μέχρι να φτάσει στην Κάλυμνο το έκανε τραγούδι. Το τσούρμο του συμμετείχε χτυπώντας  ρυθμικά τα χέρια και επαναλαμβάνοντας τις συλλαβές. Εκείνος έβαζε τους στίχους.

Πώς το υποδέχτηκαν τότε το τραγούδι στην Κάλυμνο;
Εγώ ήμουν παιδάκι τότε, και παιζόταν σ΄ όλη την Κάλυμνο. Στις 12 η ώρα το μεσημέρι είχε άκρα ησυχία στο νησί. Λέγανε ότι κυκλοφορεί η «κακιά ώρα»,  κι επομένως δεν κυκλοφορούσαν άνθρωποι στους δρόμους. Το λέγανε πιο πολύ για να μαζεύουν τα παιδιά στα σπίτια, να κοιμούνται το μεσημέρι. Τρώγαμε και κοιμόμασταν. Τη νύχτα όμως 12 τα μεσάνυχτα,  όλοι μικροί- μεγάλοι ήμασταν έξω. Δεν μπορούσες και να κλείσεις μάτι, γιατί παίζανε τα βιολιά το Ντιρλαντά και το Αγάντα Γιαλέσα και στήνανε πανηγύρια. Κι όταν ήταν και η περίοδος που οι δύτες βρίσκονταν στο νησί, αντηχούσε όλη η Κάλυμνος. Χρυσές λίρες έδιναν οι δύτες στους μουσικούς για να παίζουν.

Το Αγάντα Γιαλέσα, ήταν ερωτικό τραγούδι!
Το Αγάντα Γιαλέσα, έγινε μεγάλη επιτυχία σε όλη την Ελλάδα, αλλά δεν έκανε διεθνή καριέρα. Είναι ερωτικό τραγούδι. Λέει για έναν νεαρό άντρα  που βλέπει την κόρη από το παράθυρο,  «ο υιός ζητούσε το φιλί, κι η κόρη δαχτυλίδι»…  Το κοίταγμα ήταν τότε που είχε τη δύναμη όταν οι περισσότεροι γάμοι γίνονταν με συνοικέσιο. Λέει σε ένα στίχο του ο Γκινής «μήπως νομίζεις το φιλί πως καταγής κυλιέται;...»…

 

 

Η μεγάλη πορεία του Ντιρλαντά πότε ξεκίνησε;
Ο Γκινής, είχε ανέβει στην Αθήνα για να κάνει το πρώτο του 45άρι, με τη Δόμνα Σαμίου. Ο Σαββόπουλος το άκουσε και το συμπεριέλαβε στο δίσκο του «Το περιβόλι», λέγοντας ότι πρόκειται για παραδοσιακό τραγούδι! Προσπάθησε να το οικειοποιηθεί μ΄ αυτόν τον τρόπο.  Ο Γκινής,  τον πήγε στα δικαστήρια και δικαιώθηκε. Πέθανε σχετικά γρήγορα από παθολογικά αίτια. Η οικογένειά του ζει στην Κάλυμνο μέχρι σήμερα, στην περιοχή ‘Αγιος Μάμας και παίρνει τα πνευματικά δικαιώματα. Ο Σαββόπουλος έκανε δεύτερη εκτέλεση, ο Ξυλούρης το είπε καταπληκτικά και άλλαξε τους μισούς στίχους του Γκινή, μέχρι ο Παπακωνσταντίνου το τραγούδησε και ο Μητροπάνος. Και το πήρε βέβαια και η Δαλιδά, η αιγύπτια διεθνούς φήμης τραγουδίστρια, και το έκανε παγκόσμια επιτυχία. Ο Ντιρλαντάς, θα μείνει για πάντα στη μνήμη του κόσμου και το τραγούδι του θ΄ ακούγεται  σ΄ όλη τη γη.