Ο Μεμέτ, από τα Κρητικά της Ρόδου!

Η ιστορία του Μεμέτ από τα Κρητικά, είναι παρόμοια με τις ιστορίες των άλλων μουσουλμάνων που ήρθαν από την Κρήτη, επί Οθωμανικής κατοχής και κατοίκησαν στη Ρόδο, στα προσφυγικά σπίτια που έφτιαξαν ειδικά για την εγκατάστασή τους, στην Ψαροπούλα και αλλού.

Τους ψαράδες τους εγκατέστησαν μπροστά στη θάλασσα, τους γεωργούς έξω στα χωριά.

Ο Μεμέτ, που μου σύστησε ο Ομέρ ο φίλος μου, κοιτάζει τη θάλασσα μπροστά στο σπίτι του και μιλάει κρητικά με τη γυναίκα του όταν είναι οι δυό τους. Μου λέει τη δική του εκδοχή για τους Τουρκοκρητικούς που ήρθαν στη Ρόδο  και προσπάθησαν να διατηρήσουν τη ζωή και την παράδοση των προγόνων τους από την Κρήτη.

Δεν είναι ώρα τώρα να μιλήσουμε για το πως έγιναν τα πράγματα! Ν΄ ακούσουμε θέλουμε, όσους δε μίλησαν ποτέ γιατί άλλοι αποφάσιζαν για την τύχη τους και τότε και σήμερα.  

Αν σας ρωτούσα τι αισθάνεστε, πού ανήκετε, τι θα μου λέγατε;
Είμαι φανατικός Ροδίτης. Εδώ γεννήθηκα, εδώ ο πατέρας μου. Οι παππούδες, οι γιαγιάδες μου ήταν από την Ιεράπετρα της Κρήτης. Η μητρική μας γλώσσα είναι τα κρητικά, ανεξάρτητα που είμαστε μουσουλμάνοι. Τι να κάνουμε, έτσι μας βαφτίσανε, έτσι ήθελε ο Θεός.

Τι σας έχουν πει για εκείνα τα χρόνια οι πρόγονοί σας, τι ξέρετε εσείς;
Οι Τούρκοι έμειναν στην Κρήτη 400 χρόνια, στη Ρόδο 500, οι πρόγονοί μας ξεκίνησαν και πήγαν στην Κρήτη από το Ικόνιο. Ήταν η Κρήτη ανεξάρτητο νησί, ήταν σταυροδρόμι στη Μεσόγειο, έμπαιναν οι πειρατές, κάνανε ζημιές και λεηλατούσαν. Τότε οι Κρητικοί ζήτησαν προστασία από το Σουλτάνο, κι έστειλε φρουρά για κάποια χρόνια ο Σουλτάνος εκεί. Αυτά ξέρουμε εμείς. Όταν ο Σουλτάνος είδε ότι πια το νησί δεν το πατούσαν οι πειρατές, κι οι άνθρωποι ησύχασαν, ήθελε να αποσύρει τη φρουρά, να γυρίσει στην Τουρκία και να κάνουν στην Τουρκία την οικογένειά τους  αυτά τα παιδιά. Πολλοί όμως έμειναν, κι έκαναν οικογένεια εκεί, με χριστιανές. Εμείς, οι περισσότεροι είμαστε από πατεράδες Τούρκους, κι από μάνες χριστιανές. Τώρα αυτό μπορεί σε πολλούς να μην αρέσει, αλλά η αλήθεια είναι αυτή. Εγώ θυμάμαι τη μάνα μου τη συγχωρεμένη, όταν  ήμουν παιδί, να κλείνει το βράδυ την πόρτα και να τη σταυρώνει με το χέρι της.  Κι όταν έφτιαχνε προζύμι, πάλι το σταύρωνε, εδώ στο σπίτι μας στα Κρητικά. Οι χριστιανές εκείνες, τότε στην Κρήτη, οι γιαγιάδες μας, κράτησαν την πίστη τους κρυφή, για να μη χαλάσουν την καρδιά του άντρα τους. Κι εγώ είμαι κατά του να αλλάζουμε την πίστη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, ό,τι πιστεύει, πιστεύει. Όταν αγαπάς έναν άνθρωπο να τον αγαπάς όπως είναι.

Πότε ήρθαν στη Ρόδο οι πρόγονοί σας,  τι ξέρετε εσείς;
Από την Κρήτη φύγανε το 1896 γιατί εκεί τρώγονταν και κάποιοι ήθελαν να ανακατέψουν τα πράγματα. Έτσι ήρθαν εδώ, πήγαν στη Συρία, στην Αίγυπτο, στη Λιβύη. Γι αυτούς που ήρθαν στη Ρόδο ,που είχε Οθωμανική Αυτοκρατορία,  ο Σουλτάνος Χαμίτ έκανε τα προσφυγικά σπίτια, εδώ στη θάλασσα στα Κρητικά όπως  ονομάστηκαν από τότε. Κοντά στη θάλασσα έβαλε τους ψαράδες που ήρθαν από κει, τους γεωργούς τους βάλανε στα Μάσσαρι, στην Αρνίθα, στην Κατταβιά, στη Λαχανιά, στη Λίνδο, στ΄  Ασγούρου. Την κατανομή την κάνανε σωστά, βλέπεις. Ακόμα σήμερα στην Κατταβιά ζουν πολλοί Τουρκοκρητικοί και στ΄  Ασγούρου έχει. Ήρθαμε ως πρόσφυγες, φτώχια πολύ, ο παππούς μου ψαράς, ο πατέρας μου ψαράς, κάποια στιγμή όμως έφτασαν να πηγαίνουν για ψάρια στη Λιβύη. Ο κάθε πρόσφυγας τα ίδια τραβάει, όπου κι αν βρεθεί, δεν βλέπεις τώρα, τα ίδια είναι όπως και τότε.  Ο παππούς μου ήταν δυό μέτρα άντρας. Εγώ έχω ξαδέλφια στην Κρήτη, ο παππούς μου είχε έναν αδελφό που έμεινε εκεί, παντρεύτηκε με χριστιανή. Ο έρωτας είναι πάντα έτσι. Εμείς μεταξύ μας, με τη γυναίκα μου όταν είμαστε, μιλάμε τα Κρητικά. Η γιαγιά της δεν ήξερε τούρκικα, μόνο Κρητικά μιλούσε.

Σ’ αυτά τα ίδια σημεία ξεκινήσατε να μένετε από την αρχή;
Από εδώ, από τη Ψαροπούλα που είναι το βενζινάδικο, μέχρι το ξενοδοχείο των Ρόδων ήταν τα σπιτάκια που φτιάξανε για τους ψαράδες. Τα δικά μας σώζονται, τα άλλα πιο κάτω προς την πόλη, τα ρίξανε. Μόνο δυό σπιτάκια έχει πια εκεί κάπου που δεν τα γκρεμίσανε ακόμα. Σαν περιοχή εκεί είχανε βάλει τους γραμματιζούμενους Τουρκοκρητικούς. Το τζαμί φτιάχτηκε μαζί με τα σπίτια, μαζί και το νεκροταφείο. Είχαμε και νεκροταφείο εμείς εδώ και δύο σχολεία δημοτικά και τρία μπακάλικα.

Πόσοι ζούσαν τότε στα Κρητικά;
Μέχρι το 1955 ήμασταν 1.000 άνθρωποι εδώ. Τώρα πόσοι είμαστε οι Κρητικοί; Είμαστε 25 οικογένειες. Οι οικογένειες μεγάλωναν και τα σπιτάκια δεν εξυπηρετούσαν, δεν έδιναν άδεια να τα μεγαλώσουμε, να τα φτιάξουμε, κι οι άνθρωποι φύγανε, απλώθηκαν σε άλλα μέρη της Ρόδου. Εμείς μείναμε. Περιμέναμε, περιμέναμε… Να μας δώσουν άδειες, κάτι ν’ αλλάξει, τώρα κουραστήκαμε κι εμείς.

Τι άλλα θα μου πείτε για τότε;
Η παραλία εδώ, από τη Ψαροπούλα μέχρι και το ξενοδοχείο των Ρόδων, λεγόταν Κουμπουρνού. «Κουμ» είναι η άμμος και «Μπουρνού» η μύτη.  Η μύτη της άμμου. Κουμπουρνού, λεγόταν και τα Κρητικά στην Κω όπου πήγαν κι εκεί οι Κρητικοί. Είναι στην οδό Αβέρωφ, αλλά εκεί οι δήμαρχοι τότε ήθελαν, κι έκαναν δουλειά. Εδώ δε θέλανε οι δήμαρχοι. Κάτω, στη θάλασσα, σε σημείο που δεν φαίνεται πολύ από το δρόμο, είχαμε μια παράγκα εμείς. Και βουλευτές ήρθανε, κι οι δήμαρχοι ήρθανε. Εκεί πίναμε το ούζο μας, ήταν το καφενείο μας. Εκεί γλεντούσαμε. Πέρασε ο δρόμος, γκρεμίστηκε. Τι τα θέλεις κορίτσι μου, η ζωή είναι ψεύτικη. Και ο καλός και ο κακός θα φύγει.

Τα φιλοσοφείτε τα πράγματα, κι έτσι τα δέχεστε κιόλας, κι ας είχατε τόσες περιπέτειες στη δική σας ζωή!
Είχα έναν πατέρα πολύ φτωχό, αλλά μου ‘μαθε να μη λέω ψέματα και να μη γίνω κλέφτης. Μου ‘λεγε «από τα δουλεμένα σου, από τον ιδρώτα σου, σου παίρνει ο διάβολος τα μισά. Από το χαράμι, από τα αδούλευτα, παίρνει και το νοικοκύρη μαζί».

Το έχετε δει εσείς αυτό να συμβαίνει; Δεν είμαι τόσο σίγουρη!
Ναι, το βλέπω, ναι… Θα σου πω την παροιμία με το μαϊμουδάκι. Τα παλιά χρόνια, λέει, τότε που δεν είχε βαπόρια, κι αεροδρόμια, είχε ένα καΐκι, με πανιά και μαζευόταν ο κόσμος από δω, έμπαινε, κι όταν φυσούσε ο καιρός το καΐκι κινείτο και κάποια στιγμή, μετά από καιρό έφτανε στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσει ο κόσμος στους Αγίους Τόπους. Ο καπετάνιος, για να περνά η ώρα των ταξιδιωτών, είχε βρει ένα μαϊμουδάκι, για να χορεύει και να παίζει και να ξεχνιούνται οι ταξιδιώτες. Εκείνο τον καιρό, τα χρήματα ήταν μπακιρένια, όλα ήταν κέρματα και οι άνθρωποι έραβαν ένα πουγκί και τα κρεμούσαν στο λαιμό τους. Ένας, άνοιξε το πουγκί, να δει τα λεφτά του, σαλτάρει η μαϊμού, του παίρνει το πουγκί, σαλτάρει πάνω στο κατάρτι και πέταγε ένα νόμισμα μέσα στη θάλασσα, κι ένα στο καΐκι. Έκλαιγε αυτός, χτυπιότανε. Του λέει ο καπετάνιος, «μην κλαις, θα σου το δώσει το πουγκί. Τι δουλειά κάνεις στη ζωή σου;...». Λέει, «γαλατάς»...  «Ε, όσα ήταν από το νερό πήγαν στο νερό. Όσα ήταν καθαρό γάλα, είναι μέσα στο καΐκι…»., του απάντησε ο καπετάνιος. Αυτό είναι το χαράμι, που λέμε.

Εννοείτε ότι έκλεβε στο γάλα;
Εδώ στα Τριάντα, είχε όλο γαλατάδες και μέχρι το 1960-65, είχε. Γεμίζανε μισό γάλα, μισό νερό. Μπλε γινότανε  το γάλα, κι αυτοί το πουλούσανε. Η Αγρονομία τους έγραφε, κι αυτοί εκεί πάλι. Λίγο ψωμί και πολύ χαρά, αυτό χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει.