Σειρά Ποιημάτων  του Σουλεϊμάν Αλαγιαλή-Τσιαλίκ  για να αντιληφθούμε  τις εκλάμψεις της ψυχής μας…

Γράφει ο αρχιτέκτονας Αγαπητός Ξάνθης

Όταν ένας συμπαθής κύριος με πλησίασε και μου παράδωσε ένα βιβλιαράκι, με φόντο το σαγρέ πράσινο στο εξώφυλλο του σε συνδυασμό με τρείς φιγούρες από δύο ανθρώπινες σκιές, οι οποίες «παίζουν» με τη φωτιά, αναρωτήθηκα το γιατί;

Διαβάζω το τίτλο «Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις…», σειρά ποιημάτων από το Σουλεϊμάν Αλαγιαλή-Τσιαλίκ. Αυτόματα στο υποσυνείδητο μου τακτοποιείται το Πρόσωπο με τον Ποιητή, η Τέχνη με την Ευγένεια.  
Ξεφυλλίζω τα ποιήματα και ανακαλύπτω ρωγμές της ψυχής μου με εκφράσεις συμπάθειας, έρωτα, θετικής αύρας αλλά και αγωνίας.

Παρότι το πόνημα κρύβει μέσα του «την άβυσσο των βλεμμάτων» παρουσιάζει σύναμμα την «αγνότητα της φύσης και την αγιότητα του Λόγου στην καρδιά».  
Νικάει το βιβλίο με το περιεχόμενο τις σκοπιμότητες του καθενός, την σμίκρυνση του κόσμου για να οδηγήσει σε έκλαμψη «ενός ταξιδιού στο ξέφωτο με αεράκι ολότρελο και με θύμισες γεμάτες ονόματα και αγάπη».   

Δεν είμαι ικανός να κρίνω ποιήματα, γιατί είναι αποτυπώματα ψυχής, είναι καταθέσεις συμπεριφορών και στάσεων, όμως επιλέγω ένα από τη σωρεία των ποιημάτων και να το δοκιμάσω. Θα τολμήσω, ζητώντας την κατανόηση του δημιουργού.

Στην σελίδα 21, το Κ’ ποίημα αναφέρεται για την Πόλη την άναρχη και παρακμάζουσα, που ο φάρος τόνιζε την εμπορικότητα της μ΄ ένα κόσμο τραχύ που οι ψυχές του καταντούσαν το βράδυ ανισόρροπες και περίμεναν το επόμενο ξημέρωνα για τον χορό των συναισθημάτων. Για να κλείσει το ποίημα Κ’ με μια ξεχωριστή αποστροφή, «για τα φύκια της παρανομίας που ξέβγαιναν στις ακτές από τις άγριες θάλασσες και από τους σκοτεινούς ανέμους».

Ερμηνεύοντας το ποίημα (όσο μπορώ) διακρίνω την ευθυκρισία ενός «Αρχιτέκτονα-Ποιητή του χώρου» που αναγνωρίζει τη σημερινή πόλη με την ακανόνιστη δόμηση και τον υπο-πολιτισμό της. Μια πόλη με πολίτες ασυμβίβαστους, που δεν θέλουν να ενταχθούν σε κοινωνικά σύνολα, που υπερτερεί το εγώ από το εμείς. Σε αυτή την ανισορροπία σχέσεων ατόμων και εργασίας, φυλετικών διακρίσεων και προσφύγων ροών, σε μια πόλη όπου τα πάντα μετριούνται με οικονομικούς δείκτες στις βραδινές συνάξεις οι ψυχές είναι κενές. Περιμένουν το ξέφωτο, την καινούργια ημέρα, την νέα ανατολή για να γεμίσουν και πάλι συναισθήματα.

Και αυτό είναι  το πρώτο μήνυμα του ποιητή. Η αναζωογόνηση, η ανάταση, με το ξημέρωμα είναι σίγουρο ότι θα έλθουν παρά τις ασυμμετρίες, τις ακαμψίες, τις αταξίες που συμβαίνουν στη  πόλη, στο χώρο διαμονής και της δραστηριότητας.  

Και μέσα σε αυτή την εγωπαθική πόλη, την ασυναίσθητη που μόνο η ελπίδα του ξημερώματος εναπομένει για την μεγάλη στροφή και το γέμισμα της από ευαισθησία και κίνηση, έρχονται να μεγάλα «κύματα της αλήθειας». Κύματα που ξεβράζουν τα «γλιστερά φύκια της παρανομίας», τους γλοιώδεις τύπους των βραδύνων συνάξεως με την ηθική κενότητα και την ελλειμματική αξία.

Είναι τα «φύκια της παρανομίας» και της ακινησίας που εμποδίζουν την αναρρίχηση, το βηματισμό των ορειβατών για την αναζήτηση της ολότητας.
Είναι αυτοί που «κρύβουν τις λέξεις που θέλω ν΄ ακούσω», είναι αυτοί που «κόβουν τη βροχή για να ξεπλυθώ από την αιχμαλωσία και να γίνω σοφότερος».

Για το τέλος θέλω να συνδέσω το ποίημα  Κ’ με μία στροφή άλλου ποιήματος «Κινούμαι δίχως τέλος» στη σελίδα 54, του ίδιου τεύχους.
«Να φτάνω σε πόλεις θεοσκότεινες,
που ξετυλίγονται μες στα βιβλία…

για να καταλάβω όλα αυτά που μεγαλουργούσαν ρόλους
που δείχναν προς τα πού κινείται
τ’ ολόφωτο νερό της καλοσύνης
δίχως νύχτα στη δική μου σκέψη».

Και αυτή την μαγική ΚΙΝΗΣΗ εισέπραξα από την ανάγνωση των ποιημάτων του Σουλεϊμάν Αλαγιαλή-Τσιαλίκ σαν να γίνομαι χορευτής ονείρων για να ανακαλύψω και εγώ (επιτέλους) «το νερό της καλοσύνης» και να αντιληφθώ άμεσα ότι «η όποια απορύθμιση των ονείρων μου έρχεται να συνδεθεί με την ανάγκη να ζήσουμε ξιφουλκώντας τη λογική με το παράλογο, όπως τα μικρά παιδιά ζητούν ασταμάτητα κάτι κι η μητέρα τους αρνείται μηχανικά …»
Καλοτάξιδο και καλορίζικο…