Στη φυλακή για μια παραγγελιά!

Για ένα τραγούδι, για μια παραγγελιά, ο Δημήτρης Αρφαράς 17,5 χρονών το 1968, καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο της Χούντας σε ένα χρόνο φυλακή.

Κι εκεί μέσα συγκρατούμενος με το Μίκη Θεοδωράκη, είδε να φέρνουν αιμόφυρτο στο νοσοκομείο των φυλακών τον Αλέκο Παναγούλη αφού τον κράτησαν τρεις μέρες και τον βασάνισαν για την απόπειρά του να δολοφονήσει το δικτάτορα Παπαδόπουλο, στις 13 Αυγούστου 1968.

Όλα ξεκίνησαν από ένα τραγούδι. Ή μήπως όχι. Ήταν το παρελθόν, ήταν το σωματείο των οικοδόμων, κι επομένως η αριστερά και οι κομμουνιστές. Ο Δημήτρης, εκείνο το βράδυ  θέλει  ν΄ ακούσει το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη «Έρχονται χρόνια δύσκολα… ποδοπατούν αλύπητα τ΄ ανθρώπινο το σώμα, στο άγνωστο βαδίζουμε, κι όνειρα πια δε χτίζουμε, μας κλείνουνε το στόμα»… Μια παρέα τριών –τεσσάρων αστυνομικών έχει διαφορετική άποψη. Κι εκείνη την εποχή η Χωροφυλακή ήταν ο «Νόμος».

Δεν έχει βήματα το ζεϊμπέκικο, είναι ένα ιερατικός χορός, με εσωτερική ένταση. Είναι λεβέντικος χορός, αλλά ταυτόχρονα είναι και η σωματική έκφραση της ήττας. Είναι το άχτι του χορευτή για τα δεινά του.

Γίνεται παρεξήγηση, ο Δημήτρης πληρώνει το λογαριασμό, γυρίζει σπίτι του και στις 11 τη νύχτα το συλλαμβάνουν.

Η δίκη του Γιάννη Ζίγδη από τη Χούντα, την ίδια μέρα που γινόταν η δική του, η μεταφορά του στο νοσοκομείο των κρατουμένων και το ενδιαφέρον του συγκρατούμενού του Μίκη Θεοδωράκη που νοσηλευόταν με πνευμονία, η συνάντησή τους μερικά χρόνια αργότερα στην ελεύθερη Ελλάδα, δοσμένα από τον ίδιο που σήμερα μιλά για πρώτη φορά. 

Πού γεννηθήκατε, πώς ήταν η ζωή τότε;
Γεννήθηκα το 1949 στην Οβριακή. Παλαιοπολίτης. Η πορεία της ζωής μου, από τα παιδικά μου χρόνια ήτανε δύσκολη και άτυχη κάποια χρονικά διαστήματα. Δύσκολα παιδικά χρόνια, με φτώχεια και πολλά και διάφορα.

Πηγαίνατε καλά στα γράμματα όμως!
Στο 5ο Δημοτικό πόλεως Ρόδου πήγαινα, και είχα τη θέληση από μικρό παιδί που ήμουνα να μαθαίνω καλά τα γράμματα. Στην Δ΄ δημοτικού είχαμε γράψει μια έκθεση για τα πρωτοβρόχια, κι η έκθεσή μου αυτή βραβεύτηκε, είχα γράψει και το ποιηματάκι «ψιλή βροχούλα ποτίζει το χωράφι, κι η κάθε μια του στάλα, κι ένα κρυφό χρυσάφι»… Με συγχάρηκαν δάσκαλοι και μαθητές, κι ο δάσκαλός μου ο Σπύρος Καλαποδάκης, είχε γράψει για μένα στην εφημεριδούλα του σχολείου μας. Τελειώνοντας το δημοτικό, χρειάστηκε να αγοράσω βιβλία για την Α΄ Γυμνασίου, αλλά ο πατέρας μου έδινε λεφτά στη μάνα μου μόνο για το φαγητό.

Κι αναγκαστήκατε να δουλέψετε από μικρός!
Άρχισα να εργάζομαι με το θείο μου, το Γιώργο Αρφαρά,  στην οικοδομή για να βοηθήσω τη μάνα μου.

Το ποδόσφαιρο πότε τ΄ αρχίσατε;
Από το 1961-62 έπαιζα στο Διαγόρα, στα τσικό. Έπαιζα καλή μπάλα, με ανέβασαν στα δεύτερα και έτυχε να είμαι πρώτος σκόρερ δυό  χρονιές. Ήθελα να βάζω γκολ γιατί όταν τις Κυριακές έπαιζα μπάλα, κι έβαζα ένα ή δύο γκόλ και κερδίζαμε, η Διοίκηση του Διαγόρα, ο Γλυνός, ο χημικός που λέγαμε τότε, ο Δουκάκης, ο Σαρζετάκης, ο Πολεμικός, μας βάζανε σ΄ ένα φακελάκι 100 ή 200 δραχμές, για επιβράβευση. Πήρα το φακελάκι που ήταν 200 δραχμές  στη μητέρα μου, κι όταν το είδε λέει «πού τα βρήκες;».Μου λέει, «πάμε γρήγορα στη Λέσχη του Διαγόρα». Ρωτάει, ποιος είναι ο υπεύθυνος και παρουσιάζεται το Λιοντάκι, που έγινε προπονητής μας μετά από πολλά χρόνια που έπαιζε ποδόσφαιρο. «Ποιος του τα ‘δωσε του γιού μου αυτά τα λεφτά;», του λέει. Της απαντάει «ο Δημήτρης είναι πολύ καλό παιδί, καλό παιχτάκι και να το χαίρεσαι Βαγγελιώ μου...». Του λέει εκείνη «μα, το παιδί μου παίρνει 15 δραχμές για όλη την ημέρα στην οικοδομή, πώς είναι δυνατόν να πήρε 200 δραχμές για δύο ώρες;». «Αυτά έχει το ποδόσφαιρο, κ. Βαγγελία, του εύχομαι να πάει πιο ψηλά».

Κι αυτό το «καλό παιδί», σε λίγο το κλείσανε  φυλακή, δια ασήμαντον αφορμή! Για μια παραγγελιά…
Ήρθε η Χούντα. Μέχρι τον Ιανουάριο του 1968 έπαιζα μπάλα. Στις 3 Φεβρουαρίου με συνέλαβαν και  πέρασα Στρατοδικείο. Ήμουν δεν ήμουν 18 χρονών. Όταν με συνέλαβαν με κράτησαν 15 μέρες στα κρατητήρια στη Ρόδο και μετά με πήγανε στην Αθήνα, στις Σωφρονιστικές Φυλακές Ανηλίκων Βουλιαγμένης.

Τι δράση είχατε, τι κάνατε;
Ο πατέρας μου είχε διατελέσει 13 χρόνια πρόεδρος του Σωματείου Οικοδόμων. Εγώ, παιδί 14 χρόνων είχα ήδη βιβλιάριο εργασίας, δούλευα στην οικοδομή και από το Νοέμβριο του 1966 είχα εκλεγεί μέλος του Σωματείου Οικοδόμων.

Επομένως κομμουνιστής; Αυτές ήταν οι αιτίες, η αφορμή;
Έγινε μια παρεξήγηση στο καφενείο. Κοντά στους Αγίους Αναργύρους, στο καφενείο του Πανάγου. Μέσα εκεί ήταν και 3-4 χωροφύλακες που επέμεναν να βάζουν τα δικά τους τραγούδια. Δεν μας άφηναν να κάνουμε επιλογή τραγουδιών. Θέλαμε ν΄ ακούσουμε Καζαντζίδη. Ήθελα ν΄ ακούσω Καζαντζίδη το «΄Ερχονται μέρες δύσκολες», το πιο προφητικό τραγούδι του. Γίνεται παρεξήγηση, λογόφερα με ένα χωροφύλακα, πληρώνω το λογαριασμό, φεύγω, πάω στο σπίτι μου και στις 11 το βράδυ, έρχονται, με συλλαμβάνουν και με πάνε στη Χωροφυλακή.

Έτσι γινόταν τότε;
Έτσι γινόταν. Με κρατάνε 15 μέρες και μετά με καράβι, συνοδεία χωροφύλακα και με την κατηγορία «εξύβριση κατά της αρχής», με στέλνουν στις  Σωφρονιστικές Φυλακές Ανηλίκων. Ήταν πια 20 Φεβρουαρίου 1968. Είχα συγκρατούμενους  ανήλικους πολλούς, γνωστούς σήμερα Έλληνες.

Στα 17 του χρόνια, λίγο πριν η χούντα τον κλείσει στις φυλακές  για μια παραγγελιά

Στα 17 του χρόνια, λίγο πριν η χούντα τον κλείσει στις φυλακές για μια παραγγελιά


Τι έγινε μετά, σας στήριξε κανείς;
Η μητέρα μου ήρθε στην Αθήνα για μένα, τ΄ αδέλφια της ήταν ο Πάνος Βελδέκης, που είχε την αλευροβιομηχανία, κι ο άλλος γιατρός παθολόγος , αργότερα διευθυντής στο ΙΚΑ Πειραιά. Τότε οι θείοι μου έβαλαν δύο δικηγόρους για την υπεράσπισή μου, τον Ζαχαρόπουλο και τον Καλέ, από τους δυνατούς εκείνης της εποχής. Πέρασα Στρατοδικείο στις 6 Απριλίου. Με δίκασε ο βασιλικός επίτροπος, ο εισαγγελέας όπως λέγεται σήμερα, που δίκασε λίγους μήνες αργότερα τον Αλέκο Παναγούλη, για την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Μου απήγγειλε κατηγορίες και μου τόνισε κατά λέξη ότι «ο πατέρας μου είναι επικίνδυνος κομμουνιστής». Εκείνη ακριβώς τη στιγμή στην αίθουσα μπήκε ο πατέρας μου που είχε μάθει  για το Στρατοδικείο.  Ζήτησε το λόγο, του λέει ο βασιλικός επίτροπος «εσείς ποιος είστε;», κι απάντησε «ο πατέρας του Δημήτρη. Πώς είμαι επικίνδυνος κομμουνιστής όταν αυτή τη στιγμή στη δουλειά μου εκτελώ δύο Λιμενικά έργα, το ένα στην Αστυπάλαια, το άλλο στο Διαφάνι Καρπάθου;»... Ο βασιλικός επίτροπος πρότεινε αμέσως  ποινή φυλάκισης 6 μηνών με ένα χρόνο αναστολή. Σε λίγο όμως έγινε  κάτι που σκλήρυνε τη στάση των στρατοδικών. Στην ίδια αίθουσα η Χούντα δίκαζε το Γιάννη Ζίγδη.

Παρακολουθήσατε τη δίκη του Ζίγδη, τι είπε;
Ο Ζίγδης ήταν επιθετικός στην απολογία του και οι στρατοδίκες του είπαν «εμείς θα κυβερνήσουμε 50 χρόνια να φτιάξουμε την Ελλάδα». Ο Ζίγδης τους απάντησε «κι εγώ θα ζήσω μέχρι τα 100 για να σας θάψω». Προκλήθηκε σάλος, οι στρατοδίκες ζήτησαν τότε τη διακοπή της δίκης, αποσύρθηκαν και όταν γύρισαν έβγαλαν νέες αποφάσεις, πιο σκληρές. Οι 6 μήνες οι δικές μου, έγιναν 1 χρόνος φυλακή. Οι δικηγόροι μου άσκησαν έφεση. Οδηγήθηκα στις φυλακές και ένα μήνα μετά εκδικάστηκε η έφεσή μου. Η Χούντα εκείνες τις μέρες  είχε δώσει χάρη σε πολιτικούς κρατούμενους όπως ήταν ο Γιώργος Λαμπριανός που κρατείτο στις φυλακές Κορυδαλλού, αλλά  και ο Γιάννης  Ζίγδης και πολλοί ακόμα και το καναν αυτό για να εξευμενίσουν τον κόσμο, το λαό. Οι δικηγόροι μου ζήτησαν να δοθεί χάρη και σε μένα. Κι όμως, σε μένα χάρη δεν έδωσαν.

Τι ποινή εκτίσατε;
Συνέχισε η φυλάκισή μου και στους 10 μήνες μου λέει ο διευθυντής των φυλακών, να κάνω μια αίτηση για να μεταφερθώ στις αγροτικές φυλακές Κασσαβέτειας, να εργασθώ ώστε οι δύο μήνες που απέμεναν να γίνουν ένας.  Έτσι κι έγινε. Ανήμερα Πρωτοχρονιά του 1969 βγήκα από τη φυλακή, χωρίς να το ξέρει κανείς ότι έβγαινα εκείνη την ημέρα.

Σα βγω απ’ αυτή τη φυλακή...
Βρήκα τη στάση του λεωφορείου, κι έψαξα και βρήκα τους συγγενείς μου, κρατώντας μια τσάντα με μια αλλαξιά ρούχα στο χέρι.

Ήσασταν συγκρατούμενος του Μίκη Θεοδωράκη, και νοσηλευόσασταν στο νοσοκομείο της φυλακής όταν  φέρανε αιμόφυρτο τον Αλέκο Παναγούλη, μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να σκοτώσει το δικτάτορα Παπαδόπουλο. Κι ήσασταν 18 χρονών παιδί!
Ο Μίκης Θεοδωράκης βρισκόταν πάλι στις φυλακές εκείνο το διάστημα και μάλιστα άρρωστος με πνευμονία. Νοσηλευόταν στο νοσοκομείο των φυλακών. Εγώ κρατούμενος στις φυλακές ανηλίκων Βουλιαγμένης, ένα μεσημέρι αμέσως μετά το φαγητό, αισθάνθηκα αδιαθεσία, έκανα εμετούς… Ήταν 14 Αυγούστου,  στις 14:30 με πάνε στο νοσοκομείο κρατουμένων, παραμιλούσα, είχα 41 πυρετό. Ήρθε από πάνω μου ο Μίκης Θεοδωράκης, ήρθε να δει τι έχει το παιδί. Τον σέβονταν και τον αγαπούσαν όλοι στο νοσοκομείο της φυλακής, κι αυτοί που ανήκαν στην αριστερά, κι αυτοί που δεν ανήκαν. Κι ό,τι μπορούσε έκανε για μας, κι οι συμβουλές που μας έδινε ήταν πολύτιμες.

Τι τον θυμάστε να λέει;
Έλεγε «κουράγιο κι υπομονή, θα το ξεπεράσουμε, δεν τους εξέλεξε ο ελληνικός λαός. ..».Κι ήταν στο νοσοκομείο κρατουμένων κι ο Ηλίας Ηλιού και πολλοί ακόμη.

Τον Αλέκο Παναγούλη τον είδατε όταν τον μετέφεραν;
Μπήκα στο νοσοκομείο των φυλακών στις 14 Αυγούστου και ο Παναγούλης είχε κάνει την απόπειρα στις 13 Αυγούστου. Τον έπιασαν, τον κράτησαν και στις 17 ή 18 Αυγούστου το φέρανε, σε άθλια κατάσταση. Τον έφεραν με φορείο και τον έβαλαν σε ξεχωριστό δωμάτιο. Συζητούσαν το όνομά του οι κρατούμενοι σ΄ όλη τη φυλακή ότι ο Παναγούλης είναι  εδώ!

Το Μίκη Θεοδωράκη τον συναντήσατε τα επόμενα χρόνια, τι είπατε για τότε;
Το 1978, κι ενώ βρισκόμουν στα Πηγάδια Καρπάθου όπου έκανα ένα λιμενικό έργο, από το καράβι κατέβηκε για να περπατήσει μέχρι να ξαναφύγει με προορισμό τη Ρόδο, ο Μίκης Θεοδωράκης. Κατέβηκαν μαζί με τη Μαρία Φαραντούρη, κι έρχονταν στη Ρόδο για συναυλία. Με βλέπει, αγκαλιαστήκαμε, λέει «πω, πω, Μαρία, ξέρεις ποιος είναι αυτός; Συγκρατούμενός μου. Όταν το  φέρανε στο νοσοκομείο παραμιλούσε από τον πυρετό, κι έλεγε «φέρτε μου τις κόκκινες φανέλες…». Έβαλε τότε τα γέλια και η Φαραντούρη, κι εγώ έπρεπε πια να δώσω την απάντηση. «Μίκη, τις κόκκινες φανέλες τις εζητούσα μέσα στο παραμιλητό μου γιατί έπαιζα ποδόσφαιρο με τη φανέλα του Διαγόρα, μέχρι να μπω στη φυλακή»… Γέλασε ακόμα πιο δυνατά ο Μίκης. «Έτσι Δημήτρη, έ…»… Είχα γίνει πια τότε εμπειροτέχνης εργολάβος Δημοσίων Έργων. Έγινα ο πρώτος εργολάβος που χρησιμοποίησε έτοιμο μπετόν στο λιμάνι του Μανδρακίου, κι έκανα πολλές οικοδομές σε όλη τη Δωδεκάνησο, από το Καστελλόριζο μέχρι την Αστυπάλαια.

Για τους σημερινούς αριστερούς τι λέτε, έγιναν κυβέρνηση.
Ό,τι δεν πέτυχε ο Χίτλερ με το Γ΄ Ράιχ το πέτυχε η Μέρκελ με το 4ο Ράιχ. Δεν είμαι φανατισμένος με τίποτα, όλα τα κόμματα έκαναν τα λάθη τους. Αλλά έκανε και ο λαός, όλοι μας. Θα σου πω ένα αστείο που δεν είναι και τόσο αστείο. Μια μέρα, συναντήθηκαν σ΄ ένα καφενείο τρείς κυνηγοί: ένας Γερμανός, ένας Άγγλος, κι ένας Έλληνας, κι είχαν δίπλα τους και τα κυνηγόσκυλά τους. Άρχισαν να πίνουν καραφάκια που παρήγγειλε ο Έλληνας ο οποίος καυχιόταν για την εξυπνάδα του σκύλου του. Τους πρότεινε μάλιστα να βάλουν στοίχημα τίνος το κυνηγόσκυλο ήταν πιο έξυπνο και όποιος χάσει να πληρώσει το λογαριασμό. Λέει ο Άγγλος στο σκύλο του «πήγαινε φέρε μας το μεζέ από το σπίτι». Ο σκύλος του τον φέρνει.

Παραγγέλνουν άλλο ένα καραφάκι. Λέει ο Γερμανός στο δικό του «πήγαινε φέρε μου τα φάρμακα της καρδιάς μου  γιατί δεν αισθάνομαι καλά». Πάει ο σκύλος του τα φέρνει. Έρχεται η σειρά του Έλληνα, βγάζει από τη τσέπη του 50 ευρώ, τα βάζει στο στόμα του σκύλου του και του λέει: «πήγαινε, πάρε μου ένα πακέτο τσιγάρα γιατί έχω ένα τελευταίο, πάρε μου και τη «Ροδιακή», και μη σε γελάσουνε στα ρέστα…»! Ακούνε τα λόγια αυτά παραξενεύονται οι άλλοι δύο. Ο σκύλος του Έλληνα αργεί, οι άλλοι δύο αρχίζουν να διαμαρτύρονται,  ο Έλληνας τους λέει ας πάρουμε άλλο ένα καραφάκι, εγώ θα τα πληρώσω που φαίνεται ότι χάνω, ο σκύλος μου αργεί για να με προφυλάξει να μην καπνίζω παραπάνω. Η ώρα περνά και πάνε προς το περίπτερο να δουν τι γίνεται. Στα μισά, βλέπουν του Έλληνα το σκύλο με μία σκύλα και κάναν έρωτα και πετάγεται και λέει ο Έλληνας «ρε, τον αλήτη όποτε του δώσω λεφτά στα γκομενάκια πάει». Και πλήρωσε το λογαριασμό. Αυτό δεν κάνει στην ουσία;