Ο Μιμάκος με τη χρυσή καρδιά!

Χρόνια ακούω για το Μιμάκο! Για τις προσφορές του, για τα τραπεζώματα, για το φαγητό και τη φιλοξενία που προσφέρει σε συλλόγους και σωματεία, σε οικογένειες που το έχουν ανάγκη, σε όλους όσους καλεί στο μαγαζί του, σ΄ εκείνη την ταβέρνα στην άκρη του πουθενά όπου σε πείσμα της λογικής λειτούργησε την επιχείρησή του.

Κι αντί να κλείσει μεγάλωσε, κι αντί να ψάχνει πελάτες έγινε δυνατός και βοηθάει τους αδύνατους.

Τετάρτη βράδυ, ανοιχτός και το χειμώνα, ο Μίμης Παπαγεωργίου, μου δείχνει τις εικόνες πίσω του που τον προστατεύουν και του δίνουν δύναμη και βλέπω τις πλακέτες που του έχουν προσφέρει όσοι έχουν ωφεληθεί από την φιλοσοφία και την προσφορά του.

Με τα τραγούδια του Ρέμου να παίζουν, ο Μιμάκος πότε με χαμόγελα, πότε βουρκωμένος, τιμά τη μάνα του που του έδωσε την ευχή της και δηλώνει πως μόνο η αγάπη σε κάνει πλούσιο. 

Μαθαίνω ότι σας αγαπάει όλος ο κόσμος ότι προσφέρετε στους πάντες. Τι γίνεται μ΄ εσάς, γιατί το κάνετε;
Όχι για να ακούσω ευχαριστώ πάντως. Για να γεμίσει η ψυχούλα μου. Νιώθεις ωραία, δίνεις και παίρνεις. Όταν δίνεις, παίρνεις. Και θα στο ξαναπώ ότι σ΄ αυτή τη ζωή όλα εδώ μένουνε.

Το έχετε φιλοσοφήσει δηλαδή.
Έχω φιλοσοφήσει ότι σ΄ αυτή τη ζωή δεν θα χορτάσουμε ποτέ. Ο άνθρωπος όσο πιο πολλά έχει τόσο πιο πολλά ζητά. Έχω χτίσει ένα όνομα, με τη βοήθεια του κόσμου, δόξα τω Θεώ πάμε καλά, μου δίνουν και δίνω.

Κάνετε μεγάλες προσφορές, συνέχεια!
Αγάπης. Θέλω να βοηθήσω πολύ και τα Σωματεία. Οι άνθρωποι που ασχολούνται μ΄ αυτά το κάνουν αφιλοκερδώς και περιμένουν κι αυτοί από  ανθρώπους που έχουν χτίσει ένα όνομα στη Ρόδο, να ανταποκριθούν. Εγώ απλά ανταποκρίνομαι.
 


Σε αιμοδότες, σε φιλόπτωχα, σε αθλητικά και ποδοσφαιρικά σωματεία, στο γηροκομείο, σε γυναικείες οργανώσεις, σε οικογένειες, σε μεμονωμένους! Πολλοί δεν είναι;
Όλοι οι καλοί χωράνε στο μαγαζί μου. Για εμένα αυτό που κάνω είναι ανάγκη. Βλέπω παιδάκια  που τα έχω φωνάξει να φάνε με την οικογένειά τους στην ταβέρνα μου και μου ΄ρχεται να πάω να τα φιλήσω που είναι εδώ και ήρθαν στο μαγαζί μου. Εγώ τους προσφέρω το φαγητό, κι αυτά το χαμόγελο. Το χαμόγελο αυτών των παιδιών αξίζει πολλά περισσότερα, δεν αγοράζεται με χρήματα αυτό το χαμόγελο που προσφέρουν.

Μιλήστε μου για εσάς, ποιος είναι ο Μιμάκος;
Είμαι Έλληνας, τιμώ την πατρίδα μου, τη θρησκεία μου, την οικογένειά μου, καμία σχέση αυτό με τους συνειρμούς που μπορεί να κάνει κανείς, μ΄ αυτές τις τρείς λέξεις. Είναι η ουσία της ζωής αυτές. Είμαι κοντά στο Χριστό και στην Παναγιά και πιστεύω πως όταν δίνει το δεξί χέρι δεν πρέπει να το ξέρει το αριστερό.

Δεν μένουν όμως κρυφά όταν είναι τόσα πολλά!
Ευχαριστώ την οικογένειά μου που δεν μου στέρησε ποτέ αγάπη ώστε κι εγώ να έχω αγάπη για όλο τον κόσμο. Όλα από την οικογένεια ξεκινούν, από το σπίτι. Αν είσαι καλά με τη γυναίκα σου τότε και τα παιδιά σου θα είναι καλά και μ΄ όλο τον κόσμο θα είσαι καλά, αλλά πάντα με Χριστό και Παναγιά. Νομίζω ότι όλα ξεκίνησαν από τους Ροδίτες που με στήριξαν και με στηρίζουν και μ΄ έκαναν δυνατό για να μπορώ κι εγώ να βοηθήσω τους αδύνατους. Είμαι ανοιχτός χειμώνα- καλοκαίρι γιατί θέλω να προσφέρω και στα παιδιά που έχω κοντά μου χρόνια ένα μεροκάματο, να μην τους το στερήσω. Και τον κόσμο θέλω να κεράσω ένα γλυκό, ένα ποτό, αισθάνομαι υπέροχα όταν το κάνω. Τώρα βέβαια που το σκέφτομαι μπορεί να μου ΄μεινε με το κέρασμα, κι από τότε που ήμουνα παιδάκι και δούλευα σερβιτοράκι,  σ΄ ένα μαγαζί. Ήθελα να κεράσω και κέρασα τέσσερα ποτηράκια ούζο. Και τ΄ αφεντικό μ΄ έβαλε και τα πλήρωσα.
 


Ξεκινήσατε μικρό παιδάκι…
Ξεκίνησα από σερβιτόρος, και με τη δύναμη του Χριστού και της Παναγίας και την ευχή της μάνας μου, που η ευχή της μάνας σχίζει βουνά.  Έτσι έγινε και ο Μιμάκος, με την ευχή της μάνας μου, της Μαριάνθης. Τίμα τους γονείς, λέει, τίμα τη μάνα σου και τον πατέρα σου. Αυτές είναι οι αρχές μας, αυτά είναι τα ιδανικά μας. Με την ευχή της μάνας έγιναν όλα. Όταν ήρθα εγώ εδώ ήταν βουνό. Στην άκρη του πουθενά. Θα μπορούσα και να πεινάσω, και να το κλείσω. Ήτανε τρέλα που έχτισα εδώ. Κι ήρθε η μάνα μου και μου λέει «παιδί μου, με την ευχή μου»… Σείστηκε το βουνό, κι έγινε ο «Μιμάκος». 

Δουλεύετε με γκρουπ, με τουρίστες, δουλεύετε με Έλληνες…
Ο Ελληνάρας είναι ο καλύτερος πελάτης. Αλλά να μην τον κοροϊδέψεις. Τον κορόιδεψες, τον έχασες. Και θα βγει έξω, και θέλει να δει το τραπέζι του γεμάτο, κι ας μην τα φάει. Έτσι είναι οι Έλληνες.

Και είστε κι ένας ζωντανός άνθρωπος, ο πρώτος που κάνει  το κέφι στο μαγαζί.
Λέω στα παιδιά μου και στους γονείς μου και σ΄ όλο τον κόσμο ότι αν η κεφαλή, εγώ δηλαδή, είμαι καλά και τα παρακλάδια θα ΄ναι καλά. Και όλοι θα ΄ναι καλά αν είναι καλά η κεφαλή, ο κορμός. Εύχομαι σ΄ όλο τον κόσμο να ΄χει ΥΓΕΙΑ και ΑΓΑΠΗ. Τίποτα άλλο δεν χρειάζεται ο άνθρωπος για να ΄ναι καλά.