Ο Νάρθηξ ο κοινός (Ferula communis) είναι φυτό κοινώς γνωστό, ως: νάρτηκας, άρτηκας κλπ. και ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδιοφόρων (Umbelliferae). Πρόκειται για οικογένεια Αγγειοσπέρμων, Δικοτυληδόνων φυτών, στην οποίαν ανήκουν μεταξύ άλλων και τα εξής: το σέλινο, ο μαϊντανός, το καρότο, ο άνηθος, το μάραθο, το κύμινο και άλλα.

Το γένος Φέρουλα (Ferula) περιλαμβάνει περί τα εβδομήντα είδη, διαδεδομένα από τις περιοχές της Κεντρικής Ασίας, έως τις γύρω από την Μεσόγειο Θάλασσα χώρες. Τα είδη αυτά είναι συνήθως αρωματικά, τα οποία φέρουν μη ξυλώδεις βλαστούς, έχουν λεπτά φύλλα και μεγάλα, κυκλικού σχήματος, λευκοπράσινα ή κίτρινα άνθη.

Ορισμένα από τα φυτά αυτά, λόγω της μορφής, του σχήματος και των ανθέων των καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά. Ευδοκιμούν σε εδάφη, τα οποία στραγγίζουν καλώς, προτιμούν μέρη ζεστά και ηλιόλουστα, είναι ευαίσθητα στο κρύο του χειμώνα, αποθνήσκουν στην αρχή του θέρους και μετά την ωρίμανση των καρπών των.

Το καλοκαίρι είναι ξηρά και φυτρώνουν στις αρχές του φθινοπώρου. Οι μικροί, τρυφεροί βλαστοί των υποφέρουν από τα σαλιγκάρια, τα οποία τους τρώγουν.
Ο Νάρθηξ ο κοινός (Ferula communis) είναι ένα μεγάλο, δυνατό, εντυπωσιακό φυτό, με κυλινδρικού σχήματος κορμό (ύψους 2,5-4,00 μ. περίπου). Ο κορμός αρχικά είναι μαλακός, αργότερα όμως στερεοποιείται και όταν ξηρανθεί, σχηματίζει ένα ελαφρύ, αλλά στερεό στέλεχος. Εκατέρωθεν του κορμού φύονται αντιθετικά και κατ’ εναλλαγήν οι κλάδοι, οι οποίοι φέρουν φύλλα λεπτά, όμοια με εκείνα του μάραθου και του άνηθου.

Το φυτό ανθίζει κατά την άνοιξη (Απρίλιο-Μάιο), τα άνθη του φέρουν σχήμα κυκλικό, είναι χρώματος κιτρίνου, γι’ αυτό φέρει και την ονομασία «χιλιάνθος», λόγω του υπερβολικά μεγάλου αριθμού των ανθέων αυτού. Οι καρποί φέρουν μικρά σπέρματα, μέσω των οποίων πολλαπλασιάζεται.

Ο Νάρθηξ ο κοινώς (Ferula communis) απαντά ως αυτοφυής σε όλη την Ελλάδα και τις παραμεσόγειες χώρες. Στην Ρόδο, τον συναντάμε σε πολλά μέρη και ιδιαίτερα στον Προφήτη Ηλία, στον λόφο της Φιλερήμου κ.ά.

Το φυτό είναι γνωστό στους ανθρώπους από την αρχαιότητα και με αυτό σχετίζονται πολλοί μύθοι και παραδόσεις. Επίσης έχει φαρμακευτικές ιδιότητες και εχρησιμοποιείτο μέχρι πρόσφατα στην θεραπευτική και ειδικότερα στην τραυματιολογία (ανάταξη τραυμάτων- σπασίματα των άκρων- τοποθέτηση στον νάρθηκα).

Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, αρχικά υπήρχε ο Προμηθεύς, καταγόμενος από το αρχαίο γένος των Τιτάνων. Ο Δίας κατόρθωσε να εκθρονίσει τους Τιτάνες και να κυριαρχήσει ο ίδιος, μαζί με τους άλλους ένδεκα Θεούς του Ολύμπου.

Ο Προμηθέας, έξυπνος και εφευρετικός, εδίδαξε στους ανθρώπους την Αρχιτεκτονική, δηλαδή την τέχνη να κατασκευάζουν κατοικίες και την γεωργία. Ζηλότυπα παρακολουθούσε ο Δίας από ψηλά και αποφάσισε, να στερήσει τους ανθρώπους από το «θείον πυρ», την ιερή φωτιά, προνόμιο μεγάλο των θεών του Ολύμπου.

Ο έξυπνος Προμηθέας κατόρθωσε όμως, χρησιμοποιώντας ένα στέλεχος από νάρθηκα, να κλέψει την φωτιά από το εργαστήριο του θεού Ήφαιστου και να την φέρει στους ανθρώπους, γεγονός υψίστης σημασίας γα τον πολιτισμό. Οργισμένος ο Δίας ετιμώρησε τον Προμηθέα, προσδένοντάς τον σε βράχο του όρους Καύκασος. Ένας αετός καθημερινώς κατέτρωγε το συκώτι του Προμηθέα, το οποίο ανεγεννάτο, για να γίνει και πάλι τροφή του αρπακτικού πτηνού. Αυτό συνέβαινε, έως ότου ο Κένταυρος Χείρων απελευθέρωσε τον Προμηθέα.

Πράγματι η εντεριώνη, που βρίσκεται στο εσωτερικό του στελέχους του νάρθηκα καίγεται αργά, χωρίς να κάψει το εξωτερικό περίβλημα και αυτό το διεπίστωσαν οι άνθρωποι από πολύ παλαιά και το εχρησιμοποίουν για την διατήρηση ή την μεταφορά της φωτιάς.

Ο νάρθηκας ήτο επίσης αφιερωμένος στον Θεό της αμπέλου και του οίνου, τον Διόνυσο. Οι πιστοί του, κατασκεύαζαν ραβδιά από νάρθηκα, στην άκρη των οποίων εστερέωναν μια κουκουνάρα. Έτσι εσχηματίζετο ο λεγόμενος «Θύρσος». Φέροντες τον θύρσον, προσήρχοντο στο Ιερό του Διονύσου, για να λάβουν μέρος στις θυσίες και τις εορταστικές εκδηλώσεις. Το ραβδί από νάρθηκα είναι στερεό, ελαφρύ, στηρίζει, όμως εάν ο μεθυσμένος το χρησιμοποιήσει, δεν μπορεί να βλάψει τον συνάνθρωπό του.

Ο πρόναος των χριστιανικών ναών καλείται επίσης «Νάρθηξ, ο», χώρος προορισμένος αρχικά για τους αβαπτίστους, κατηχουμένους και τους μετανοούντας. Η ονομασία αυτού προέρχεται από το γεγονός, ότι κατά το σχήμα είναι όμοιος με μικρά κιβωτίδια από ξύλο νάρθηκα. Αυτά τα εχρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι, για να φυλάσσουν εντός αυτών τα κοσμήματά των οι γυναίκες.

Κατά τον 6ον αι.μ.Χ., επί του αυτοκράτορος Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.), Μοναχοί-σύμφωνα με την παράδοση- μετέφεραν σε κοίλους κορμούς νάρθηκα, που εχρησιμοποίησαν δήθεν ως ραβδιά, σπόρους μεταξοσκώληκος από την Κίνα στην Κωνσταντινούπολη και έτσι διεδόθη η παραγωγή μεταξιού και στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Πρακτικοί και Ακαδημαϊκοί ιατροί επί χιλιετηρίδες και μέχρι τελευταία, εχρησιμοποίουν ράβδους νάρθηκα ή σανίδες από αυτούς, για την ανάταξη καταγμάτων, επειδή το ξύλο του νάρθηκα είναι στερεό και ελαφρύ.

Το ξύλο του νάρθηκα χρησιμεύει επίσης για την κατασκευή μικρών καθισμάτων. Πρόκειται για τα συνήθως λεγόμενα «σκαμνιά», μικρά, ελαφρά και στέρεα.

Οι αρχαίοι συγγραφείς μνημονεύουν συχνά τον νάρθηκα. Ο Θεόφραστος αναφέρει σχετικά: «Ξύλον μεν εξ ινός και υγρού και ένια σαρκός• ξυλούται γαρ σκληρυνομένη, οίον εν τοις φοίνιξι και νάρθηξι και ει τι άλλο εκξυλούται».
(Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1, 2, 7).

Ο αυτός συγγραφέας αλλαχού γράφει: «Το δε ναρθηκώδες και γαρ και τούτο των φρυγανικών, πολλάς περιείληψεν ιδέας... ο μεν γαρ νάρθηξ γίνεται μέγας σφόδρα, η δε ναρθηκία μικρά. Μονόκαυλα δ’ άμφω και γυνατώδη, αφ’ ων τα τε φύλλα βλαστάνει και καυλοί τινες μικροί• βλαστάνει δε παραλλάξ τα φύλλα•

λέγω δε παραλλάξ, ότι ουκ εκ του αυτού μέρους των γονάτων, αλλ’ εναλλάξ περιειληφότα δε τον καυλόν επί πολύ, καθάπερ τα του καλάμου, πλην αποκεκλιμένα ταύτα μάλλον διά την μαλακότητα και το μέγεθος• μέγα γαρ το φύλλον και μαλακόν και πολυσχιδές, ώστε είναι σχεδόν τριχώδες• έχει δε μέγιστα τα κάτω προς την γην και αεί κατά λόγον.

ʼνθος δε μηλινοειδές αμαυρόν, καρπόν δε παρόμοιον τω ανήθω, πλην μείζω. Εξ άκρου δε σχίζεται και έχει τινάς ου μεγάλους καυλούς• ενταύθα δε τότε άνθος και ο καρπός. Έχει δε και άνθος και καρπόν και εν τοις παρακαυλίζουσι δι’ όλου, καθάπερ το άνηθον.

Επετειόκαυλον δε και η βλάστησις του ήρος πρώτον μεν των φύλλων, έπειτα του καυλού, καθάπερ των άλλων. Ρίζαν δε έχει βαθείαν, έστι δε μονόρριζον. Ο μεν ουν νάρθηξ τοιουτός (εστιν)». (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 6, 2, 9).

Εκπλήσσει πράγματι τον σημερινόν αναγνώστη η λεπτομερής και ακριβής περιγραφή του φυτού και των μερών του νάρθηκος υπό του Θεοφράστου του Ερεσίου, διαπρεπούς μαθητού του Αριστοτέλους του Σταγειρίτου και συστηματικού βοτανολόγου.

Ο Διοσκουρίδης αναφέρεται στον νάρθηκα γράφων: «Κόστου, διαφέρει ο Αραβικός, λευκός ων και κούφος,... δευτερεύει δε ο Ινδικός, αδρός ων και μέλας και κούφος, ως νάρθηξ». (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 1, 16, 1).

Ο αυτός συγγραφέας αλλού σημειώνει: «Νάρθηκος χλωρού η εντεριώνη πινομένη αιμοπτυϊκούς και κοιλιακούς ωφελεί και εχιοδήκτοις δίδοται συν οίνω και τας εκ ρινών αιμορραγίας επέχει λεία εντεθείσα. Το δε σπέρμα στροφουμένους πινόμενον ωφελεί και ιδρώτας κινεί συγχριόμενον μετ’ ελαίου. Οι δε καυλοί βρωθέντες κεφαλαλγείς εισι. Ταριχεύεται δε και εις τας αλμεύσεις». (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 77).

Και αλλού: «Νάρθηξ• Ρωμαίοι φέρουλαμ». (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 77 R.V.).

Κάτω από τα φυτά του νάρθηκα αναπτύσσονται συνήθως μετρίου μεγέθους, λευκού χρώματος και πολύ νόστιμοι, εδώδιμοι μύκητες (μανιτάρια), οι λεγόμενοι «αρτηκίτες»). Ειδικότερα στην Κρήτη θεωρούνται ως ένα από τα εκλεκτότερα είδη μανιταριών.

*Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολανάκης
Έφορος αρχαιοτήτων ε.τ.