Οι Ροδίτες μετανάστες της Αμερικής

Οι Ροδίτες μετανάστες της Αμερικής

Οι Ροδίτες μετανάστες της Αμερικής

Pοδούλα Λουλουδάκη

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 3976 ΦΟΡΕΣ

Το ταξίδι χιλιάδων μεταναστών στα δύο βασικά ρεύματα μετανάστευσης του '20 και του '60 μέσα από τα μάτια της Βασιλείας Κούρτη-Καζούλλη.

«Η ξενιτιά κι η ορφανιά Κι η πίκρα του θανάτου Στη ζυγαριά τα βάλασειν Κι η ξενιτιά βαριά το» Ροδίτικο Πάντα είχα την περιέργεια να μάθω πώς μικρά παιδιά έφευγαν, κατά δεκάδες, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα από τα χωριά τους στη Ρόδο κι έφταναν στο «Νέο Κόσμο», να κυνηγήσουν τ΄ όνειρό τους… Τί δυσκολίες βρίσκει ένα παιδί 14 χρόνων, από το Ασκληπιό, που δηλώνει 18 για να το πάρουν στο καράβι «Μεγάλη Ελλάς» και από εκεί να ριχτεί, σε άγριες συνθήκες δουλειάς με λιγοστό μεροκάματο, αλλά σίγουρα καλύτερο απ΄ αυτό που θα έβγαζε στο χωριό του; Η Βασιλεία Κούρτη-Καζούλλη, επίκουρη καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, είναι κι αυτή μετανάστρια, δεύτερης γενιάς και δεύτερης φοράς, αφού έφυγε από τη Ρόδο στη δεκαετία του ΄60, μωρό 18 μηνών, μαζί με την οικογένειά της και ξαναγύρισε το 1980. Σ΄ αυτό το δεύτερο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Αμερική οι συνθήκες ήταν απείρως καλύτερες. Γι αυτό αποφάσισε να ασχοληθεί με τον Νικόλα Αβδελλά από το Ασκληπιό, στο υπό έκδοση βιβλίο της. Γιατί αντιπροσωπεύει όλη την εποχή του πρώτου ρεύματος μετανάστευσης προς την Αμερική… Τη συνάντησα στο γραφείο της, του Πανεπιστημίου Αιγαίου, βράδυ που ανάβουν τα φώτα της πόλης και το λιμάνι απ΄ όπου έφυγε μακριά, είναι πια καθημερινά στο οπτικό της πεδίο. Γιατί γράφετε ένα βιβλίο για τη μετανάστευση ενώ δεν είναι το γνωστικό σας αντικείμενο; Το γνωστικό μου αντικείμενο είναι η διγλωσσία και η μάθηση σε ηλεκτρονικά περιβάλλοντα, δηλαδή η διδασκαλία της ελληνικής, ως δεύτερης γλώσσας, σε σχέση με συγκεκριμένες ομάδες ατόμων όπως οι αλλοδαποί και οι παλιννοστούντες μαθητές στα ελληνικά σχολεία όπου η ελληνική γλώσσα είναι η δεύτερη γλώσσα. Όμως, για παράδειγμα, στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών» συνεργάζομαι με μία ομάδα στο πανεπιστήμιο της Κρήτης και θα δημιουργήσουμε ένα ηλεκτρονικό δίκτυο μάθησης για όλα τα σχολεία της διασποράς. Έμμεσα επομένως εμπλέκομαι. Γράφω ένα βιβλίο για ένα πρόσωπο, τον Νικόλα Αβδελλά που έφυγε μετανάστης από το Ασκληπιό της Ρόδου για την Αμερική, με το οποίο ταυτίζομαι γιατί όταν ήμουν 18 μηνών με ταξίδεψαν στην Αμερική. Τώρα που ζω και πάλι στη Ρόδο βλέπω από το παράθυρο του γραφείου μου το Τελωνείο της Ρόδου, απ΄ όπου φύγαμε. Εκεί που βγήκε η φωτογραφία του αποχαιρετισμού. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ στη ζωή μου ότι μια μέρα θα επέστρεφα στη Ρόδο, θα ήμουν καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο και θα δίδασκα στους φοιτητές πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζουν και να διδάσκουν τους μετανάστες μαθητές. Παιδιά δηλαδή που έχουν την ίδια εμπειρία που είχα εγώ. Όλο αυτό με ενδιαφέρει επιστημονικά αλλά έχω και τα ανάλογα βιώματα. Είναι ένα κράμα από συναισθήματα και επιστημονικές γνώσεις. Πώς αντιμετώπιζαν τον ξενιτεμό των δικών τους ανθρώπων οι Ροδίτες; Ο μισεμός ήταν σαν θάνατος. Το προηγούμενο βράδυ γινόταν γλέντι όπου τραγουδούσαν τραγούδια που ήταν σαν μοιρολόγια. Τραγουδούσε ο πατέρας στο γιό που έφευγε: «παιδί μου στο ταξίδι σου θα κάνεις ένα μήνα | μέχρι να ξεμπαρκαριστείς εγώ θα ΄μαι στο μνήμα» Μετά όλο το χωριό μαζευόταν στην πλατεία, οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα κι ύστερα όλη η οικογένεια, μαζί με το φορτηγό, μεταφέρονταν στο λιμάνι το σημερινό Τελωνείο για να βγουν οι τελευταίες φωτογραφίες του αποχαιρετισμού. Είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότερες οικογενειακές φωτογραφίες των δεκαετιών του 1950-60, είναι φωτογραφίες αποχαιρετισμού στο λιμάνι. Προσωπικά, τι σας έκανε να περπατήσετε τόσο διερευνητικά τα μονοπάτια της μετανάστευσης; Όταν ήμουν 19 ετών, πρωτοετής φοιτήτρια φιλολογίας και γλωσσολογίας στην Αμερική, είχα την τύχη παράλληλα να είμαι βοηθός του Δημήτρη Κυριαζή, προέδρου του Τμήματος Κοινωνιολογίας-Ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο. Η μητέρα του ήταν από την Κατταβιά και ο πατέρας του από τα Κοσκινού. Είχε γράψει το βιβλίο «Τα παιδιά του Κολοσσού, οι Ροδίτες μετανάστες στην Αμερική». Ήμουν τέσσερα χρόνια βοηθός του. Ένα ολόκληρο καλοκαίρι το αφιέρωσα στο να παροτρύνω έναν μετανάστη από το Ασκληπιό, τον Νικόλαο Αβδελλά να μου γράψει την ιστορία της ζωής του. Κάθε μέρα πήγαινα στο σπίτι του, αυτός έγραφε μια σελίδα, εγώ σημείωνα τις απορίες μου και έτσι ξετυλιγόταν το νήμα της περιπετειώδους ζωής του. Γιατί επιλέξατε αυτόν; Επέλεξα το συγκεκριμένο άτομο, από τους εκατοντάδες Ροδίτες που είχα γνωρίσει στην Αμερική, γιατί πάντα στις συγκεντρώσεις των Ροδιτών οι δικές του αφηγήσεις ήταν γλαφυρές και είχαν αστείες περιγραφές. Όσο πιο μεγάλες ήταν οι αντιξοότητες που συναντούσε στην καθημερινή του ζωή τόσο πιο αστείος ήταν ο τρόπος που τις περιέγραφε. Ο δεύτερος λόγος που τον επέλεξα είναι για να φανεί η τεράστια αντίθεση μεταξύ των δύο μεγαλύτερων ρευμάτων μετανάστευσης. Αυτή της δεκαετίας του ΄20, στην οποία ανήκε εκείνος και του ΄60 στην οποία ανήκα εγώ. Ποια είναι τα ιδιαίτερα γνωρίσματα της μετανάστευσης στη δεκαετία του ΄20; Έχει ενδιαφέρον η δεκαετία του ΄20, τα χρόνια του «βρυχηθμού». Εποχή που χαρακτηριζόταν από το εύκολο χρήμα, την ξέφρενη διασκέδαση, την αλόγιστη σπατάλη, τις αγορές με πίστωση. Κάτι δεν μας θυμίζουν όλα αυτά; Ζούσαν σαν να μην υπήρχε αύριο. Μέχρι που ήρθε το Κραχ το 1929. Οι Ροδίτες λοιπόν που έφτασαν στην Αμερική από τα χωριά τους, τα οποία δεν είχαν ρεύμα και νερό, σε μια Αμερική όπου ήδη στη Νέα Υόρκη υπήρχαν ουρανοξύστες, αυτοκίνητα, τεχνολογία, έπαθαν ένα πολιτισμικό σοκ. Ποιοι μετανάστευαν εκείνα τα χρόνια; ʼντρες, από φτωχές οικογένειες, ηλικίας από 17 έως 30 ετών. Πήγαιναν σε πόλεις όπου βρίσκονταν ήδη συγγενείς τους και έκαναν δουλειές που δεν έκαναν οι άλλοι. Ήταν εργάτες μεταλλείων, βιομηχανικοί εργάτες και εργάτες σιδηροδρόμων. Το ταξίδι διαρκούσε 25 μέρες, ταξίδευαν στην τρίτη θέση κι όταν έφταναν στο λιμάνι τους οδηγούνταν στο νησάκι «Ellis Island», το «Καστιγγάρι» όπως το έλεγαν αυτοί, ακριβώς απέναντι από το ʼγαλμα της Ελευθερίας. Αυτό ήταν το καλωσόρισμα που τους γινόταν στον «Νέο Κόσμο». Εκεί περνούσαν από εξετάσεις ιατρικές και τότε κάποιους τους έστελναν πίσω. Ήταν μεγάλη η απογοήτευσή τους γιατί τις περισσότερες φορές δανείζονταν τα χρήματα για να φτάσουν μέχρι εκεί και είχαν όνειρα για τη συνέχεια. Ο… ήρωάς σας πώς έφτασε εκεί; Ήταν πολύ μικρός, μόλις 14 χρόνων και δήλωσε 18 για να μπορέσει να φύγει. Το καράβι που ταξίδεψε ο Αβδελλάς ήταν το «Μεγάλη Ελλάς». Πήγε με άλλους 100 Ροδίτες κυρίως από τα χωριά Κοσκινού, Κρεμαστή, Μαλώνα, Αφάντου, Παστίδα, Τριάντα, Βάτι, Ασκληπιό. Αυτό το ίδιο καράβι είχε και οκτώ Ροδίτισσες μέσα. Έπρεπε κάποιος να τους περιμένει στον προορισμό τους. Δήλωναν τη διεύθυνση όπου τους περίμεναν κι όταν έφταναν εκεί έμεναν όλοι μαζί, μπορεί και τριάντα άτομα στον ίδιο χώρο. Οι μετανάστες δηλαδή που είχαν τακτοποιηθεί, καλούσαν και τους συγγενείς τους, κυρίως στις πόλεις που είχαν δουλειά κι αυτές ήταν όπου υπήρχε η βιομηχανία σιδήρου η οποία άνθισε, λόγω του α΄ παγκοσμίου πολέμου που μόλις είχε τελειώσει. Τα εργοστάσια όπου δούλευαν οι Ροδίτες βρίσκονταν κυρίως στις ακτές του ποταμού Οχάιο. Οι συνθήκες εργασίας τους; Ήταν εξαντλητική η δουλειά. Σκληρά ωράρια, οι αποδοχές μικρές. Μετά τον β΄ παγκόσμιο πόλεμο όμως τα εργατικά συνδικάτα μετέτρεψαν τη βιομηχανία σιδήρου ως μία από τις καλύτερες βιομηχανίες, με τις καλύτερες πληρωμές. Εξ ου και η διαφορά στις συνθήκες και στις απολαβές μεταξύ των δύο ρευμάτων μετανάστευσης. Όμως όσο κι αν ήταν δύσκολα στην Αμερική, δυσκολότερα ήταν στα χωριά τους. Έφευγαν από εδώ χρεωμένοι, με λίγα υπάρχοντα και σιγά-σιγά άνοιγαν μαγαζιά, αγόραζαν αμάξια, κάποιοι κατετάγησαν στον αμερικανικό στρατό, άλλοι σπούδασαν κιόλας. Έστελναν χρήματα πίσω στην οικογένεια; Πάντα η κάρτα ή η επιστολή είχαν μέσα δολάρια. Πολλοί έγιναν και ευεργέτες στον τόπο τους, έστειλαν χρήματα με τα οποία φτιάχτηκαν σχολεία και εκκλησίες. Πολλοί γύρισαν πίσω νωρίς. Όταν γύρισαν ήταν καλοντυμένοι και περιζήτητοι γαμπροί, εξ ου και η προίκα που έπαιρναν. Μην ξεχνάτε ότι δεν υπήρχαν άντρες, οι κοπέλες τους περίμεναν να γυρίσουν για να παντρευτούν και είτε παρέμεναν πια στα χωριά τους είτε γύριζαν στην Αμερική μαζί μ΄ αυτές. Έφευγαν λοιπόν οι γαμπροί κι εκείνες έφτιαχναν δίστιχα που τα ταίριαζαν εκείνη στη στιγμή για να τραγουδήσουν τον καημό τους: «Μισεύει το πουλάκι μου και πάει σ΄ άλλα μέρη και στην καρδιά μου έβαλε το δίκοπο μαχαίρι Μισεύεις κι όλα τα πουλιά κλαίνε το μισεμό σου κλαίω κι εγώ αγάπη μου τον αποχωρισμό σου. Μισεύω φίλοι κλάψετε κι εσείς εχθροί χαρείτε κι εσείς γειτονοπούλες μου στα μαύρα φορεθείτε» Από το 1947 έως το 1965 παρατηρήθηκε το φαινόμενο να μεταναστεύει όλη η οικογένεια. Πολλές κοπέλες τις έστελναν με το ζόρι να παντρευτούν εκεί: «Μη με στέλνεις μάνα στην Αμερική θε να μαραζώσω, να πεθάνω εκεί Δολάρια δεν θέλω πώς να σου το ειπώ καλιά ψωμί κρεμμύδι κι αυτόνε 'πα αγαπώ» Όταν έφτασε η δική σας οικογένεια, τη δεκαετία του '60 τι βρήκε εκεί; Όταν πήγαμε εμείς ήταν ήδη οργανωμένες οι ελληνικές κοινότητες καθώς και οι συνθήκες στα σχολεία, ενώ οι εργάτες είχαν καλύτερα εισοδήματα. Μέχρι τότε έμεναν 30 άτομα σε ένα σπίτι. Στη δεκαετία του ΄60 δεν ήταν δύσκολο να βρεις δουλειά ως εργάτης και σε λίγα χρόνια να έχεις τόσα όσα για να ζεις πολύ καλά. Γι αυτό και το χαρακτηριστικό της δεκαετίας του ΄60 ήταν η ανέλιξη των Ελλήνων μεταναστών στη μεσαία τάξη της Αμερικής. Στράφηκαν σε επαγγέλματα που τους έφερναν χρήματα και τα παιδιά απέκτησαν υψηλό επίπεδο μόρφωσης γεγονός που τα ανέβασε κοινωνικά. Γι αυτό κι από τη δεύτερη γενιά πολλοί διακρίθηκαν ως επαγγελματίες, εκπαιδευτικοί, επιστήμονες, ακόμη και καλλιτέχνες. Ένας συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο ο George Καπέλας, που και ο μετανάστης πατέρας του και ο ίδιος, δούλευαν σε εργοστάσιο για να πληρώσουν τα δίδακτρά του, σήμερα το «Forbes Magazine» τον κατέγραψε ως έναν από τους 10 πιο ακριβοπληρωμένους στη Αμερική, στον κλάδο της Πληροφορικής. Αν σας ζητούσα να κάνετε έναν απολογισμό της ζωής σας στην ξενιτιά τι θα λέγατε; Εμείς ζήσαμε καλά χρόνια στην Αμερική. Επέστρεψα το 1980, λίγο αργότερα ένας- ένας επέστρεφαν οι δικοί. Σήμερα όλοι είναι εδώ. Όλες οι εμπειρίες στη ζωή μας, μας κάνουν πλουσιότερους. Και το ότι έζησα τη μετανάστευση, η πορεία μου αυτή δηλαδή, καθόρισε τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα. Έχω ευχάριστες αναμνήσεις από εκεί και από εδώ. Τελικά η πατρίδα και η ταυτότητά σου είναι αυτό που είσαι, αυτό που έχεις βιώσει κι αυτό που έχεις αποκομίσει από αυτό που λέγεται ζωή.

Διαβάστε ακόμη

Βασιλική Γέροντα: «Τα παραμύθια του Αρχαγγέλου δεν είναι απλές ιστορίες — είναι η ψυχή του τόπου μας»

Σταύρος Τσούβαλης: Ξεδιπλώνει το κοινό όραμα με τον δήμαρχο για μία Ρόδο πιο ανθρώπινη, σύγχρονη και λειτουργική

Τάσος Χατζηλιαμής: «Εκπληκτική η δυναμική της Ρόδου σε περιόδους κρίσης»

Γιάννης Παππάς: «Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει τη δουλειά της ανεπηρέαστη και στην ώρα της»

Μάνος Κόνσολας: «Το στοίχημα δεν είναι οι αφίξεις, αλλά τα έσοδα | Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από την ποσότητα στην αξία»

Κ. Πιερρακάκης: «Ισχυρότερο του αναμενομένου το πλεόνασμα»

Το όραμα του Κ. Πράπογλου για το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης

Σχολικός Εκφοβισμός: Τα σημάδια, τα λάθη των γονιών και η δύναμη της ενσυναίσθησης