Οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις μέσα από τη ματιά της πανεπιστημιακής ανάγνωσης
Rodiaki NewsRoom
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 406 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο Αγαπητός Ξάνθης
αρχιτέκτονας μηχανικός
Στο όγδοο κύκλο του πλαισίου συνεργασίας που υλοποιείται σε συνεργασία της σχολής ανθρωπιστικών επιστήμων του πανεπιστήμιου Αιγαίου και του Δήμου Ρόδου, υπήρξε εκτενή αναφορά στις «Ελληνοτουρκικές σχέσεις: αξιολογώντας το παρελθόν και το παρόν, προσβλέποντας το μέλλον» με την ομιλία του αναπληρωτή καθηγητή ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΤΣΑΚΩΝΑ, προέδρου Τμήματος Μεταπτυχιακών Σπουδών.
Οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις αποτελούν έναν από τους πυλώνες της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Από την πλευρά της Ελλάδας μπορεί να θεωρηθεί αφετηρία το 1974, ενώ από την πλευρά της Τουρκίας αυτές μπορούν να καταγραφούν ως πρόβλημα από το 1963 με τις μεταβολές που επιχείρησε ο κ. Μακάριος στην Μεγαλόνησο.
Αυτές διέτρεξαν πολλές φάσεις στην βάση της εξωτερικής ή και εσωτερικής εξισορρόπησης μεταξύ των δύο πλευρών. Πέρασαν από κρίσεις, από όρια ακραία απειλής, αλλά και από περιόδους ανάσχεσης και ηρεμίας.
Και όπως γράφεται στην διεθνή βιβλιογραφία αυτές μπορούν να περιγραφούν ως «ο μίτος της Αριάδνης» με την επίδειξη της αποτρεπτικής διάθεσης της Ελλάδος απέναντι στο γείτονα και όχι της προληπτικής. Έτσι το πέρασμα από την επίλυση των προβλημάτων των Ελληνοτουρκικών σχέσεων στην επιδίωξη ομαλοποίησης μετά το 2004 χωρίς συγκεκομμένο χρονικό ορίζοντα καθιστά τις σχέσεις σε μια ρευστότητα και αβεβαιότητα.
Αυτό επιτείνεται και από την αδυναμία της Ε.Ε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική λόγω γηγενών οικονομικο-πολιτικών καταστάσεων. Πράγματι εντός της δεκαετίας του ΄90, η Ευρώπη είχε το χαρακτήρα του «προμηθευτή ασφάλειας» και αυτό συνετέλεσε σε πολλά γεγονότα σταθερότητας στην περιοχή, όπως η ένταξη της Κύπρου στην αγκαλιά της Ευρώπης, σήμερα εμφανίζεται ένα κύμα «ευρωσκεπτικισμού» από την πλευρά της Αγκύρας και μια στάση άρνησης από μέλη της Ένωσης στο ενδεχόμενο της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στους κόλπους των Βρυξελών. Υπάρχει μια εγκράτεια, ένα πάγωμα στην ευρωπαϊκή μόχλευση της Τουρκίας.
Σήμερα η Τουρκία βλέπει την γειτονία της με διαφορετικό μάτι, το βλέμμα του περιφερικού ηγέτη, της ήπιας δύναμης που μπορεί να έχει διπλωματικές σχέσεις με την Ρωσία και το Ιράν, με την Λιβύη και την Συρία, να δείχνει το ισραηλιτικό μένος της αλλά παράλληλα να παίζει τον τοποτηρητή της ευρύτερης περιοχής της νοτιανατολικής Μεσογείου.
Διεκδικεί το διαμετακομιστικό κόμβο της ενέργειας προς την Δύση, τοποθετώντας την οικονομική διπλωματία ως βασικό στοιχείο της εξωτερικής της πολιτικής και προσβλέποντας την αύξηση του οθωμανικού τόξου επιρροής. Αυτό σκληραίνει την θέση της προς τους γείτονές της παρά τις εξαγγελίες για μηδενικά προβλήματα με τους όμορους της.
Σήμερα η Τουρκία είναι μία σοβαρή δύναμη ενισχυόμενη με τους μεγάλους ρυθμούς ανάπτυξης και μετέχοντας σε επιτελικές θέσεις σε παγκόσμιους οικονομικούς Οργανισμούς. Η Διεθνής Πολιτική Οικονομία σταδιακά έχει αντικαταστήσει τη γεωπολιτική και τις παραδοσιακές σχολές του ρεαλισμού.
Σ αυτό το νέο παγκόσμιο (οικονομικό) καθεστώς η Ελλάδα έρχεται «αδύναμη» και οικονομικά πληγωμένη, ενώ η Τουρκία δείχνει στοιχεία δυναμικής και επιβολής.
Εδώ είναι το μεγάλο ζητούμενο και κατά πόσο θα δείξουμε και την εξωτερική μας πολιτική ότι η εθνική μας κυριαρχία δεν παζαρεύεται και δεν απομειώνεται.
Μάλιστα σε μία περίοδο που η Ευρώπη δεν έχει τις αντιστάσεις για μια εξωτερική συμπαγή εξωτερική πολιτική στη βάση της αλληλεγγύης και της κοινοτικής συνοχής.
Οι προβληματισμοί που κατατέθηκαν στην διάλεξη φώτισαν αυτή την διαχρονική Σχέση, κρατώντας την ελπίδα ότι μέσα από την εφαρμογή ζητημάτων ελάσσονος πολιτικής σημασίας (low politics), όπως είναι η ενέργεια, ο τουρισμός, το εμπόριο, η γεωργία μπορεί να κτιστούν Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης για ένα «Δίχτυ Ασφάλειας» προς όφελος και των δύο λαών.
Υπάρχουν πολλοί Περιορισμοί σε αυτήν τη ιδιόμορφη Σχέση, αλλά συνάμμα μπορεί και πρέπει να δημιουργήσαμε και πολλές Δυνατότητες.
Και όπως λέγεται και «οι δύο λαοί έχουν πολλά να τους ενώσουν και λίγα να τους χωρίσουν»