«Tης Καλαμαριάς τ’ αγόρια»

«Tης Καλαμαριάς τ’ αγόρια»

«Tης Καλαμαριάς τ’ αγόρια»

Μάγδα Σούγγαρη

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 4680 ΦΟΡΕΣ

Υπό τους ήχους της Αλέκας Μαβίλη, ο Γιάννης Σφαιρόπουλος μιλάει στην «Α.Ρ.» για τα χρόνια της Θεσσαλονίκης, τους σταθμούς της καριέρας του, την εθνική και τον Κολοσσό.

Λένε ότι οι χαρισματικοί άνθρωποι έχουν την ευχέρεια να καταπιαστούν με πολλά διαφορετικά πράγματα και να τα φέρουν εις πέρας με πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα. Οι πιο σοφοί όμως επιλέγουν να καταπιαστούν με ένα και μοναδικό πράγμα, να αφοσιωθούν σε αυτό και τα αποτελέσματά τους να μην είναι απλώς ικανοποιητικά αλλά διθυραμβικά. Οι χαρισματικοί άνθρωποι της δεύτερης κατηγορίας που ανέφερα συνοδεύονται ως επί το πλείστον με τη λέξη «τελειομανείς». Η αλήθεια είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχω κατασταλάξει αν πρόκειται για προσόν ή για μειονέκτημα. Στην περίπτωση του ανθρώπου με τον οποίο είχα την τύχη να μιλήσω αρκετή ώρα για τη ζωή του, η λέξη «τελειομανής» μοιάζει να εφευρέθηκε για να τον χαρακτηρίζει. Και σίγουρα στη δική του περίπτωση, δεν μιλάμε για μειονέκτημα. Ο Γιάννης Σφαιρόπουλος γεννήθηκε στην «γητεύτρα» του Βορρά, την πανέμορφη Θεσσαλονίκη στην εαρινή ισημερία του 1967. Πρώτη αγάπη (και παντοτινή που λέει και γνωστή διαφήμιση σοκολάτας) η ομάδα της γειτονιάς του, ο Απόλλων Καλαμαριάς στον οποίο διέπρεπε ως ποδοσφαιριστής ο πατέρας του, Σάββας. Μόνο που η ασπρόμαυρη μπάλα δεν ενθουσίαζε τον Γιάννη. Το πορτοκαλί χρώμα του φαινόταν πιο διασκεδαστικό. Από μικρός το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το μπάσκετ. Ξεκίνησε ως αθλητής στις υποδομές του Απόλλωνα αλλά δεν είχε την «κάψα» του παίκτη. Σε ηλικία 19 ετών του πρότειναν να βοηθήσει στην ανάπτυξη των ακαδημιών του Απόλλωνα και ανέλαβε κάποια τμήματα ως προπονητής. Όπως ο ίδιος παραδέχεται «το έκανα ως χόμπι. Δεν σκεφτόμουν εκείνη την εποχή ότι θα γινόμουν προπονητής». Ως επαγγελματική προοπτική είχε επιλέξει να μπει στα ΤΕΦΑΑ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου. Θα γινόταν γυμναστής. Είχε πιάσει δουλειά και σε ένα ιδιωτικό σχολείο όταν ολοκλήρωσε τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Έστω και υποσυνείδητα όμως, από μόνος του «έστρωνε» το δρόμο για την προπονητική. Ο Απόλλωνας Καλαμαριάς άρχισε να μπαίνει «σφήνα» στους ʼρη, ΠΑΟΚ και Ηρακλή για τη διεκδίκηση τίτλων σε μικρές ηλικίες, με παιδιά που μάθαιναν μπάσκετ από τον Σφαιρόπουλο. Το 1987, την ιστορική χρονιά του πρώτου «έπους» της Ελλάδας σε Ευρωμπάσκετ, ο τότε 20χρονος Γιάννης βραβεύτηκε από την ΕΚΑΣΘ για τις προτάσεις που είχε καταθέσει με δική του πρωτοβουλία αναφορικά με τον τρόπο διεξαγωγής των τοπικών πρωταθλημάτων μπάσκετ που αφορούσαν στα τμήματα υποδομών. Μάλιστα, αυτός ο τρόπος διεξαγωγής καθιερώθηκε και ισχύει μέχρι σήμερα! Ζούσε με τους γονείς του, ήταν φοιτητής και δούλευε στον Απόλλωνα αφιλοκερδώς τα πρώτα χρόνια. Επιπλέον, δεν είχε εμποτιστεί μέσα του το μικρόβιο της καριέρας ως προπονητής! Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να τον πτοήσει. Το 1988 ταξιδεύει στο Ρότερνταμ και την επόμενη χρονιά στο Ζάγκρεμπ (όπου ήταν παρών και ο μεγάλος ʼτσα Νίκολιτς) με προσωπικά του έξοδα προκειμένου να παρακολουθήσει διάφορες μπασκετικές διοργανώσεις ενώ το 1990 περνάει για πρώτη φορά τον Ατλαντικό. Ούτε ο στρατός (’91-’93) του έβαλε φρένο. Εργαζόταν ως βοηθός προπονητή στον Απόλλωνα δίπλα στον Σταύρο Χωλόπουλο, τον Παναγιώτη Βαφειάδη, τον Γιώργο Αντωνακόπουλο, τον Θανάση Κουγιουμτζόγλου, τον Νίκο Αμπατζά και τον Νίκο Μαντελίδη. Όταν πήρε τα ηνία της ανδρικής ομάδας στα χέρια του, χρησιμοποίησε εφτά παίκτες που προέρχονταν από τα «σπλάχνα» του Απόλλωνα και τους είχε προπονήσει ο ίδιος από τότε που έπαιζαν στα μίνι. Την πρώτη χρονιά η ομάδα βγήκε δεύτερη αλλά την επόμενη πήρε το εισιτήριο για τη Β’ εθνική. «Ήμουν μόνο 28 χρονών και ακόμη δεν είχα αποφασίσει ότι η προπονητική ήταν ο προορισμός μου επαγγελματικά» παραδέχεται ο Γιάννης Σφαιρόπουλος δεκατέσσερα χρόνια αργότερα. Όσο και αν φαίνεται απίστευτο, αυτή η απόφαση δεν πάρθηκε ούτε όταν πήγε βοηθός στον ΠΑΟΚ κατόπιν εισηγήσεως του Γιάννη Καστανίδη. Μιλώντας για τον ΠΑΟΚ, η φωνή του Σφαιρόπουλου μαλακώνει περισσότερο αν και δεν ξεχνάει πόσο πολύ κουράστηκε εκείνα τα οχτώ χρόνια και ψυχολογικά και σωματικά. «Τότε το σκάουτινγκ δεν γινόταν όπως τώρα. Τότε είχαμε βίντεο και έπρεπε να αντιγράφουμε από κασέτα σε κασέτα ώρες ατέλειωτες» θυμάται χαρακτηριστικά. Στα μισά της τέταρτης σεζόν ανέλαβε πρώτος προπονητής στο «δικέφαλο» του Βορρά και το ίδιο καλοκαίρι ήρθε η πρόσκληση από τον Κώστα Πετρόπουλο για την εθνική ομάδα. «Ήταν η πρώτη στιγμή που κατάλαβα ότι ως προπονητής έπρεπε να σκέφτομαι διαφορετικά το μέλλον μου» τονίζει. «Ήταν δική μου απόφαση να ξαναγίνω βοηθός στον ΠΑΟΚ και να μην συνεχίσω ως πρώτος. Ο ΠΑΟΚ είναι κομμάτι της ζωής μου. Ένιωσα για πρώτη φορά την αίγλη της μεγάλης ομάδας, συμμετείχα σε ευρωπαϊκούς αγώνες, ταξίδεψα παντού με την ομάδα, πήραμε το Κύπελλο. Πώς να ξεχάσω τη στιγμή που 5.000 κόσμου μας υποδέχθηκαν στο αεροδρόμιο;». Το 2005 άνοιξε το κεφάλαιο «Ολυμπιακός». Αν και έμεινε λιγότερα χρόνια απ’ ό,τι στον ΠΑΟΚ, τα αισθήματά του μοιάζουν το ίδιο βαθιά. «Στον Πειραιά με πήγε ο ίδιος ο Παναγιώτης Αγγελόπουλος. Ήμουν προσωπική του επιλογή. Ήξερα πλέον ότι οι δυνάμεις μου ήταν για την Α1 και η συγκυρία ήταν τέτοια που βρέθηκαν στον Ολυμπιακό. Δέθηκα πολύ με την ομάδα, την αγαπάω γιατί πέρα όλων των άλλων, για μένα ήταν πολύ σημαντικό που πήγα σε ομάδα που είχε παίξει και ο πατέρας μου». Για λογαριασμό του Ολυμπιακού, άφησε τη Θεσσαλονίκη και εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά σε διαφορετικό μέρος. Αν όμως η μετάβαση από Θεσσαλονίκη στην Αθήνα είχε μερικές δυσκολίες, η αντίστοιχη μετάβαση από Αθήνα σε Ρόδο είχε περισσότερες. Ο Γιάννης Σφαιρόπουλος είναι οικογενειάρχης, έχει δύο γιους σε σχολική ηλικία. Ο Σάββας είναι 12 ετών και ο Ανέστης 7. «Όσο μεγαλώνουν τα παιδιά, οι μετακινήσεις θα είναι σίγουρα πιο δύσκολες. Δεν θα μπορώ να τους στερώ τις φιλίες τους λόγω της δουλειάς μου» ομολογεί. Στην κουβέντα για την οικογένειά του, έχω την εντύπωση ότι βλέπω για πρώτη φορά το πραγματικό πρόσωπο του Γιάννη Σφαιρόπουλου. Και μόνο η σκέψη της οικογένειας, του δίνει γαλήνη και ηρεμία. «Είχα πάντα την στήριξη της οικογένειάς μου σε ό,τι και αν ήθελα να κάνω. Υπήρξε κατανόηση γιατί ο πατέρας μου ήταν ποδοσφαιριστής και η γυναίκα μου αθλήτρια στον Απόλλωνα» εξηγεί και συμπληρώνει: «Και τα παιδιά μου δεν παραπονιούνται αν ξοδεύω πολλές ώρες στο σπίτι για τη δουλειά. Μάλιστα, πολλές φορές έρχονται δίπλα μου και παρακολουθούν μαζί μου αγώνες». ʼραγε θα άφηνε τους γιους του να ασχοληθούν με το δικό του επάγγελμα; Αφού έδωσε την αναμενόμενη απάντηση κάθε γονέα («θέλω να κάνουν αυτό που πραγματικά τους ευχαριστεί και τους γεμίζει»), πρόσθεσε: «Είναι πολύ δύσκολο επάγγελμα και δεν ξέρω αν θέλω τα παιδιά μου να ασχοληθούν με αυτό. Πάντως, ό,τι και να επιλέξουν να κάνουν, αυτό που τους λέω συνέχεια είναι να δίνουν όλες τους τις δυνάμεις για να το πετύχουν. Να μην τα περιμένουν όλα έτοιμα και να κοπιάζουν γι’ αυτό που θέλουν. Κι εγώ και η μητέρα τους προσπαθούμε να τους περάσουμε το πνεύμα του μαχητή. Και να ξέρεις ότι όπως μιλάω στα παιδιά μου για αρχές, έτσι μιλάω και στους παίκτες μου». {--page-break--} Κ Ο Λ Ο Σ Σ Ο Σ Ο Κολοσσός και οι …σειρήνες Γεγονός 1ο: Το καλοκαίρι του 2010 λήγει το συμβόλαιο του Γιάννη Σφαιρόπουλου με τον Κολοσσό. Γεγονός 2ο: Η συνεργασία και τα αποτελέσματα αυτής έχουν αφήσει πολύ ικανοποιημένη την ΚΑΕ. Γεγονός 3ο: Υπάρχει αμέριστος σεβασμός προς το πρόσωπο του νεαρού τεχνικού από συνεργάτες, αθλητές και φιλάθλους. Γεγονός 4ο: Ήδη από πέρσι έχει προτάσεις από άλλες ομάδες, κάποιες «διέρρευσαν» και κάποιες όχι. Το συμπέρασμα που αντλείται είναι σαφές: Ανεξάρτητα από το ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της φετινής σεζόν, τι θα δελέαζε τον Γιάννη Σφαιρόπουλο ν’ ανανεώσει τη συνεργασία του με την ομάδα της Ρόδου; «Καταρχήν δεν έχει γίνει ακόμα τέτοια συζήτηση» ξεκαθαρίζει για να προλειάνει το έδαφος και συνεχίζει: «Μια ομάδα πρέπει να δίνει τις προϋποθέσεις σ’ έναν επαγγελματία για να δουλέψει και να πετύχει αυτά που ονειρεύεται. Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για μένα και ήταν ένας από τους λόγους που συμφώνησα με τον Κολοσσό στην αρχή. Μου προσέφερε τα εχέγγυα για να μπορώ να δουλεύω απρόσκοπτα στο γήπεδο: διοικητική σταθερότητα, οικονομική ευμάρεια κλπ. Το καλοκαίρι που έρχεται, η ομάδα θα έχει φτάσει σ’ ένα επίπεδο, ανεξάρτητα από το αν θα καταφέρει και φέτος να μπει στα πλέι οφ γιατί θα είναι πιο δύσκολο, που θα εξαρτηθεί από την διοίκηση τι θα θέλει να κάνει στη συνέχεια. Θέλει να τη δει πιο ψηλά; Θέλει να παραμείνει για κάποια χρόνια ακόμα στη ‘μάχη’ της παραμονής και της εισόδου στα πλέι οφ όπως κάνει τώρα; Εγώ για την ομάδα θέλω κάτι παραπάνω. Και αν αλλάξουν κάποιες προϋποθέσεις, μπορεί το ‘κάτι παραπάνω’. Βασική προϋπόθεση είναι το ενδιαφέρον. Ενδιαφέρεται η διοίκηση να πάει την ομάδα πιο ψηλά; Μπορεί να σηκώσει το βάρος των υποχρεώσεων αν η ομάδα κοιτάξει πιο ψηλά; Γιατί όταν βάζω πλώρη για πιο μεγάλα λιμάνια, σημαίνει ότι και το σκαρί μου πρέπει να είναι πιο δυνατό. Αν κάνουμε μία κουβέντα το καλοκαίρι και δω ότι πραγματικά υπάρχει σύμπνοια απόψεων σε αυτό το κομμάτι της συνεργασίας, τότε σίγουρα θα το σκεφτώ πολύ θετικά». Όταν έλυσε τη συνεργασία του με τον Ολυμπιακό και ανέλαβε τον Κολοσσό ως πρώτος προπονητής, υπήρχε κίνητρο. Μετά από δύο χρόνια παρουσίας στον πάγκο των «θαλασσί», θα χρειαστεί νέο κίνητρο για να παραμείνει; «Το καλοκαίρι που μας πέρασε ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Η ομάδα προερχόταν από μία μεγάλη επιτυχία και μετά από μία τέτοια επιτυχία, ίσως έπρεπε να κάνουμε το ‘κάτι παραπάνω’ για να μπορέσουμε να την επαναλάβουμε πιο εύκολα και να πάμε λίγο πιο μπροστά. Δυστυχώς, λόγω οικονομικών περιορισμών που είναι απόλυτα σεβαστοί λόγω κρίσης, δεν μπορέσαμε να το κάνουμε αυτό. Δεν περίμενα ότι μετά την είσοδο στην οχτάδα, με τον κόσμο ‘τρελαμένο’, με τη διοίκηση χαρούμενη κλπ., να μπει φρένο στην ομάδα. Γιατί φέτος στην ομάδα έχει μπει φρένο σε σχέση με πέρσι. Αν όμως δεν ήμουν σύμφωνος, θα έφευγα. Όταν μου ανακοίνωσε η διοίκηση ότι θα υπάρξει 20% μείωση στο μπάτζετ, μπήκα σε δίλημμα αν θα μείνω ή αν θα φύγω γιατί η αρχική συμφωνία περιλάμβανε ότι το μπάτζετ θα είναι ένα άλφα ποσό. Έγινε μείωση στο μπάτζετ και η συμφωνία θα μπορούσε να χαλάσει. Έμεινα, όμως, να παλέψω με όλες μου τις δυνάμεις γιατί δεν είμαι εκτός πραγματικότητας. Βλέπω τι γίνεται γύρω μου, βλέπω τι συμβαίνει στο χώρο του μπάσκετ αλλά και σε όλη την κοινωνία. Θα ήταν, λοιπόν, ουτοπικό να ζητήσω το ‘κάτι παραπάνω’ τότε και γι’ αυτό συμφώνησα και έμεινα. ʼλλωστε, οι άνθρωποι που πίστεψαν σε μένα και με έκαναν πρώτο προπονητή, άξιζαν από μένα μία βοήθεια σε μία δύσκολη στιγμή. Έμεινα, πάλεψα και παλεύω με όλες μου τις δυνάμεις και πιστεύω ότι στο τέλος θα πάμε και καλά». Κεφάλαιο «μεταγραφές» Μιλώντας για Κολοσσό, οι απορίες άρχισαν να ρέουν σαν χείμαρρος γιατί ο Γιάννης Σφαιρόπουλος έχει να πει πολλά τόσο για την ομάδα του όσο και για το μπάσκετ γενικότερα. Μία εξ αυτών δεν μπορούσε παρά να είναι οι επιλογές των παικτών. Δεν είναι μυστικό πως ο μόλις 42 ετών προπονητής έχει μακρά παράδοση να στο να ανακαλύπτει …τους τυχερούς αριθμούς του τζόκερ στην περίοδο των μεταγραφών και ειδικότερα όσους προέρχονται από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. «Ήμουν σε δύο μεγάλες ομάδες, ΠΑΟΚ και Ολυμπιακό, που είχαν ξένους πολύ υψηλού επιπέδου. Ως βοηθός, μελετούσα όλα αυτά τα χρόνια τους παίκτες με το σκάουτινγκ άρα ξέρω να ‘διαβάζω’ τους παίκτες, ποιος είναι καλός, ποιος ταιριάζει στη φιλοσοφία μου, τι έχει στην άμυνα, τι έχει στην επίθεση κλπ. Συν το γεγονός ότι τα ταξίδια μου στην Αμερική με βοήθησαν στις διασυνδέσεις τις οποίες διατηρώ ως σήμερα» εξηγεί με σαφήνεια και απλοποιεί τη συναρπαστική διαδικασία που τόσο γοητεύει τους φιλάθλους τους καλοκαιρινούς μήνες. «Δεν γίνεται να σου ‘βγαίνουν’ όλες οι επιλογές» δεν παραλείπει να προσθέσει. «Στον Κολοσσό δεν θεωρώ ότι είχαμε παίκτη που να μην βοήθησε την ομάδα. Για παράδειγμα, ο Τζόγκο για τον οποίο ο κόσμος έχει πει πολλά. Πρέπει να καταλάβει ο κόσμος ότι σε μία ομάδα δεν μπορείς να έχεις δεκαπέντε παίκτες που να βάζουν την μπάλα στο καλάθι. Πρέπει να έχεις και ρολίστες ενώ οι προσθήκες σου εξαρτώνται πάντα και από το ποσό που μπορείς να διαθέσεις τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Όταν τραυματίστηκε ο Τόντιτς, ο Τζόγκο ήταν η καλύτερη επιλογή τη δεδομένη στιγμή με το δεδομένο χρηματικό ποσό που είχαμε. Μην ξεχνάμε πως τον πήραμε για να παίζει πίσω από τον Σμιθ από μηδέν έως πέντε λεπτά. Υπήρχαν παίκτες που ζήτησαν τα τριπλάσια! Δεν θα ανέβαζα ποτέ το μπάτζετ για να πάρω παίκτη που θέλει ‘τρελά’ λεφτά χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία ‘κοιτάχτε να δείτε, πρέπει να πάρουμε παίκτη γιατί θα πέσουμε, δώστε μου άλλα εκατό χιλιάρικα». Το κάνανε άλλοι πριν από μένα στον Κολοσσό. Εγώ δεν θα το έκανα ποτέ. Σεβάστηκα τους ανθρώπους της διοίκησης και πρώτα απ’ όλα τη δική μου οντότητα ως προπονητή. Είπα ότι με ένα μικρό ποσό θα βρω τον καλύτερο δυνατό παίκτη που θα κάνει τη δουλειά μου. Θα βοηθάει στην προπόνηση, δεν θα μιλάει αν δεν παίζει …γιατί ξέρουμε ότι οι περισσότεροι μουρμουράνε όταν δεν παίζουν. Ο Τζόγκο ήταν ο καλύτερος επαγγελματίας που είχα πέρσι στην ομάδα. Υπήρξε παιχνίδι που τον έβαλα για 40’’, έναν παίκτη 32 χρονών όχι κανένα παιδάκι, και δεν είπε κουβέντα. Μάλιστα, στην επόμενη προπόνηση ήταν ο πρώτος παίκτης! Αυτό δεν το βρίσκεις. Τη δουλειά μου την έκανα πάρα πολύ καλά με τον Τζόγκο». Η λέξη «ομάδα» βγαίνει αβίαστα από τα χείλη του Σφαιρόπουλου σε δεκάδες περιπτώσεις. Του αρέσει το ομαδικό πνεύμα, η αρμονική συνεργασία και βασίζεται στη δημιουργία ενός συνόλου. Ο καθένας έχει το ρόλο του και πρωταγωνιστής δεν είναι απαραίτητα αυτός που θα βγει πρώτος σκόρερ: «Καλός παίκτης δεν είναι μόνο αυτός που θα βάζει 15π. σε κάθε αγώνα. Καλός είναι κι αυτός που ξέρει να μαρκάρει, πότε θα πασάρει κλπ. Ο προπονητής πρέπει να παίρνει το μέγιστο από τους παίκτες του. Αυτό θεωρώ πως είναι η ‘μαγκιά’ του κάθε προπονητή». Αφού βρει τους κατάλληλους παίκτες και δημιουργήσει το σύνολο που επιθυμεί κατανέμοντας τους ρόλους, προσπαθεί να εμφυσήσει στους αθλητές του τον αγαπημένο του τρόπο παιχνιδιού που δεν είναι άλλος από «πολύ πιεστική άμυνα και αιφνιδιασμός. Μ’ αρέσει όταν η άμυνα εγκλωβίζει την επίθεση, όταν φωνάζω ένα σύστημα και η άμυνά μου χαλάει το σύστημα της επίθεσης του αντιπάλου. Μ’ αρέσει όταν αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να βγω στο transition παιχνίδι και να πετύχω εύκολα καλάθια. Στον Κολοσσό αυτό προσπαθούμε να παίζουμε. Αν και δεν είναι εύκολο για μια ομάδα να καθιερώσει αγωνιστική ταυτότητα, εμείς νομίζω ότι τα έχουμε καταφέρει στον Κολοσσό». Ρόλο παίζει και το κλίμα στα αποδυτήρια στο οποίο όλοι αναφέρονται ως «οικογενειακό». Ο Σφαιρόπουλος χρησιμοποιεί μία πιο κατανοητή έκφραση: «Και πέρσι και φέτος, το κλίμα είναι εξαιρετικό. Δύο χρόνια τώρα, το κλίμα των διαπροσωπικών σχέσεων είναι τέτοιο που δεν ξέρω αν θα το ξαναβρώ». Και συνεχίζει: «Η ομάδα είναι οικογένειά σου. Όταν προσπαθείς να θέσεις κάποιες αρχές, οτιδήποτε γίνεται πρέπει να παρεμβαίνεις δυναμικά. Είτε για να επαναφέρεις την τάξη είτε για να επιβραβεύσεις αυτό που συνέβη. Υπάρχουν αθλητές που χρειάζονται την επιβράβευση, άλλοι που χαλαρώνουν όταν τους επιβραβεύσεις και άλλοι που θέλουν συνεχή πίεση είτε με καθημερινή ομιλία είτε με φωνές. Ο προπονητής πρέπει να διαχειριστεί αυτές τις καταστάσεις και το πιο σημαντικό σε έναν προπονητή είναι το πόσο καλά μπορεί να τις διαχειριστεί. Αυτό κάνει τη διαφορά από προπονητή σε προπονητή. Όλοι ξέρουν μπάσκετ, όλοι ξέρουν να κάνουν προπόνηση ή να κοουτσάρουν. ʼλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο αλλά όλοι ξέρουν». Όσοι τον παρακολουθούν την ώρα που κοουτσάρει στον πάγκο, έχουν παρατηρήσει διαφορές σε σχέση με την περσινή του παρουσία: «Μπορεί να φαίνομαι πιο απαιτητικός και ίσως πιο σκληρός φέτος αλλά είναι γιατί η ομάδα μπορεί να κάνει το ‘κάτι παραπάνω’. Ξέρω τους παίκτες μου, ξέρω ότι έχουν δουλέψει καλύτερα από πέρσι, ξέρω ότι μπορούν να μου δώσουν περισσότερα. Κι εγώ και τα παιδιά δουλεύουμε πιο ποιοτικά αλλά και με περισσότερη ένταση και πάθος». Φροντίζει, επομένως, να μην τους «χαϊδεύει τ’ αυτιά» αλλά δεν θα διστάσει σε καμία περίπτωση να μοιράσει τα εύσημα όταν το απαιτεί η περίσταση: «Όταν τελείωσε το παιχνίδι στο Περιστέρι και ήμαστε όλοι πάρα πολύ στενοχωρημένοι για τον τρόπο που χάσαμε, είπα στα παιδιά 2-3 λάθη που κάναμε γενικά ως ομάδα. Τους είπα, όμως, ότι ίσως και να ήταν το καλύτερο εκτός έδρας παιχνίδι που κάναμε ως τώρα, ακόμη και από αυτά που κερδίσαμε!». Ο ορισμός μίας πετυχημένης σεζόν Η πρώτη του χρονιά στην ομάδα της Ρόδου συνοδεύτηκε από την ιστορική είσοδο στα πλέι οφ. Η δεύτερη δεν βρίσκεται καν στα μισά της διαδρομής. Διευκρινίζοντας ότι «δεν θα μιλήσουμε για θέση» στην τελική βαθμολογία του πρωταθλήματος, ρωτάω τον κόουτς τι θα τον έκανε να χαρακτηρίσει πετυχημένη τη σεζόν που διανύουμε: «Το μόνο σίγουρο είναι ότι το πρώτο που χρειάζεται ο Κολοσσός είναι να σώνεται. Η ομάδα δεν έχει αυτή τη στιγμή τις προϋποθέσεις για να ξεπεράσει αυτό το στόχο. Για να πιστοποιηθείς ως ομάδα της Α1, πρέπει να περάσουν χρόνια παρουσίας στην Α1. Να μπει και στη συνείδηση του κόσμου. ʼρα για μένα η χρονιά θα είναι πετυχημένη αν δείξουμε ότι είμαστε πραγματική ΟΜΑΔΑ μέσα στο γήπεδο, αν δώσουμε χαρά στον κόσμο με νίκες και τρόπο παιχνιδιού. Η απόλυτα πετυχημένη χρονιά θα είναι όταν θα υπάρξει ‘πάντρεμα’ οικονομικού προγραμματισμού και αγωνιστικού σχεδιασμού. Αυτό πιστεύω ότι φέτος θα το καταφέρουμε». Το «στοίχημα» του μέλλοντος Ο Κολοσσός διαθέτει ένα από τα πιο «φρέσκα» σύνολα στην Α1 κατηγορία με μέσο όρο ηλικίας ελπιδοφόρο και ενθουσιώδες. Οι περισσότεροι από τους μισούς παίκτες έχουν γεννηθεί στο λυκαυγές της χιλιετίας και αποτελούν τον μελλοντικό κορμό της ομάδας. Ανάμεσά τους και δύο Ροδιτόπουλα που βρίσκονται για δεύτερη χρονιά κάτω από τη «φτερούγα» του προπονητή τους: «Θεωρώ ότι ο Αυγενικός και ο Δανάς είναι ένα αγωνιστικό σκαλί πιο ψηλά από πέρσι. Υστερούν όμως ακόμα σε δύναμη και ταχύτητα. Στην Α1 για να σταθείς θέλει να ανδρωθείς μπασκετικά και βιολογικά. Σε 1-2 χρόνια θα μπορέσουν να παίξουν. Πιστεύω ότι δεν πρέπει να δοθούν δανεικοί για να ‘ψηθούν’, δεν υπάρχει αυτή η πολυτέλεια γιατί τα παιδιά δουλεύουν και μαθαίνουν κάθε μέρα στην προπόνηση. Για παράδειγμα, ο Δανάς παίζει κόντρα τον Παντελιάδη ή τον Βασίλιεβιτς, ο Αυγενικός τον Τσάμη. Ας υποθέσουμε ότι τώρα μπορούν να τους κοντράρουν με άριστα το δέκα, στο πέντε. Δουλεύοντας καθημερινά, αυτός ο βαθμός θα ανεβαίνει σταδιακά. Μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για μαθητές. Πόσοι μαθητές παίζουν αυτή τη στιγμή στην Α1; Ελάχιστοι. Δεν είναι έτοιμοι να μπουν και να παίξουν 5-10 λεπτά με τον τρόπο που θα ήθελα εγώ. Θα μπορούσα σε ένα παιχνίδι να τους χρησιμοποιήσω πέντε λεπτά. Αν δεν είναι έτοιμοι, αυτά τα πέντε λεπτά μπορεί να τους πάνε πολλούς μήνες πίσω. Να απογοητευτούν, να πέσει πάνω τους βάρος που δεν μπορούν να σηκώσουν. Όσο πιο ομαλά μπουν, τόσο πιο εύκολο θα είναι γι’ αυτούς». {--page-break--} Ε Θ Ν Ι Κ Η Όταν ζητώ να μιλήσουμε για την εθνική ομάδα, δεν δείχνει έκπληξη. Είναι ένα μεγάλο και σοβαρό κεφάλαιο στην καριέρα και τη ζωή του, όχι μόνο γιατί βρίσκεται από το καλοκαίρι του 2009 στο πλευρό του Γιόνας Καζλάουσκας αλλά γιατί προϋπήρξε στον πάγκο της εθνικής για τέσσερα χρόνια και έζησε από πρώτο χέρι την εμπειρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Τον ρωτάω αν περίμενε ότι θα επέστρεφε στην εθνική. «Όχι» απαντά αμέσως. Μονολεκτικά και ειλικρινά. Δεν κοιτάζει δεξιά και αριστερά. Δεν ψάχνει για «παραθυράκια» και τρόπους αποφυγής: «Έφυγα από την εθνική γιατί πήγα στον Ολυμπιακό και έπρεπε να κάνω την προετοιμασία. Δεν μπορούσαν να συμβαδίσουν αυτά τα δύο γιατί ήταν την ίδια περίοδο οι υποχρεώσεις της εθνικής και η προετοιμασία του Ολυμπιακού. Έλειπε ο Καζλάουσκας με την εθνική Κίνας και έπρεπε εγώ να αναλάβω την ομάδα. Όπως έκαναν φέτος ο Θωμίδης με τον Κουταλιανό για μένα. Δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι θα ξαναγύριζα στην εθνική». Αυτή τη φορά σταματά για λίγο. Το ξανασκέφτεται και πριν συμπληρώσει χαμογελάει: «Γενικά στη ζωή, αυτά που δεν υπολογίζεις ότι θα συμβούν, αυτά είναι συνήθως και τα πιο ωραία!». Το δεύτερο κάλεσμα στην εθνική ομάδα θα μπορούσε να είναι η επιβράβευσή του για τη συνέπεια και τη δουλειά που έχει να επιδείξει τόσα χρόνια τώρα. Έχει διαφορετική άποψη: «Ηθική επιβράβευση ήταν το μετάλλιο, όχι η δεύτερη ενασχόλησή μου με την εθνική. Είχα δουλέψει πολύ σκληρά την προηγούμενη φορά που ήμουν στην εθνική και δεν είχαμε καταφέρει να πάρουμε μετάλλιο. Μου είχε μείνει μία πίκρα γιατί μιλάμε για ατέλειωτες ώρες δουλειάς. Τελείωνε το δίμηνο του καλοκαιριού και η ζυγαριά μου έλεγε εφτά κιλά λιγότερα. Υπήρχε περίοδος στην Ολυμπιάδα που κοιμόμουν τρεις ώρες την ημέρα. Οπότε, επιβράβευση για μένα ήταν το μετάλλιο στην Πολωνία». Μιας και αναφερθήκαμε στο μετάλλιο, ρώτησα αν το αφιέρωσε πουθενά. Πρώτα γέλασε και μετά απάντησε αρνητικά. ΕΡ.: Τουλάχιστον, πες μου ποιος ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο μίλησες μετά το παιχνίδι. Γ.Σ.: Μίλησα με πολύ κόσμο αλλά πρώτα απ’ όλους με τη γυναίκα μου και τους γονείς μου. Η παρουσία του Σφαιρόπουλου στο τιμ της εθνικής ήταν μέσα στις προϋποθέσεις για να αναλάβει τα ηνία ο Γιόνας Καζλάουσκας. Με τον Λιθουανό προπονητή, ο «Σφαιρό» είχε και έχει εξαιρετικές σχέσεις: «Όταν συνεργαστήκαμε στον Ολυμπιακό, δεν τον ήξερα και δεν με ήξερε. Έχω όμως μία βασική αρχή στη δουλειά μου: προσπαθώ να δίνω τον καλύτερό μου εαυτό. Για του λόγου το αληθές με όλους τους προπονητές που συνεργάστηκα, διατηρώ πολύ καλές σχέσεις. Ο ρόλος του βοηθού είναι πολύ δύσκολος. Πρέπει να ξέρει να βάζει την προσωπική του προβολή πίσω από τον πρώτο, να βάζει την προσωπική του φιλοσοφία κάτω από του πρώτου ακόμη και αν είναι αντίθετοι, να τον στηρίζει πάντα. Εγώ έχω μαλώσει πολλές φορές για πολλούς προπονητές όταν άκουγα κάτι εις βάρος τους. Με κίνδυνο να απολυθώ αρκετές φορές! Ο κ. Καζλάουσκας εκτίμησε τη δουλειά και τον χαρακτήρα μου. Ήμουν αληθινός, δεν είπα ψέματα, δεν χρησιμοποίησα καταστάσεις για ιδιοτελείς σκοπούς και όποιος κατάλαβε… κατάλαβε! Όταν έφυγε κρατήσαμε επαφή. Είχαμε και έχουμε πολύ καλές σχέσεις». Επιχειρήσαμε μία σύντομη αναδρομή στο Ευρωμπάσκετ και στην πορεία για το χάλκινο. Η πιο αυθόρμητη ανάμνηση βρίσκει σύμφωνη όλη τη φίλαθλη Ελλάδα: «Το ματς με τα Σκόπια ήταν πάρα πολύ δύσκολο από την ψυχολογική πλευρά. Είχαμε μεγάλη πίεση, με τρομερή προπαγάνδα από την αντίπαλη μεριά …τελικά, αυτό το παιχνίδι πρόσφερε πολύ μεγάλη ευχαρίστηση! Εντάξει, είμαι και από τη Μακεδονία και το αισθανόμουν ίσως λίγο περισσότερο. Ήταν πολύ σημαντικό που κάναμε ένα γήπεδο να βουβαθεί! (γέλια) Όταν η διαφορά πήγε στους σαράντα πόντους και σταμάτησαν όλοι να φωνάζουν, ήταν πολύ μεγάλη η ικανοποίηση για μένα (περισσότερα γέλια)». Θα υπήρξαν όμως και στιγμές δύσκολες…. «Υπήρχε πολλή γκρίνια μετά τις ήττες με Ρωσία και Γαλλία. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε την πίεση πριν το χιαστί παιχνίδι. Εκείνη η περίοδος των 3-4 ημερών στη β’ φάση ήταν η πιο δύσκολη για την εθνική ομάδα αλλά πιστεύω ότι διαχειριστήκαμε καλά την κατάσταση και η ομάδα εμφανίστηκε έτοιμη να κερδίσει και την Τουρκία και τον μικρό τελικό για πρώτη φορά μετά από εφτά χαμένους μικρούς τελικούς, αν δεν κάνω λάθος». Τελικά, αυτή η Ισπανία γιατί δεν μας πάει ως αντίπαλος; «Η Ισπανία είναι μία συγκυρία καλών, ποιοτικών παικτών και έχει ένα επίπεδο πιο υψηλό απ’ όλες τις ομάδες αυτή τη στιγμή στον κόσμο. Και μόνο την ποσότητα των Ισπανών διεθνών που είτε πέρασαν από το NBA είτε αγωνίζονται τώρα, να δει κανείς καταλαβαίνει πόσο μπροστά είναι. Εγώ θεωρώ ότι μπορούμε να τους κερδίσουμε τους Ισπανούς αλλά δεν είναι εύκολο. Δεν είναι ανίκητοι αλλά επικρατεί και μία περιρρέουσα ατμόσφαιρα που τους σπρώχνει…». Τον προειδοποιώ ότι η επόμενη ερώτηση είναι «πονηρή». Ούτε τώρα τον αιφνιδιάζω. «Αν κάνεις πονηρή ερώτηση, θα πάρεις πονηρή απάντηση» μου λέει κοφτά αλλά δεν πτοούμαι. Θα την κάνω την ερώτηση… «Πολύς κόσμος στο χώρο υποστηρίζει ότι επόμενος προπονητής της εθνικής θα είσαι εσύ. Έχει περάσει από το μυαλό σου αυτό το ενδεχόμενο;». Σαστίζει για λίγο. «Όχι, δεν το έχω σκεφτεί» απαντά αποφασιστικά αλλά φαίνεται να αναζητά λέξεις ικανές να με πείσουν ότι το εννοεί: «Δεν θέλω να μπω σε τέτοια διαδικασία. Εγώ κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ από το πόστο μου που είναι συνεργάτης προπονητή. Αυτός είναι ο ρόλος μου και εκεί επικεντρώνομαι». Αν και τον πιστεύω, δεν εγκαταλείπω τα όπλα: «Να θέσω κάπως διαφορετικά το ερώτημα. Πρώτος προπονητής στην εθνική ή στον Ολυμπιακό;». Ε, αυτή τη φορά τον έπιασα απροετοίμαστο. Ύστερα από πολλά γέλια, «Κανείς δεν ξέρει» αποκρίθηκε και αφού γελάσαμε λίγο ακόμα συμπλήρωσε: «Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει» αναφερόμενος σε συγκεκριμένο παράδειγμα: «Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στον Ολυμπιακό έλεγε σε κάποια χρονική περίοδο ότι θα αναλάμβανα εγώ την ομάδα. Δεν έγινε αλλά εγώ δεν στηρίζομαι σε ό,τι λέγεται και ακούγεται. Ως επαγγελματίας, αξιοποιείς αυτά που έχεις ως δεδομένα στα χέρια σου». {--page-break--} ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΡΟΠΟΝΗΤΕΣ Ανεκμετάλλευτο εξαγώγιμο προϊόν Ανήκει στη φουρνιά των Ελλήνων προπονητών που θεωρείται το «νέο αίμα» στο χώρο και τους χαρακτηρίζουν ως η επόμενη γενιά πρωτεργατών μεγάλων επιτυχιών. Ο Γιάννης Σφαιρόπουλος έχει εμπεριστατωμένη άποψη για τους Έλληνες τεχνικούς τους οποίους τοποθετεί σε «υψηλό επίπεδο» και θεωρεί πως μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι οι δώδεκα από τους δεκατέσσερις προπονητές της Α1 είναι Έλληνες. Όμως πιστεύει ότι «είναι μεγάλο λάθος που δεν έχουμε, και βάζω και τον εαυτό μου μέσα, βγει έξω από την Ελλάδα. Να δουλέψουμε στο εξωτερικό. Υπάρχουν προπονητές που εργάζονται στις λεγόμενες μεγάλες ομάδες ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων που δεν είναι καλύτεροι από τους Έλληνες. Ο Έλληνας προπονητής γαλουχείται σε δύσκολες καταστάσεις γιατί το πρωτάθλημά μας είναι από τα πιο απαιτητικά και η θέση του είναι πολύ συχνά ‘ηλεκτρική καρέκλα’. Δυστυχώς, υπάρχει μία τάση από τους φιλάθλους να μην δείχνουν εμπιστοσύνη στους Έλληνες τεχνικούς γιατί γενικότερα επικρατεί ξενομανία στη χώρα μας, όχι μόνο στο μπάσκετ». Η «ΜΑΧΗ» ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ Ο νόμος των πιθανοτήτων Προβλέψεις για το ποια ομάδα θα πάρει το πρωτάθλημα δεν ζήτησα. Θέλησα όμως να μάθω αν, κατά τη γνώμη του Γιάννη Σφαιρόπουλου, ο Ολυμπιακός θα μπορέσει να «σπάσει» την παντοκρατορία του Παναθηναϊκού. «Βάσει μαθηματικών δεδομένων, κάποια στιγμή θα γίνει. Κανείς δεν μπορεί να πει πότε θα γίνει. Ο Ολυμπιακός επενδύει κάθε χρόνο σε παίκτες υψηλού επιπέδου ενώ ο Παναθηναϊκός βασίζεται στον κορμό του που είναι ίδιος εδώ και χρόνια. Όλα είναι ανοιχτά και τη φετινή αγωνιστική περίοδο. Το θέμα όμως είναι αν ο Ολυμπιακός θα πάρει έναν τίτλο από τον Παναθηναϊκό ή αν θα μπορέσει να ξανακατακτήσει συνεχόμενους τίτλους όπως έκανε την περασμένη δεκαετία; Θα έχει, επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε την αντίδραση του Παναθηναϊκού σε περίπτωση που ο Ολυμπιακός του πάρει για πρώτη φορά το πρωτάθλημα». ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ʼλλο Φεράρι και άλλο Μίνι Κούπερ Όντας Θεσσαλονικιός, ο Γιάννης Σφαιρόπουλος δεν μπορούσε να αποφύγει την κλασσική – πλέον – ερώτηση για το μπάσκετ στη συμπρωτεύουσα και την φθίνουσα πορεία του την τελευταία δεκαετία. «Η Θεσσαλονίκη μπασκετικά έχει μείνει στο παρελθόν της. Όμως το παρόν της θέλει τον Ηρακλή στην Α2 κατηγορία και τον ΠΑΟΚ να έχει οικονομικά προβλήματα. Η ιστορία και των τριών συλλόγων είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο κεφάλαιο για το ελληνικό μπάσκετ αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να επαναπαύονται στις δάφνες του παρελθόντος. Οι άνθρωποι των ομάδων της Θεσσαλονίκης λειτούργησαν με γνώμονα το συναίσθημά τους. Όμως …οδηγούσαν Φεράρι για να μείνουν στην Φόρμουλα 1 ενώ τα οικονομικά τους δεδομένα ήταν για Μίνι Κούπερ. Πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να βγει κανείς από τη μιζέρια. Θεωρώ πολύ θετικό το γεγονός ότι ο Ηρακλής πρωταγωνιστεί φέτος στο πρωτάθλημά του, ότι ο ΠΑΟΚ προσπαθεί να βγει από το οικονομικό του αδιέξοδο και ότι ο ʼρης παραμένει σταθερή δύναμη. Ωστόσο, από τη Θεσσαλονίκη λείπουν οι μεγάλοι επενδυτές. Οι άνθρωποι εκείνοι που θα συμβάλλουν στην αναγέννηση του αθλήματος στη Θεσσαλονίκη».

Διαβάστε ακόμη

Τάσος Χατζηλιαμής: «Εκπληκτική η δυναμική της Ρόδου σε περιόδους κρίσης»

Γιάννης Παππάς: «Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει τη δουλειά της ανεπηρέαστη και στην ώρα της»

Μάνος Κόνσολας: «Το στοίχημα δεν είναι οι αφίξεις, αλλά τα έσοδα | Η Ελλάδα πρέπει να περάσει από την ποσότητα στην αξία»

Κ. Πιερρακάκης: «Ισχυρότερο του αναμενομένου το πλεόνασμα»

Το όραμα του Κ. Πράπογλου για το Μουσείο Νεοελληνικής Τέχνης

Σχολικός Εκφοβισμός: Τα σημάδια, τα λάθη των γονιών και η δύναμη της ενσυναίσθησης

Συνέντευξη με τον Δρ. Γιώργο Ρόκα: Ευρυαγγείες στα πόδια – Όσα πρέπει να γνωρίζετε για τα αίτια, τα συμπτώματα και τις σύγχρονες θεραπείες

Μπροστά στην κρίση: Η δράση των κοινωνικών λειτουργών στο Νότιο Αιγαίο