Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας


Αύριο το Πανελλήνιο γιορτάζει τα 192 χρόνια από τότε, που οι πρόγονοί μας της πρώτης 20ετίας του 19ου αιώνα ξεσηκώθηκαν και το 1827, μέσα σε μια επταετία άνισου αγώνα, απόκτησαν την Ελευθερία του.

Ταυτόχρονα, συμπληρώνοντας και 200 χρόνια, από το 1813, που ο Δωδεκανήσιος, από την Πάτμο, Εμμανουήλ Ξάνθος, από τους Ελληνες της διασποράς, συνδέθηκε με τους εμπορευόμενους Νικόλαο Σκουφά από την Αρτα και Αθανάσιο Τσακάλωφ από τα Ιωάννινα και τον επόμενο χρόνο, το 1814, ίδρυσαν την Φιλική Εταιρία, ημερομηνία που παρέμεινε στην τρισχιλιετή ελληνική ιστορία, ως η αφετηρία αποτίναξης του τουρκικού ζυγού.

Στο σημερινό σημείωμα που ακολουθεί, λόγω χώρου της εφημερίδας, θα ασχοληθούμε και θα αποτίσουμε φόρο τιμής, στο συμπατριώτη μας Πάτμιο Εμμανουήλ Ξάνθο.
Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, γεννήθηκε στην Πάτμο και κατά τον Εθνικό μας ποιητή Κ. Παλαμά, «στον τόπο των θείων ζοφερών οραμάτων και αποκαλύψεων». Παρακολούθησε μαθήματα και ξακουστή Πατμιάδα Σχολή.

Αναγκάστηκε, όμως, να την εγκατλαείψει για να εργαστεί και με την προτροπή των γονιών του, Νικολάου και Δούκισας, μετανάστευσε στην Τεργέστη, εκεί όπου συνηθιζόταν να ξενιτεύονται οι περισσότεροι από τις τουρκοκρατούμενες ελληνικές περιοχές. Εκεί, την εποχή εκείνη υπήρχαν πολλοί Ελληνες, καθώς και συμπατριώτες του Πάτμιοι, εμπορευόμενοι και πολύ καλά εγκατεστημένοι, οι οποίοι κατά την Επανάσταση του 1821, βοήθησαν υλικά και ηθικά τον Αγώνα.

Στην αρχή της ξενητεμένης του ζωής, εργάστηκε ως καταστιχογράφος σε εμπορικούς οίκους και στη συνέχεια ασχολήθηκε με το χονδρεμπόριο λαδιού. Κατά την άποψη του Καθηγητή της Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Απόστολο Β. Δασκαλάκη: «... αν ο Ξάνθος παρέμενε ήσυχος εις τας εμπορικάς του ασχολείας, θα εξελίσσετο εις πλουσιώτατον ομογενή».

Το 1810, τον βρίσκουμε Γραμματέα στον εμπορικό του Βασιλείου Ξένου στην Οδησσό. Το 1813, μυήθηκε στον τεκτονισμό από τον Παναγιώτη Καραγιάννη, κι εκεί στις ακτές του Εύξεινου της Κριμαίας, στην αρχαιότατη ελληνική αποικία, την Οδησσό, γνωρίζεται και αναπτύσσει στενές φιλικές σχέσεις με τους δύο άλλους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρίας.

Το φθινόπωρο του 1814, “η τριανδρία” ιδρύει την Φιλική Εταιρία και ο Ξάνθος παίρνει το συνθηματικό στοιχείο Α.Δ. Πρέπει να αναφερθεί, ότι οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρία έδωσαν τον όρκο τους επί του Ιερού Ευαγγελίου, στο σπίτι που διαμένει ο Ξάνθος στην Οδησσό.

Το 1918, ανατέθηκε στον Ξάνθο να μεταβεί στην Πετρούπολη, κι εκεί να μυήσει στα της Φιλικής Εταιρίας τον Ιωάννη Καποδίστρια, τότε Υπουργό των Εξωτερικών της Μεγάλης Ρωσίας και να τον πείσει να δεχθεί τον πρώτο βαθμό του “Γενικού Επιτρόπου της Αρχής|. Υστερα από τη διπλωματική άρνηση του Καποδίστρια, αναλαμβάνει μόνος του την ιστορική ευθύνη να προσφέρει την Αρχηγία στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, Στρατηγό του Ρωσικού Στρατού, την οποία και αποδέχθηκε.

Κατά την παραμονή του στην Πετρούπολη ενεργοποιήθηκε να συνεχίσει το όραμα του Ρήγα Φεραίου για συμμαχία με τους Βαλκανικούς λαούς, για μια Πανβαλκανική επανάσταση.
Ετσι, την άνοιξη του 1820, ήλθε σε επικοινωναί με το Σέρβο ηγέτη Στέφανο Ζίφκοβιτς, που βρισκόταν εξόριστος στο Νιανί της Ρωσίας, με ανώτερο σκοπό να συμπράξουν οι Ελληνες με τους Σέρβους για τον παραπάνω σκοπό. Ο Σέρβος ηγέτης δέχθηκε και συμφωνήθηκε η από κοινού δραστηριοποίηση. Ομως, ο Ζίφκοβιτς δεν κατάφερε να κατεβεί στην Ελλάδα, προκειμένου σε πρακτική, πλέον βάση να υλοποιηθούν τα σχέδια του Ξάνθου.

Στη συνέχεια, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και του συμπαραστάθηκε αμέριστα.
Εν τω μεταξύ, μετά την αποτυχία του Αλέξανδρου στη Μολδοβλαχία, το Φεβρουάριο του 1821, ως και την επακολουθήσασα σύλληψή του, τη θέση του στην Αρχηγία του Επαναστατικού Αγώνα καταλαμβάνει ο αδελφός Δημήτρης Υψηλάντης αφού πλέον και από το Μάρτιο του ίδιου έτους, 1821, άρχισε επίσημα ο Αγώνας της εξέγερσης του Εθνους από την Πελοπόννησο.

Ωστόσο, και τον Δημήτριο Υψηλάντη ο Ξάνθος βοήθησε ενεργά και πάντοτε ανιδιοτελώς επί επταετία περίπου.
Το 1827, κι ενώ ο Αγώνας τερματιζόταν, ο Ξάνθος πήγε στη Ρουμανική πρωτεύουσα, το Βουκουρέστι, και επί 10ετία εργαζόταν ως εμποροϋπάλληλος, ξεχασμένος στην Ελλάδα.

Υπήρχε, δε, διάχυτη η εντύπωση ότι είχε πεθάνει και ελληνικότατα άρχισαν μερικοί “εξυπνάκηδες” να τον κατηγορούν, γράφοντας διάφορες άδικες κατηγορίες. Σύνηθες, εξάλλου, φαινόμενο στην ιστορία του Εθνους μας, τόσο στην αρχαία, όσον και νεώτερη, καθόσον ελάχιστοι Ελληνες είναι εκείνοι που αξιώθηκαν εν ζωή αναγνώρισης των υπηρεσιών τους.

Το 1837, μόλις πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, ήρθε στην Αθήνα και έγραψε τα Απομνημονεύματά του, καταρρίπτοντας μία προς μία τις κατηγορίες που μερικοί κακόβουλοι προσπάθησαν να του καταλογίσουν.

Το 1930, ο Κωστής Παλαμάς, σχολιάζοντας το γεγονός θα γράψει: «... Διότι ήγγισε κι εσέ Ξάνθε, ο φθόνος, το ψεύδος, και η αχαριστία. Αλλά, δια να σε αποκαταστήσουν και να σε μεγαλώσουν».

Ο Ξάνθος,με αναφορά του προς την Εθνοσυνέλευση το 1843, η οποία διασώζεται, ομολογεί ότι στερείται και αυτού του εκούσιου άρτιου. Η εφημερίδα της εποχής “Αγών”, εστιγμάτισε το γεγονός, ότι ο Ξάνθος θα έφθανε, ασφαλώς, σε δεινότερη οικονομική κατάσταση, εάν η γυναίκα του, η Σεβαστή, δεν εφρόντιζε να πουλήσει τα στολίδια της και να κτίσει μια “καλύβα” ένα σπιτάκι στην οδό Νικοδήμου, ακριβώς στη γωνιά που συναντάται σήμερα με την οδό Βουλής.

Χάρη στην πρόνοιά της είχε τρία κεραμίδια να βάλει από κάτω τ’ ασπρισμένο κεφάλι του. Επιπρόσθετα, και από την πενιχρή σύνταξη των 140 δραχμών που έπαιρνε από το Κράτος, έδινε τις 70 ως τοκοχρεωλύσιο για να καλύψει το χρέος του σπιτιού, που είχε πάρει συμπληρωματικά σαν δάνειο. Με πόση συγκίνηση θα θυμόταν τώρα, στη μιζέριά του, πως, ενώ συνωμοτούσαν στο σπιτάκι τους, στην Πόλη, το 1818, είχε πει μια νύχτα, η γυναίκα του Ξάνθου, στον Παπαφλέσσα:

«Εσείς μ’ ανάψατε φωτιά στο σπίτι μου».
«Υποπτεύθηκαν, ότι ξέρει τα πάντα, ότι φοβάται και ότι είναι επικίνδυνη. Και είπαν στο Ξάνθο που τη λάτρευε, πως έπρεπε να λείψει από τη μέση. Ο δυστυχής, πάλαιψε να τους πείσει, ότι δεν ξέρει τίποτα».

«Επιτέλους, σκοτώστε την, τους είπε, αλλά βεβαιωθείτε πρώτα».
«Ο Αναγνωστόπουλος, εκ των Φιλικών, που της είχε πει αλληγορικά το θέμα των διαβουλίων κι ήταν ένοχος κάπως, ανέλαβε να την εξιχνιάσει. Και την έσωσε». (Σπύρος Μελάς “Φιλικοί, οι Ανδρες που άνοιξαν στο Γένος το δρόμο της Λευτεριάς” Αθήνα 1960).

Στις 8 Δεκεμβρίου 1852 ο Εμμανουήλ Ξάνθος πέθανε στην Αθήνα. Δεν υπήρχε, πλέον, στη ζωή. Τον θρήνησε ολόκληρο το Εθνος. Την ημέρα, όμως, εκείνη η Δωδεκάνησος, η Πάτμος, η ιδιαίτερη Πατρίδα του Ξάνθου, βρισκόταν ακόμη κάτω από το πέλμα του κατακτητή. Ηταν, ωστόσο, πεπρωμένο να περάσουν άλλα 95 χρόνια από το θάνατό του για να ροδίσει και η Λευτεριά στα δώδεκα διαμάντια του Αιγαίου.

Κατά την κηδεία του αποδόθηκαν τιμές Στρατηγού· για να δικαιωθεί σε όλη του την έκταση και ο μεγαλύτερος λυρικός ποιητής της Αρχαίας Ελλάδος, ο Πίνδαρος: «Οπιθόμβρυτον αύχημα δόξας οίον αποιχομένων ανδρών δίαιταν μανύει και λογίοις και αοιδοίς. (Μόνον η μεταθανάτια κρίση της κοινής γνώμης, παρουσιάζει τη ζωή του θανόντος στους ιστορικούς και τους ποιητές).

Το Δεκέμβριο του 1930, η Πολιτεία τιμώντας τη μνήμη του πρωτεργάτη της Φιλικής Εταιρίας, τοποθέτησε την προτομή του στην Πλατεία Φιλικής Εταιρίας στο Κολωνάκι Αθηνών. Ο Μεγάλος μας Ποιητής Κωστής Παλαμάς, με την ιδιότητα του Προέδρου της Ακαδημίας Αθηνών, εκφώνησε κατάλληλο λόγο στην τελετή των Αποκαλυπτηρίων.

Το 1953, με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από το θάνατό του, στήθηκαν στην Πάτμο δύο προτομές, η μία στην Κεντρική Πλατεία του λιμανιού της Σκάλας και η άλλη στην Πλατεία του Δημαρχείου της Χώρας, όπου πήρε και το όνομά του. Επίσης, το ίδιο έτος τα οστά του Ξάνθου μεταφέρθηκαν στη γενέτειρά του, στην Πάτμο, και τοποθετήθηκαν σε τύμβο, που κτίστηκε μπροστά από το σπίτι που γεννήθηκε.

Ωστόσο, έχουμε τη γνώμη, ότι το οίκημα αυτό, με τη συνδρομή του Υπουργείου Πολιτισμού πρέπει να αναπαλαιωθεί κατάλληλα και να συντηρείται επαρκώς στο διηνεκές. Να συγκεντρωθούν και να εκτίθενται για το ευρύ κοινό στο διηνεκές έστω και σε φωτοαντίγραφα, όλα τα υπομνήματα, οι επιστολές και ό,τι άλλο έχει γράψει ο ίδιος ή έχει γραφεί από άλλους γι’ αυτόν, ως και το ανάλογο φωτογραφικό υλικό που υπάρχει.

Με λίγα λόγια να διαρρυθμιστεί έτσι, ώστε να αποτελέσει ένα πραγματικό Μουσείο, κειμηλιακή έκθεση προσκυνήματος για τις νεώτερες και γενικά τις επερχόμενες γενιές. Οσα, τουλάχιστο, από τα Αρχεία του έχουν απομείνει. Γιατί, όπως γράφει ο Γιάννης Βλαχογιάννης: «... Πριν ιδρυθούν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1914, τα Γενικά Αρχεία, το Κράτος ιδέα δεν είχε γι’ αυτήν του είδους την Υπηρεσία, την κρατική. Το Κράτος, είχε πουλήσει λίγα χρόνια πρωτήτερα, «επί δημοπρασία», το τεράστιο Αρχείο του Αγώνα, και του Καποδίστρια».

«Εμμανουήλ Ξάνθε,
«....Εγεννήθης εις την Πάτμον της Δωδεκανήσου. Εις τον τόπον των Θείων ζοφερών οραμάτων και αποκαλύψεων. Σου έλαχεν η χάρις να ζήσης την ζωήν σου εις το αποκαλυπτικόν όραμα της Πατρίδος, ελευθέρας. Εις μίαν των φιλικών συναναστροφών του 1813 εγνώρισες τον Σκουφάν και τον Τσακάλωφ. Ωνειροπολήσατε την πραγματοποίησιν της Μεγάλης Ιδέας. Η Φιλική Εταιρία συνεστήθη. Τάχα θα υπάρχουν άγγελοι φύλακες, καθώς των ανθρώπων και των Πατρίδων! Θεοί εφέστιοι, ημίθεοι, πολιούχοι. Σας ήκουσαν. Την ώραν εκείνην που ωρκίζεσθε, τις οίδε!, θα ετελείτο πανήγυρις πνευμάτων. Εν άστρον θα υπέτρεμε, καθώς εκείνο των Μάγων. Κάποιος Θεός, και μέσα εις την φάτνην, θα εγεννάτο...»
Κωστής Παλαμάς
(Μέρος του λόγου στ’ αποκαλυπτήρια της προτομής του Εμμ. Ξάνθου στην Αθήνα, στις 21.12.1930).