Μανώλης Κολεζάκης: Σελίδες από την πολεμική ιστορία της Ρόδου
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1468 ΦΟΡΕΣ
Γράφει ο
Μανώλης Κολεζάκης
emmanuelnkolezakis@gmail.com
Α) Η Πολιορκία της Ρόδου από τον Δημήτριο Πολιορκητή 305 π.Χ.: Μία από τις σημαντικότερες πολιορκίες της αρχαιότητας
(Ως ευχαριστήρια δέηση για τη σωτηρία της πόλης οι Ρόδιοι κατασκεύασαν τον περίφημο «Κολοσσό της Ρόδου», ενός γιγαντιαίου αγάλματος προς τιμήν του Θεού Ήλιου)
Σύμφωνα με τον θρύλο, τον 4ο αιώνα π.Χ. ο θεός Ήλιος έσωσε τον λαό της Ρόδου από μία επίμονη πολιορκία του Μακεδόνα στρατηγού Δημητρίου του Πολιορκητή. Ως έκφραση ευγνωμοσύνης προς τον προστάτη θεό τους, οι Ρόδιοι ανήγειραν τον Κολοσσό, ένα γιγαντιαίο μπρούντζινο άγαλμα, που υψωνόταν περίπου 33 μέτρα πάνω από το μαρμάρινο βάθρο του, δηλαδή ήταν δυόμισι φορές υψηλότερο από το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, το έργο του Φειδία.
Η πολιορκία της Ρόδου το 305–304 π.Χ. ήταν μια από τις πιο αξιοσημείωτες πολιορκίες της αρχαιότητας, όταν ο Δημήτριος Πολιορκητής , γιος του Αντιγόνου Α’ , πολιόρκησε τη Ρόδο σε μια προσπάθεια να την κάνει να εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και να τερματίσει τη στενή της σχέση με τον Πτολεμαίο Α’.
Ο Αντίγονος, για να τους εξαναγκάσει να έρθουν με το μέρους του, διέταξε τη σύλληψη ροδιακών εμπορικών πλοίων που κατευθύνονταν προς την Αλεξάνδρεια. Οι Ρόδιοι αντέδρασαν αμέσως.
Με ισχυρό στόλο πέτυχαν να απελευθερώσουν τα πλοία τους και να συνεχίσουν τις εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο, αλλά το απότέλεσμα ήταν να έρθουν σε ρήξη με τον Αντίγονο. Την επιχείρηση εναντίον τους ανέλαβε ο Δημήτριος.
Οι Ρόδιοι, βλέποντας την αριθμητική υπεροχή του εχθρού και γνωρίζοντας ότι σοβαρή ενίσχυση δεν μπορούσε να τους δοθεί από τον Πτολεμαίο μετά την καταστροφή του στόλου του, απόφάσισαν να υποχωρήσουν, δέχθηκαν δηλαδή να γίνουν σύμμαχοι του Αντιγόνου κατά του Πτολεμαίου.
Στα τέλη του Ιουλίου περίπου του 305 π.Χ., ο Δημήτριος συγκέντρωσε τις δυνάμεις του εκστρατευτικού του σώματος, με τις οποίες ενώθηκαν και συμμαχικά πλοία πειρατών, στα Λώρυμα της Καρίας, απέναντι από τη Ρόδο.
Οι Ρόδιοι, μόλις αντιλήφθηκαν ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος, έστειλαν πρέσβεις να ζητήσουν τη βοήθεια του Πτολεμαίου, του Λυσιμάχου και του Κασσάνδρου, και έλαβαν διάφορα μέτρα για να ενισχύσουν με μετοίκους και δούλους το σώμα των στρατεύσιμων πολιτών και να κρατήσουν ψηλό το φρόνημα του πληθυσμού.
Επιθέσεις από τη θάλασσα
Ο Δημήτριος αντιλαμβανόταν ότι αν δεν διέκοπτε την επικοινωνία της Ρόδου με τη θάλασσα, που επέτρεπε οχι μόνο τον ανεφοδιασμό των πολιορκημένων αλλα και επιχειρήσεις αντιπερισπασμού, όπως είδαμε, θα του ήταν πολύ δύσκολο να την κυριεύσει.
Γι’ αυτό αποφάσισε, προσβάλλοντας την πόλη από την πλευρά της θάλασσας, όπου γενικά τα τείχη ήταν ασθενέστερα, να καταλάβει το ταχύτερο τον μεγάλο (εμπορικό) λιμένα που δεν διέθετε ιδιαίτερη οχύρωση.
Τρικυμία εμπόδισε τον Δημήτριο να αρχίσει την επίθεση την καθορισμένη ημέρα, αλλά, καθώς κατά τη νύχτα γαλήνεψε η θάλασσα, κατόρθωσε να απόβιβάσει κρυφά 400 στρατιώτες και πλήθος καταπελτών στη βόρεια άκρη του λιμενοβραχίονα, την οποία και οχύρωσε. Την επομένη οι πλωτές μηχανές πλησίασαν σε απόσταση βολής Επί οκτώ μέρες συνεχίστηκαν οι επιθέσεις.
Τέλος οι ταλαντιαίοι πετροβόλοι συνέτριψαν το μεσοπύργιο του λιμενοβραχίονα και το αμέσως διπλανό, δίνοντας στους επιτιθεμένους την ευκαιρία να επιχειρήσουν διείσδυση μέσα από τα ρήγματα.
Η έφοδος όμως απέτυχε και ο Δημήτριος αναγκάστηκε να απόπλεύσει στον κόλπο της Ιαλυσού με βαριές απώλειες, ιδίως μεταξύ των αξιωματικών του, γιατί οι Ρόδιοι αντιστάθηκαν με γενναιότητα και κατόρθωσαν να πυρπολήσουν πολλά απόβατικά πλοία των εχθρών, τα οποία άραξαν στους απότομους βράχους της ακτής.
Οκτώ μέρες αργότερα, αφού οι δύο αντίπαλοι επισκεύασαν τόσο τις μηχανές όσο και τα τείχη, ο Δημήτριος επιχείρησε δεύτερη επίθεση. Μόλις έφτασε σε ακτίνα βολής, άρχισε πάλι να πλήττει τα τείχη με τους πετροβόλους και τους υπερασπιστές τους με τους οξυβελείς, ενώ συγχρόνως επιχείρησε να πυρπολήσει τα προσορμισμένα πλοία των Ροδίων με πυρφόρα βέλη. Οι Ρόδιοι κατόρθωσαν να σβήσουν τις πυρκαγιές.
Ο Δημήτριος, αφού κατασκεύασε άλλη μηχανή, τριπλάσια σε μέγεθος, ετοιμαζόταν να επιχειρήσει και άλλη επίθεση. Εν τω μεταξύ κατέπλευσαν ενισχύσεις στον ελεύθερο λιμένα, 500 μισθοφόροι του Πτολεμαίου και 150 Κρήτες από την Κνωσό.
Επιθέσεις από την ξηρά
Η πόλη φάνηκε στον Δημήτριο απόρθητη από τη θάλασσα, γι’ αυτό επιδόθηκε στην προετοιμασία πολιορκίας της από την ξηρά. Συγκέντρωσε στο στρατόπεδό του πολυάριθμους τεχνίτες και εργάτες, όπως παραδίδει o Διόδωρος καθώς και μερικούς από τους ικανότερους μηχανικούς της εποχής, όπως ο Επίμαχος και ο Ηγήτωρ.
Έτσι κατασκεύασε μια ελέπολι, ακόμη μεγαλύτερη από εκείνη που χρησιμοποίησε κατά την πολιορκία της Σαλαμίνας, δύο τεράστιες κριοφόρους χελώνες, οκτώ χωστρίδες που θα επέτρεπαν στους ανδρες του την ακίνδυνη προσπέλαση των τειχών.
Την άνοιξη του 304 π.Χ. ο Δημήτριος, αφού επέλεξε ως σημείο προσβολής την ευρύχωρη νότια πλευρά της πόλης, επειδή βρισκόταν κοντά στο στρατόπεδό του και σε μικρή απόσταση από τον τεχνητό λιμένα του, και του παρείχε έτσι τη δυνατότητα να επιχειρήσει συντονισμένη επίθεση από ξηρά και από θάλασσα, άρχισε να προωθεί τις μηχανές του.
Οι Ρόδιοι δεν περιορίστηκαν στην άμυνα, κατασκευάζοντας και δεύτερο βοηθητικό τείχος στο σημείο της επίθεσης, αλλά επωφελήθηκαν από την ελευθερία κινήσεων που είχαν ανακτήσει στη θάλασσα, για να παρενοχλούν με τον στόλο τους τον ανεφοδιασμό του Δημητρίου διενεργώντας επιδρομές στα γειτονικά νησιά και στα παράλια της Μικράς Ασίας.
Αφού ο Δημήτριος επιχείρησε χωρίς επιτυχία να διεισδύσει στην πόλη, δωροδοκώντας τον υπεύθυνο για την επιτήρηση της υπόγειας σήραγγας, που το μηχανικό των πολιορκητών είχε διορύξει κάτω από το τείχος, διέταξε γενική επίθεση από ξηρά και θάλασσα, την οποία ομως διέκοψε για αρκετό χρόνο η άφιξη Κνιδίων πρέσβεων.
Η μεσολάβηση αυτή απέτυχε. Αναθαρρημένοι οι Ρόδιοι επωφελήθηκαν από την ασέληνη νύχτα, για να επιχειρήσουν να καταστρέψουν τις πολιορκητικές μηχανές, πριν διευρύνουν το ρήγμα και το καταστήσουν βατό στο εχθρικό πεζικό.
Τέλος, ο Δημήτριος κατόρθωσε να σώσει τις μηχανές του απόσύροντάς τες εκτός βολής. Μετά την απότυχία και νέας μεσολαβητικής προσπάθειας διαφόρων ελληνικών πόλεων, ο Δημήτριος κατέστρωσε σχέδιο συντονισμένης επιθέσης κατά της Ρόδου. Οι Ρόδιοι ήταν ενωμένοι απέναντι στον εχθρό. Όμως παρά τις επιτυχίες των Ροδίων και τις ενισχύσεις του Πτολεμαίου, η πόλη άρχιζε να εξαντλείται, κυρίως σε έμψυχο δυναμικό.
Μετά την απότυχία της δεύτερης από ξηρά επίθεσης, ο Δημήτριος απόφάσισε να καταλάβει την πόλη με μακροχρόνια πολιορκία. Αλλά με την τροπή που πήραν τα πράγματα στην Ελλάδα αναγκάστηκε ο Αντίγονος να απόσύρει τον στόλο από τη Ρόδο. Με τη μεσολάβηση των Αιτωλών και των Αθηναίων, οι εχθροπραξίες σταμάτησαν.
Στη συμφωνία που έγινε (καλοκαίρι του 304 π.Χ.) αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία των Ροδίων, που όφειλαν να είναι σύμμαχοι του Αντιγόνου, χωρίς όμως να μετέχουν σε πόλεμο εναντίον του Πτολεμαίου. Οι όροι αυτοί ήταν ευνοϊκότεροι από εκείνους που πρότειναν οι Ρόδιοι πριν από την έναρξη της πολιορκίας.
Αποτέλεσμα
Με τον τρόπο αυτό, μετά από έναν ολόκληρο χρόνο πολιορκίας, ο πόλεμος έλαβε τέλος. Οι Ρόδιοι τίμησαν τους πολίτες και ξένους που διακρίθηκαν στον πόλεμο, απελευθέρωσαν τους δούλους που πολέμησαν με ανδρεία και ανοικοδόμησαν στερεότερα και λαμπρότερα τα τείχη και τα κτίσματα που καταστράφηκαν.
Ο Μακεδόνας στρατηγός έκτοτε έμεινε στην ιστορία με την επωνυμία «ο Πολιορκητής», για τη μεγάλη του εφευρετικότητα και τις επινοήσεις του κατά τις πολιορκίες.
Β) Ναυμαχία της Ρόδου (1099 ή 1100 μ.Χ.)
Σχετικά με τη ναυμαχία της Ρόδου, υπάρχουν διάφορες εικασίες: Σύμφωνα με την τρέχουσα ιστοριογραφία, ο βυζαντινός στόλος συγκρούστηκε, με ένα στόλο που η πόλη της Πίζας έστειλε στην Εγγύς Ανατολή για να συμμετάσχει στη Σταυροφορία, ανοικτά της Ρόδου.
Αναφέρεται μάλιστα (Πηγή Άννα Κομνηνή), ότι ο στόλος των Πιζάνων ήταν μεγάλος 900 περίπου πλοία και πηγαίνοντας προς τη Συρία λεηλάτησε τα Ιόνια νησιά, την Κέρκυρα, τη Λευκάδα, τη Ζάκυνθο και την Κεφαλονιά.
Μόλις το έμαθε ο Αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός, διέταξε να κατασκευασθούν πλοία και έθεσε αρχηγούς αυτού του στόλου τον Βυζαντινό αξιωματούχο Τατίκιο και τον ναύαρχο Λαντούλφο που ήταν Λατίνος.
Ο στόλος αυτός αναχώρησε από την Πόλη στα μέσα Απριλίου και πήγε στη Σάμο. Στη Σάμο οι Βυζαντινοί πληροφορήθηκαν την άφιξη των Πιζάνων και τότε απέπλευσαν προς την Κω, την Κνίδο και από εκεί προς τη Ρόδο αναζητώντας τον στόλο των Πιζάνων. Ανάμεσα στη Ρόδο και τα Πάταρα της Λυκίας έγινε μία ναυμαχία, η οποία διακόπηκε από μία θαλασσοταραχή.
Ο βυζαντινός στόλος, όπως λέει η Κομνηνή, υπερίσχυσε και την επόμενη ημέρα πήγε στη Ρόδο, όπου εκτέλεσε τους αιχμαλώτους. Ο στόλος των Πιζάνων μετά από περιπέτεια έφτασε στη Λαοδικεία όπου συναντήθηκε με τον Βοημούνδο.
Όλοι οι ιστορικοί και μελετητές που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, βασιζόμενοι στην «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνής, τοποθετούν τα γεγονότα αυτά στην άνοιξη του 1099 δεδομένου ότι είναι γνωστό από άλλες δυτικές πηγές ότι ο στόλος των Πιζάνων έφτασε στη Λαοδικεία τον Σεπτέμβριο του 1099.
Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που μιλούν για μία ναυμαχία που έγινε ανοικτά της Ρόδου κατά τη διάρκεια της Α’ Σταυροφορίας και εμπλέκονται και εδώ οι Πιζάνοι αλλά όχι εναντίον των Βυζαντινών αλλά των Βενετών.
Υπάρχει όμως μία πηγή που λέει ότι το 1099 οι Βενετοί αποφάσισαν να στείλουν στην Εγγύς Ανατολή έναν ισχυρό στόλο από 200 πλοία. Ο στόλος αναχώρησε από τη Βενετία τον Ιούλιο του 1099 και μετά από μία στάση στη Ζάρα έφτασε στη Ρόδο στις 28 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.
Οι Βενετοί εξαιτίας του χειμώνα αποφάσισαν να διαχειμάσουν στο λιμάνι της Ρόδου που ήταν κοντά στη Συρία και μπορούσαν να ελέγχουν την περιοχή. Όμως εμφανίστηκε μία μοίρα του Πιζάνικου στόλου και μετά από την άρνησή τους να συμμορφωθούν με την προτροπή των Βενετών για ειρηνική συνύπαρξη, οι τελευταίοι έριξαν στη θάλασσα 30 πλοία εναντίον τους.
Στη ναυμαχία που ακολούθησε, οι Βενετοί επικράτησαν σχετικά εύκολα και μόνο 22 πλοία των Πιζάνων κατάφεραν να διαφύγουν εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι που είχε πέσει και άφησαν πίσω τους 4.000 αιχμαλώτους και τα υπόλοιπα πλοία κατεστραμμένα.
Ο βενετικός στόλος έμεινε στη Ρόδο μέχρι τις 27 Μαΐου του 1100. Τελικά απέπλευσε για τη Λυκία, όπου έλαβε μέρος στην ανακάλυψη των οστών του Αγίου Νικολάου και επέστρεψε στη Βενετία στις 6 Δεκεμβρίου του 1100, ανήμερα της εορτής του Αγίου.
Το ερώτημα είναι: Τι ακριβώς έγινε στη Ρόδο;
Υπάρχουν τρεις υποθέσεις:
1) Κάποια πλοία των Πιζάνων που επέστρεφαν στην πατρίδα συγκρούστηκαν και με τους Βενετούς και με τον νέο βυζαντινό στόλο τον χειμώνα του 1099-1100.
2) Ίσως οι Πιζάνοι συγκρούστηκαν στη Ρόδο δύο φορές, μία πρώτη φορά με τους Βυζαντινούς πηγαίνοντας στη Συρία και μία δεύτερη φορά με τους Βενετούς γυρνώντας και ηττήθηκαν και τις δύο φορές πράγμα κάπως απίθανο.
3) Τελευταία και τολμηρότερη εκδοχή είναι ότι η Κομνηνή απέδωσε στους Βυζαντινούς τη νίκη των Βενετών συμμάχων και υπηκόων, πράγμα που βάσει των τεκμηρίων είναι δύσκολο.
Γ) Πολιορκία της Ρόδου (1480 μ.Χ.)
Η Πολιορκία της Ρόδου ήταν πολεμική επιχείρηση του Μωάμεθ Β ́ με σκοπό την κατάκτηση του νησιού. Η αποτυχημένη αυτή ενέργεια ήταν και η τελευταία μάχη του πρώτου Ενετοτουρκικού πολέμου.
Οι Ιππότες άρχισαν από τότε να οργανώνουν την άμυνα του νησιού, να παρακαλούν για μια συμμαχία όλων των χριστιανικών δυνάμεων, να ζητούν οικονομική και υλική υποστήριξη σε όπλα, άντρες και πολεμοφόδια.
Το 1470 όταν ο Μωάμεθ με απώλειες κοντά στους 80.000 άντρες κατέλαβε την Εύβοια και κυρίως τη Χαλκίδα, θύμωσε τόσο με τη βοήθεια που είχαν στείλει οι Ιππότες της Ρόδου (2 γαλέρες) για να βοηθήσουν τους Ενετούς που κατείχαν τότε τη Χαλκίδα αλλά και με τις επιδρομές που έκαναν στα παράλια της Μικράς Ασίας που κήρυξε τον πόλεμο στους Ιππότες.
Ο Μωάμεθ Β’ αρχίζει από το 1478 να σχεδιάζει συστηματικά πλέον την κατάληψη της Ρόδου, μαζεύοντας στρατεύματα και πολεμοφόδια, στέλνοντας κατασκόπους να πάρουν όσες περισσότερες πληροφορίες για τον αντίπαλο μπορούν, μελετώντας τα αναλυτικά τοπογραφικά σχέδια της πόλης.
Τον Δεκέμβριο του 1479 έστειλε μια ναυτική μοίρα υπό τις διαταγές του βεζίρη του, Μεσίχ Πασά Παλαιολόγο, να κατασκοπεύσει το νησί.
Η μοίρα όμως, αφού διώχτηκε από τα νερά της Ρόδου και της Τήλου, άραξε στον κόλπο της Φενίκης να περιμένει και τον υπόλοιπο στόλο. Ο στόλος ενώθηκε με τη ναυτική μοίρα της Φενίκης και στις 23 Μαΐου 1480 φάνηκε μπροστά στη Ρόδο.
Η πολιορκία
Η πρώτη κίνηση του τουρκικού στόλου ήταν να απόβιβάσει στρατεύματα στον λόφο του Αγίου Στεφάνου, που κατέλαβαν όλη τη γύρω περιοχή.
Ο Παλαιολόγος τοποθέτησε τρία μεγάλα πυροβόλα απέναντι από το φρούριο του Αγίου Νικολάου και άρχισαν τον συνεχή κανονιοβολισμό μέχρι που στις 9 Ιουνίου, θεωρώντας ότι είχαν καταστρέψει αρκετά το φρούριο, εφόρμησαν με πρώτους τους γενίτσαρους, αλλά οι Ιππότες με επικεφαλής τον Μεγάλο Μάγιστρο Πιέρ ντ’ Ωμπυσσόν (Pierre d’ Aubusson) τους αναχαίτισαν και τους οδήγησαν σε υποχώρηση.
Οι Τούρκοι ύστερα από ένα αποτυχημένο τέχνασμα, έκαναν τη μεγάλη έφοδό τους τη νύχτα της 19ης Ιουνίου και η μάχη κράτησε μέχρι το μεσημέρι της 20ής Ιουνίου όπου είχαν μεγάλες απώλειες και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν.
Μετά τις απανωτές αποτυχίες, ο Μεζίχ Πασά προσπάθησε, ρίχνοντας γράμματα μέσα στην πόλη με τόξα, να φοβίσει τους Ρόδιους για να συνθηκολογήσουν.

Στις 28 Ιουλίου οι Τούρκοι ξεκίνησαν τη μεγάλη επίθεσή τους σε όλα τα τμήματα του τείχους ταυτόχρονα. Πρώτοι από τους Τούρκους υποχώρησαν αυτοί που βρίσκονταν στο τείχος των Εβραίων και τους ακολούθησαν και όλοι οι άλλοι, με αποτέλεσμα οι Ρόδιοι και οι Ιππότες να σκοτώσουν πολλούς. Ο Σουλτάνος απάλλαξε τον Μεζίχ Πασά Παλαιολόγο από τα καθήκοντά του, και τον υποβίβασε σε διοικητή της επαρχίας της Καλλίπολης.
Στις αρχές του 1481, τέθηκε ο ίδιος προσωπικά, επικεφαλής ενός στρατού που ξεκινούσε δια ξηράς να κατακτήσει τη Ρόδο, τη Συρία και την Αίγυπτο, αλλά ο θάνατός του σταμάτησε την εκστρατεία οριστικά.
Δ) Η Πολιορκία της Ρόδου στα 1522 μ.Χ
Για δύο αιώνες το νησί της Ρόδου είχε κατακτηθεί από τους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου. Οι σχέσεις των Ιπποτών με τους ντόπιους Γραικούς δεν ήταν και οι καλύτερες.
Ήταν σχέση κατακτητή και κατακτημένου. Ωστόσο, το 1522 όταν ο Σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής αποφάσισε να πολιορκήσει το νησί, όλοι οι Γραικοί απόφάσισαν να πολεμήσουν στο πλευρό των Ιπποτών μιας και ανάμεσα στα δύο κακά, αυτό ήταν το λιγότερο. Άλλωστε, οι Ιππότες ήταν χριστιανοί ενώ οι Οθωμανοί ήταν μουσουλμάνοι.
Σε αυτή την πολιορκία υπήρχαν ηρωικές στιγμές που ακόμα και οι γυναίκες των Γραικών πήραν τα όπλα και πολέμησαν αλλά και μεγάλες στιγμές προδοσίας.
Όλα ξεκίνησαν όταν την 1η Ιουνίου 1522 μ.Χ. ο Σουλτάνος Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής κηρύσσει τον πόλεμο στους Ιππότες του Αγίου Ιωάννου.
Η εισβολή των Οθωμανών ξεκίνησε από τη Σύμη και στις 26 του ίδιου μήνα ο στόλος των Οθωμανών έβαλε πλώρη για τη Ρόδο.
Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, ενώ μπορούσε να στείλει στρατό, δεν έστειλε κανέναν, διότι οι Βενετοί θεωρούσαν του Ιππότες του Αγίου Ιωάννου πειρατές και οι Βενετοί δεν συνεργάζονταν ποτέ με πειρατές.
Μάλιστα παραδοσιακά δεν άφηναν ποτέ πλοία που ανήκαν στο τάγμα να επισκέπτονται τα λιμάνια των αποικιών της.
Παράλληλα, η Βενετία είχε συνάψει συνθήκη με τους Οθωμανούς που δεν ήθελε να σπάσει. Οι Οθωμανοί απόβιβάστηκαν με τάξη και στις 28 του ίδιου μήνα έφτασε ο ίδιος ο Σουλτάνος μαζί με 30 γαλέρες, ενώ στο στρατόπεδο των Ιπποτών επικρατεί αναστάτωση και φόβος και ο Μάγιστρος με δυσκολία τους πειθαρχεί. Στις 24 Σεπτεμβρίου οι Οθωμανοί έκαναν μεγάλη επίθεση όπου έπεσε ο αρχηγός των Άγγλων σερτζέντων Κένσινγκτον (ο οποίος ήταν και αυτός σερτζέντος).
Ο Κένσινγκτον ήταν παντρεμένος με μια πολύ όμορφη Ελληνίδα, η οποία ονομαζόταν Αναστασία και είχαν μαζί δύο παιδιά. Η Αναστασία βλέποντας τον άντρα της να πέφτει νεκρός και νομίζοντας πως οι Οθωμανοί μπήκαν στην πόλη, σκότωσε τα παιδιά της και αφού βάφτηκε με το αίμα του άντρα της και των παιδιών της φόρεσε την πανοπλία των σύνθετων πλακών του άντρα της και πήρε το μακρύ σπαθί του και μπήκε στη μάχη μαζί με τους Άγγλους σερτζέντους και τους Άγγλους Ιππότες.
Οι Άγγλοι φοβήθηκαν. Ήξεραν ότι ο Κένσινγκτον ήταν νεκρός και τώρα είχε έρθει από τον Άδη να πολεμήσει μαζί τους. Δεν ήξεραν όμως, ότι ήταν η Αναστασία. Εκεί η Αναστασία πολέμησε πολλούς εχθρούς μαζί με τους Άγγλους αλλά στο τέλος έπεσε.
Μετά τη μάχη, όταν οι Άγγλοι απώθησαν τους Οθωμανούς είδαν ότι ο Κένσινγκτον που ήρθε από τον Άδη ήταν η γυναίκα του, η Αναστασία. Ο Piacenza αναφέρει και άλλη μία Ελληνίδα που πήρε τα άρματα κάποια Πάολα Βικτώρια, η οποία πολέμησε τους Γενίτσαρους. Αυτή κατάφερε και σκότωσε δύο πριν πέσει.
Μια Τουρκάλα, η οποία λεγόταν Φατιμά, μαζί με άλλους Τούρκους είχαν κάνει μια οργάνωση όπου προκαλούσαν χάος μέσα στη πόλη με σκοπό να βοηθήσουν τους Οθωμανούς. Ήθελαν να βάλουν φωτιά κάπου, έτσι ώστε οι υπερασπιστές να πάνε να τη σβήσουν και οι Οθωμανοί να εισβάλουν. Όμως οι Ιππότες τους ανακάλυψαν και τους εκτέλεσαν όλους.
Η Φατιμά δεν ήταν η μόνη κατάσκοπος. Πολύ πριν την πολιορκία ο πατέρας του Σουλεϊμάν είχε στείλει στη Ρόδο έναν κατάσκοπο. Αυτός ήταν Εβραίος και στο επάγγελμα γιατρός. Αυτός για να μην κινήσει τις υποψίες βαφτίστηκε χριστιανός.
Όταν ξεκίνησε η πολιορκία έδινε πληροφορίες στους πολιορκητές. Έριχνε βέλη με γράμματα. Όμως οι Ιππότες τον έπιασαν την ώρα που έριχνε με το τόξο του. Οι Ιππότες τον βασάνισαν και αυτός ομολόγησε, ότι είπε στους Οθωμανούς ότι οι Ιππότες δεν είχαν άλλη πυρίτιδα.
Η προδοσία ωστόσο ήρθε από έναν Φράγκο. Ο Πορτογάλος ιππότης Ανδρέας ντε Αμαράλ, ο οποίος ήταν ο καγκελάριος του τάγματος. Ο Ανδρέας μισούσε τον Μάγιστρο γιατί είχε εκλεγεί αυτός στη θέση του.
Ο Ανδρέας είχε την ευθύνη για τα πυρομαχικά των Ιπποτών. Ενώ είχε πυρίτιδα στις αποθήκες, αυτός έλεγε ότι είχε τελειώσει. Αυτός ήταν και ένας λόγος που οι Ιππότες συνθηκολόγησαν, θεωρώντας ότι δεν έχουν άλλα πυρομαχικά.
Ο Ανδρέας είχε και έναν υπηρέτη τον Βλάσιο Διεζ. Ο Διεζ ήταν Εβραίος, ο οποίος είχε βαφτιστεί. Ο Ανδρέας διέταζε τον Διεζ να δίνει πληροφορίες στον Σουλεϊμάν.
Οι Ιππότες τον έπιασαν την ώρα που έδειξε τις πληροφορίες και ομολόγησε, ότι ο Ανδρέας τού έδινε διαταγές. Μετά από ανάκριση, οι Ιππότες καταδίκασαν σε θάνατο και τους δύο.
Λίγες μέρες μετά, οι Ιππότες συνθηκολόγησαν με τον όρο να φύγουν με τα όπλα τους, τους θησαυρούς και τις σημαίες τους και όρκισαν τον Σουλτάνο να μην πειράξουν οι Οθωμανοί τους Γραικούς της Ρόδου. Οι Οθωμανοί πήραν τη Ρόδο παραμονή Χριστουγέννων.
Όταν οι Οθωμανοί είχαν πια καταλάβει την πόλη, έφτασαν στο σημείο που είχε πέσει η Αναστασία.
Εκεί είδαν τη σορό ενός Ιππότη που γύρω του υπήρχαν εκατοντάδες νεκροί Τούρκοι.
Όταν έβγαλαν το κράνος του Ιππότη είδαν πως ήταν γυναίκα και τα έχασαν. Το Ελληνικό Κράτος τιμά την Αναστασία ως ηρωίδα και στη Ρόδο υπάρχει μια οδός με το όνομά της προς τιμήν της.
Την 1η Ιανουαρίου του 1523, οι λιγοστοί Ιππότες που επιβίωσαν από την πεντάμηνη πολιορκία, επιβιβάστηκαν στις γαλέρες, έφυγαν από το νησί χωρίς να έχουν βρει πού θα μεταφέρουν την έδρα του Τάγματος.
Το 1530, μετά την αποτυχημένη τους προσπάθεια να καταλάβουν τη Μεθώνη, ο Κάρολος Ε’ της Ισπανίας, τους παραχώρησε τη Μάλτα και από τότε μέχρι σήμερα είναι γνωστοί ως οι Ιππότες της Μάλτας. Την πρωτοχρονιά του 1523, ο Σουλεϊμάν έγινε ο πρώτος σουλτάνος της οθωμανικής δυναστείας, που πέρασε ως κατακτητής την πύλη του Αγίου Αθανασίου.
Η διαταγή του ήταν να κλείσει η πύλη του Αγίου και να μην πατήσει ποτέ κανένας πάνω στα βήματα του μεγάλου κατακτητή. Μία έπαρση την είχαν οι ηγέτες αυτού του επιπέδου και όχι μόνο του μουσουλμανικού κόσμου.
Η πόλη της Ρόδου προδόθηκε και παραδόθηκε, αλλά δεν κατακτήθηκε ποτέ.
Πάντα το ελληνικό και χριστιανικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο και έτσι άντεξε εκατοντάδες χρόνια, μέχρι που ενσωματώθηκε στην Ελλάδα, το 1948.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News