1932: Η τέταρτη κατά σειρά πτώχευση του ελληνικού κράτους

1932: Η τέταρτη κατά σειρά  πτώχευση του ελληνικού κράτους

1932: Η τέταρτη κατά σειρά πτώχευση του ελληνικού κράτους

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 834 ΦΟΡΕΣ

Ο Βενιζέλος ανακοινώνει στάση πληρωμών

Γράφει ο Κυριάκος Ι. Φίνας Β’ ΜΕΡΟΣ-ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ Από τις αρχές του 1932 άρχχισαν, πλέον, να διατυπώνονται απόψεις τόσον στον τύπο, όσο από οικονομικούς κύκλους, ότι η οικονομική κατάσταση που αντιμετώπιζε η χώρα ήταν τραγική και προβλέπονταν αδιέξοδα. Υπήρχαν δύο τάσεις: η μία υποστήριζε με σθένος, ότι έπρεπε να σχηματιστεί Οικουμενική Κυβέρνηση, υποστηρίζοντας ότι τούτο θα εσήμαινε αναγνώριση του ότι δεν υπάρχει εφεξής παρά μία μόνον οικονομική πολιτική προς εφαρμογή. Τη συγκρότηση τέτοιας κυβέρνησης με κύριο άρθρο στις 19 Μαρτίου 1932 υποστήριζε η προσκείμενη στο Βενιζέλο εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ. Κατά την άποψη αυτή απερρίπτετο η δεύτερη λύση που ορισμένοι κύκλοι προωθούσαν, για τη σύσταση κυβέρνησης τεχνοκρατών ή “ισχυρών οικονομικών νοών”, καθώς τους αποκαλούσαν τότε. Η λύση των προβλημάτων είναι και πρέπει να μείνει καθαρά πολιτική, υποστήριζαν με έμφαση. Εν πάση περιπτώσει και δεδομένου ότι τα χρονικά περιθώρια εξαντλούνταν, ο Βενιζέλος δεδομένης και της άρνησης του Λαϊκού Κόμματος να συνεργαστεί, με διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό, στην ουσία κήρυττε πτώχευση. Καθόσον και το κάλυμμα της Τράπεζας της Ελλάδος μειώθηκε στο 27%, αντί του 44% που ήταν το θεσμικό καθορισμένο κατώτατο όριο, που σήμαινε, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα νέου δανεισμού. (Λευτέρης Τσουλφίδης. Οι πτωχεύσεις του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα 2012). Να σημειωθεί, ότι το εξωτερικό Δημόσιο χρέος κατά κεφαλήν κατοίκου (1932), ενώ στην Ελλάδα ήταν 43,07 δολάρια, στη Ρουμανία 32,26, στη Γιουγκοσλαβία 27, στην Ουγγαρία 27,8, στην Πολωνία 13,8, στη Βουλγαρία 18,8 και στη Τσεχοσλοβακία 12,1. Ετσι, τόσο με Νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή στις 29.3.1932 «περί προσωρινής ρυθμίσεως ζητημάτων δημοσίου χρέους», όσο και ο Νόμος 5422 της 26.4.1932 και μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου έτους, ανακοινώθηκαν τα εξής μέτρα πολιτικής: • Αναστέλλεται η μετατρεψιμότητα της δραχμής, πράγμα που ισοδυναμεί με την πλήρη ανατροπή του προγράμματος νομισματικής σταθερότητας της περιόδου 1927-1928. • Η δραχμή υποτιμάται και μέχρι τον Δεκέμβριο το 1932 χάνει το 60% της αξίας της. • Καταργείται η αγορά συναλλάγματος (το συνάλλαγμα περνάει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΤτΕ). • Αναστέλλεται επ’ αόριστον (1.5.1932) η πληρωμή χρεολυσίων και τόκων για όλα τα δάνεια (εσωτερικού ή/και εξωτερικού) του κράτους. Με εξαίρεση τους τόκους δανείων προς τις τράπεζες του εσωτερικού που πληρωνόταν μόνο κατά το 1/4. • Οι οφειλές σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα Ελλήνων και ξένων που διαμένουν στην Ελλάδα μετατρέπονται σε δραχμές στη βάση 100 δρχ.= 1 δολάριο. • Αύξηση των δασμών πλην των αγαθών πρώτης ανάγκης), ενίοτε και μέχρι τον δεκαπλασιασμό τους. • Επιβολή ποσοτικών περιορισμών (ποσοστώσεις) για τα περισσότερα εισαγόμενα είδη (π.χ. 1/3 ή 2/3 του επιπέδου του 1931). • Υιοθετείται το συμψηφιστικό (κλίρινγκ) εμπόριο της χώρας με άλλες, αν π.χ. η Ελλάδα εισήγαγε μηχανήματα από τη Γερμανία, τα πλήρωνε εξάγοντας στη Γερμανία αγροτικά προϊόντα ίσης αξίας». Η ανακοίνωση της εγκατάλειψης του “χρυσού κανόνα” έγινε από το νέο Υπουργό των Οικονομικών στη Βουλή στις 26 Απριλίου 1932. Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας Λευτέρης Τσουλφίδης, στη Μελέτη του: «Οι πτωχεύσεις του Ελληνικού Κράτους», σχολιάζοντας τα προαναφερθέντα μέτρα, παρατηρεί: «Με τα ανωτέρω ουσιαστικά η Ελλάδα περιόρισε τις διεθνείς της πληρωμές στις απολύτως αναγκαίες και ακολούθησε την πολιτική της οικονομικής αυτάρκειας, της οποίας παράπλευρο αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της εγχώριας παραγωγής και δη της αγροτικής.  Η αύξηση αυτή επιτεύχθηκε χάρη στην κινητοποίηση του υφιστάμενου παραγωγικού δυναμικού, συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη στενότερων διασυνδέσεων μεταξύ των κλάδων της οικονομίας που μέχρι τότε παρουσίαζαν μεγάλη εξωστρέφεια. Δηλαδή, οι εισροές του κάθε κλάδου της οικονομίας ήταν, ως επί το πλείστον, εισαγόμενες, ενώ το παραγόμενο προϊόν είτε πήγαινε κατευθείαν σε τελική κατανάλωση ή σε εξαγωγές και πολύ λιγότερο για εισροές των άλλων τομέων της εγχώριας οικονομίας». Η κατάσταση μετά την πτώχευση Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παραιτήθηκε το δεύτεορ δεκαήμερο του Μαΐου 1932 και Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου. Η κυβέρνησή του, όμως, είχε διάρκεια μόλις εννέα ημέρες, έως 3 Ιουνίου. Ετσι, επανήλθε πάλι στην Πρωθυπουργία ο Βενιζέλος, σχηματίζοντας την τελευταία κυβέρνηση της πολιτικής του σταδιοδρομίας. Στις εκλογές που έγιναν στις 25 Σεπτεμβρίου 1932 και ύστερα εκείνες του Μαρτίου 1933 τις κέρδισε το Λαϊκό Κόμμα, με Πρωθυπουργό τον Παναγή Τσαλδάρη. Ο Πρωθυπουργός με επιστολή του προς όλους τους υπουργούς τους συμβούλευε να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για να πραγματοποιήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερες περικοπές στα υπουργεία τους. Επίσης, αποφασίστηκε η κατάργηση όλων των κρατικών αυτοκινήτων όλων των υπουργείων υφυπουργών και υψηλόβαθμων αξιωματούχων και αξιωματικών, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, του πρωθυπουργού και του προέδρου της Βουλής και της γερουσίας. Μεταξύ των άλλων μέτρων ήταν η απαγόρευση της ελεύθερης μετατροπής της δραχμής σε συνάλλαγμα ή χρυσό, η επίσημη αναστολή των τόκων όλων των δανείων και η αύξηση των εισαγωγικών τελών. Ωστόσο, μια πρώτη συνέπεια αυτών των μέτρων ήταν η απότομη υποτίμηση της δραχμής σε σχέση με τα ξένα νομίσματα, υποτίμηση που έφτασε το 60% (Γιώργος Ρωμαίος. «Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών». Αθήνα 2012). Σημεία οικονομικής ανάκαμψης Ο δημοσιογράφος και ιστορικός Γιώργος Ρωμαίος στο έργο του: «Η Ελλάδα των δανείων και των χρεοκοπιών» αντλώντας στοιχεία ξένων παρατηρητών αναφέρει: «...Αναφορικά με τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που είχε η πτώχευση του 1932 για την Ελλάδα, ο Μαρκ Μαζάουερ, στη Μελέτη του: «Η Ελλάδα και η οικονομική κρίση του Μεσοπολέμου», παρατηρεί ότι «η ειρωνεία ήταν πως η εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού άνοιξε το δρόμο για μια απροσδόκητα σύντομη άνοδο βασισμένη στην εγχώρια οικονομία. Με την κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου, η Ελληνική Οικονομία κινήθηκε διστακτικά προς την αυτάρκεια». Η κήρυξη στάσης πληρωμών, συμπληρώνει ο Γ. Ρωμαίος, από την κυβέρνηση Βενιζέλου, τον Απρίλιο του 1932, σήμαινε πως από εκείνο το σημείο και μετά, τουλάχιστον για ένα σημαντικό διάστημα, η Ελλάδα θα είχε τη δυνατότητα να εξοικονομήσει κονδύλια, που ενώ προηγουμένως προορίζονταν για τη σταδιακή αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους, πλέον θα μπορούσαν να διοχετευθούν για την ανάπτυξη της εγχώριας οικονομίας και της αύξησης της παραγωγικής δυναμικής της χώρας. Παράλληλα, η οικονομική “απομόνωση” της Ελλάδας έθετε τις βάσεις για τη σταδιακή “αυτάρκεια” της Ελληνικής Οικονομίας, δηλαδή, την αυτοχρηματοδότηση, δίχως εξωτερική βοήθεια, των αναπτυξιακών έργων και προγραμμάτων. Αλλά και ως τη σχέση εισαγωγών-εξαγωγών ο δείκτης άρχισε να βελτιώνεται.  Ετσι, μέχρι Απρίλιο του 1932, ο τιμάριθμος χονδρικής των εισαγομένων εγχώριων προϊόντων ήταν σαφώς κατώτερος από εκείνων των εγχώριων προϊόντων. Αυτό υποδήλωνε, ότι τα ξένα προϊόντα συναγωνίζονταν με επιτυχία τα ελληνικά στην εγχώρια αγορά, τόσο σαν τελικά προϊόντα, όσο και σε είδος κεφαλαιοχικού εξοπλισμού. Ομως, από τον Απρίλιο του 1932 διαμορφώνεται η αντίστροφη τάση: Ενώ, μεταξύ 1923 και 1939 η αύξηση των εισαγωγών περιορίστηκε σε 103%, οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 268%. (Εκδοτική Αθηνών «Η ιστορία του ελληνικού έθνους». Τόμος ΙΕ!). Επιπρόσθετα η εξοικονόμηση πόρων με τη στάση πληρωμών κατέστη δυνατόν να συνεχιστεί η αποπεράτωση των δημόσιων έργων. Παράλληλα, από το 1934 με ευχέρεια δόθηκαν και αυξήσεις μισθών και πάρθηκαν διάφορα άλλα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, η θέσπιση του οκταώρου, οι συλλογικές συμβάσεις και το ελάχιστο ημερομίσθιο. Καθώς, και η θεσμοθέτηση του ΙΚΑ το 1935, ως και η λειτουργία τα δύο χρόνια αργότερα. Κλείνοντας για την πτώχευση του 1932 να αναφέρουμε ότι τα εξωτερικά δάνεια των πτωχεύσεων 1893 του Τρικούπη και 1932 του Βενιζέλου, διευθετήθηκαν εν μέρει το 1952 και οριστικά το 1962. Επιπρόσθετα, πρέπει να τονιστεί ότι επί Βενιζέλου πραγματοποιήθηκε διεύρυνση της αγοράς, καθόσον η νέα οικογενειακή γεωργία δεν ήταν αυτοκαταναλωτική, όπως προηγούμενα, αλλά εξελίχθηκε και βασιζόταν στην εμπορευματική και χρηματική οικονομία. Τούτο οφειλόταν στο γεγονός, ότι η νεότερη αγροτική οικογένεια εισχώρησε στα εμπορευματικά κυκλώματα, τόσο για διοχέτευση των προϊόντων της, όσο και για τη διασφάλιση των προμηθειών της. και ότι οι κατά τόπους γεωργικές οργανώσεις διαδραματίζουν, σε κάποιο βαθμό και αναπτυξιακό ρόλο.

Διαβάστε ακόμη

Αγαπητός Ξάνθης: Το νόημα μιας μεγάλης αγκαλιάς την εποχή της απόστασης και της ατομικότητας

Νικήτας Γρύλλης: Η Δημόσια Διοίκηση στην Υπηρεσία του Πολίτη – Όχι Απέναντί του

Θάνος Ζέλκας: Η Ελλάδα που περιμένει τον καιρό

Απέναντι στα νησιά το κράτος: μια επικίνδυνη πολιτική για την ακριτική Ελλάδα

Κοσμάς Σφυρίου: Η καμπάνα για φτωχοποίηση πλήθους Ελλήνων ήχησε πάλι!

Γιάννης Σαμαρτζής: Ο επίμονος πληθωρισμός στην Ελληνική Οικονομία και Παγκοσμίως

Κυριάκος Μιχ. Χονδρός: Ιστορικά γεγονότα από τη Γενοκτονία του Πόντου

Ηλίας Καραβόλιας: Η ξεχασμένη έννοια της «δίκαιης κατανομής»