Απέναντι στα νησιά το κράτος: μια επικίνδυνη πολιτική για την ακριτική Ελλάδα
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 139 ΦΟΡΕΣ
Γράφουν: Καίτη Γιαννακά, μέλος της Επιτροπής Πολιτικού Προγράμματος των Δημοκρατών ΠΚ, υπεύθυνη της ΘΟ Νησιωτικής και Γιώργος Κασσάρας, μέλος της ΘΟ Νησιωτικής
Οι τελευταίες εξελίξεις στη Σύμη αποτελούν μια βαθύτερη πολιτική και θεσμική κρίση που αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κράτος αντιμετωπίζει σήμερα τα μικρά νησιά και τις ακριτικές κοινωνίες και δεν είναι μια απλή τοπική διαμάχη μεταξύ ενός Δήμου και δημόσιων υπηρεσιών.
Οι δηλώσεις του δημάρχου Σύμης, είναι κραυγή αγωνίας, για το πώς αντιμετωπίζεται σήμερα η νησιωτική Ελλάδα από ένα κράτος, που συχνά νομοθετεί οριζόντια, χωρίς να αντιλαμβάνεται τις ιδιαιτερότητες των μικρών νησιών.
Η Σύμη είναι ένα νησί με μοναδική ιστορική, πολιτιστική και αρχιτεκτονική ταυτότητα. Είναι όμως ταυτόχρονα και ένας ζωντανός τόπος, όπου άνθρωποι εργάζονται, επιχειρούν και παλεύουν να παραμείνουν στον τόπο τους κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Σήμερα, δεκάδες επιχειρήσεις βρίσκονται σε καθεστώς αβεβαιότητας λόγω της στάσης της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, η οποία απαιτεί την απομάκρυνση των τεντών από τα καταστήματα, θεωρώντας ότι προσβάλλουν την αισθητική του παραδοσιακού οικισμού και ζητά την αντικατάστασή τους με ομπρέλες.
Όμως οι επαγγελματίες του νησιού επισημαίνουν κάτι απολύτως λογικό και πρακτικό: οι τέντες δεν χρησιμοποιούνται μόνο το καλοκαίρι για σκίαση, αλλά και τον χειμώνα για προστασία από τη βροχή και τα έντονα καιρικά φαινόμενα. Οι ομπρέλες δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν αυτή τη λειτουργία.
Αντί να αναζητηθεί έγκαιρα μια λειτουργική και ισορροπημένη λύση που να συνδυάζει την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς με τη βιωσιμότητα της τοπικής οικονομίας, επιλέγεται μια άκαμπτη διοικητική λογική την τελευταία στιγμή, λίγο πριν την κορύφωση της τουριστικής περιόδου. Ένα τόσο σοβαρό ζήτημα όφειλε να έχει αντιμετωπιστεί εγκαίρως, μέσα από διάλογο και συνεννόηση, ώστε να έχει βρεθεί κοινά αποδεκτή λύση πριν την έναρξη της τουριστικής σεζόν.
Από τη στιγμή που αυτό δεν έγινε, η συζήτηση και η εφαρμογή οποιωνδήποτε αλλαγών θα πρέπει να μεταφερθούν για την επόμενη τουριστική περίοδο, προκειμένου να μην οδηγηθούν οι επιχειρηματίες σε οικονομική ασφυξία και να μη δημιουργηθεί συνολικό πλήγμα στην οικονομική και κοινωνική ζωή της Σύμης. Για ένα μικρό νησί, που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό, τέτοιες αποφάσεις, όταν λαμβάνονται χωρίς προετοιμασία και χωρίς μεταβατικό σχεδιασμό, μπορούν να αποβούν καταστροφικές όχι μόνο για τις επιχειρήσεις αλλά για ολόκληρη την τοπική κοινωνία.
Αυτό δεν συνιστά σύγχρονη διοίκηση με σεβασμό στην αυτοδιοίκηση και στις τοπικές κοινωνίες. Συνιστά μια αντίληψη «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», που αντιμετωπίζει τα νησιά ως διοικητικούς φακέλους και όχι ως ζωντανές κοινωνίες με ιδιαίτερες ανάγκες.
Την ίδια στιγμή, το ελληνικό δημόσιο αμφισβητεί ακόμη και ιστορικά κατοχυρωμένα ιδιοκτησιακά καθεστώτα. Η ιστορική ψαραγορά της Σύμης, που από την περίοδο της Τουρκοκρατίας και της Ιταλοκρατίας ανήκει στον Δήμο και παραχωρείται διαχρονικά στους ψαράδες του νησιού, διεκδικείται πλέον από το ίδιο το κράτος.
Αντί ουσιαστικού διαλόγου και θεσμικής επίλυσης, η απάντηση της κυβέρνησης είναι η αποστολή της Υπουργού Πολιτισμού στο νησί. Όμως οι μέθοδοι, που εφαρμόζονται είναι ήδη γνωστές: αποφάσεις χωρίς συνεννόηση με την τοπική κοινωνία, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση και χωρίς κατανόηση της ιστορικής συνέχειας των νησιών.
Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται μόνο στη Σύμη.
Στους Αρκιούς και στο Μαράθι, το ελληνικό δημόσιο διεκδικεί ιδιοκτησίες και εκτάσεις κατοίκων που παραχωρήθηκαν από τους δήμους και πάνω στις οποίες έχουν χτιστεί σπίτια και περιουσίες εδώ και γενιές. Ακόμη και η Μονή Αγίου Ιωάννη επικαλείται ιστορικά χρυσόβουλα και τίτλους ιδιοκτησίας αιώνων.
Τα νησιά αυτά δεν είναι απλώς τουριστικοί προορισμοί. Είναι ακριτικά νησιά με τεράστια ιστορική, κοινωνική και εθνική σημασία.
Και εδώ προκύπτει το κρίσιμο πολιτικό ερώτημα:
Πώς είναι δυνατόν, αντί να στηρίζουμε τους κατοίκους των ακριτικών νησιών ώστε να παραμένουν στον τόπο τους, να τους δημιουργούμε καθεστώς ανασφάλειας, να αμφισβητούμε περιουσίες αιώνων και τελικά να τους ωθούμε στην εγκατάλειψη;
Η Ελλάδα χρειάζεται ζωντανά νησιά. Χρειάζεται κοινωνίες, που να παράγουν, να δημιουργούν και να διατηρούν ανθρώπινη παρουσία στα σύνορα της χώρας.
Η νησιωτικότητα δεν μπορεί να είναι μια τυπική αναφορά σε ευρωπαϊκά κείμενα ή κυβερνητικές εξαγγελίες. Πρέπει να μεταφράζεται σε συγκεκριμένες πολιτικές:
• με ειδική διοικητική μεταχείριση των μικρών νησιών,
• με ευελιξία στις αδειοδοτήσεις,
• με σεβασμό στην ιστορική και πολιτιστική φυσιογνωμία κάθε τόπου,
• με συνεργασία κράτους και αυτοδιοίκησης,
• και κυρίως με πολιτικές που διασφαλίζουν ότι οι κάτοικοι μπορούν να παραμείνουν και να ζήσουν αξιοπρεπώς στον τόπο τους.
Η Πολιτεία οφείλει άμεσα:
• να δώσει μεταβατική λύση για τη λειτουργία των επιχειρήσεων,
• να επανεξετάσει τα ζητήματα αιγιαλού και παραχωρήσεων με ρεαλισμό,
• να θεσπίσει ειδικό πλαίσιο για μικρά ιστορικά νησιά,
• και να διασφαλίσει ότι η ανάπτυξη συμβαδίζει με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Γιατί αν τα μικρά νησιά αφεθούν να ασφυκτιούν μέσα στη γραφειοκρατία, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο οικονομικό ή τουριστικό. Θα είναι βαθιά εθνικό και κοινωνικό.
Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αυτονόητη υποχρέωση της Πολιτείας. Όμως η προστασία δεν μπορεί να μετατρέπεται σε οικονομική ασφυξία, κοινωνική ερήμωση και διοικητικό αυταρχισμό.
Τα ακριτικά νησιά δεν κρατιούνται ζωντανά με εγκυκλίους, απειλές και δικαστικές παραπομπές.
Κρατιούνται ζωντανά όταν το κράτος στέκεται δίπλα στους ανθρώπους τους και όχι απέναντί τους.

Ακολουθήστε τη Ροδιακή στο Google News