Αποστεωμένο Σχολείο, τροφαντό φροντιστήριο

Αποστεωμένο Σχολείο,  τροφαντό φροντιστήριο

Αποστεωμένο Σχολείο, τροφαντό φροντιστήριο

Rodiaki NewsRoom

ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΚΕ 1603 ΦΟΡΕΣ

Βρισκόμαστε σε ένα σημείο στο οποίο, με αφορμή τις αλλαγές που προμηνύονται για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, προβληματιζόμαστε σχετικά με την κατάσταση στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Κάθε φορά, βέβαια, που συζητούνται αλλαγές που αφορούν το δημόσιο σχολείο η συζήτηση στρέφεται στο κατά πόσο αυτό θα ευνοήσει ή θα εμποδίσει την ύπαρξη φροντιστηρίων. Αυτό φάνηκε και σε πρόσφατο συνέδριο του Πανεπιστημίου Αιγαίου με θέμα τη «Σκιώδη Εκπαίδευση», δηλαδή την εκπαίδευση που παρέχεται στη σκιά της «επίσημης» δημόσιας.

Βέβαια, και η εκπαίδευση των φροντιστηρίων επίσημη και νόμιμη είναι, αναγνωρίζεται και φορολογείται από το Κράτος, αλλά όποτε βρισκόμαστε μπροστά σε κάμερες ή σε δημόσιες εκδηλώσεις κάνουμε ότι δεν τη βλέπουμε.

Οι σκέψεις εστιάζονται σε μία ειλικρινή απόπειρα να ιδωθούν τα πράγματα με μία ματιά ρεαλιστική και κατά το δυνατό νηφάλια. Ας πούμε, λοιπόν, τα πράγματα με το όνομά τους.

Ακόμα κι εμείς που εργαζόμαστε σε φροντιστήρια και εξαρτούμε το βιοπορισμό μας από αυτά, δε θα επιθυμούσαμε ένα Σχολείο απαξιωμένο. Έχουμε και εμείς παιδιά και μας απασχολεί η ποιότητα της εκπαίδευσης που τους παρέχεται. Δεν ωφελεί κανένα η απαξίωση του Σχολείου. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι να δοθούν στα πράγματα οι διαστάσεις που τους αρμόζουν.
Το φροντιστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαθιστά το Σχολείο.

Παρά το γεγονός ότι και η ιδιωτική εκπαίδευση παρέχει Παιδεία, και όχι μόνο γνώσεις και μεθόδους επιτυχίας για κάθε λογής εξετάσεις, αυτές οι ορισμένες απογευματινές ώρες και οι όποιες δραστηριότητες γίνονται στα πλαίσια της λειτουργίας των φροντιστηρίων δεν μπορούν να συγκριθούν με τις δυνατότητες που δίνονται στο Σχολείο και στο εκπαιδευτικό προσωπικό του. Εκεί, και όχι αλλού, πρέπει να προσφέρεται παιδεία και γνώσεις για το μέλλον των νέων.

Τα πράγματα, επομένως, θα ήταν όπως θα έπρεπε να είναι, στην περίπτωση που το φροντιστήριο εξυπηρετούσε μαθητές οι οποίοι αντιμετωπίζουν δυσκολίες να ικανοποιήσουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες τους για κάποιους λόγους (μαθησιακές δυσκολίες, κενά από προηγούμενες τάξεις και άλλες ιδιόμορφες ανάγκες) ή κάποιους μαθητές που έχουν εξαιρετικά υψηλούς στόχους. Η παρούσα πραγματικότητα, ωστόσο, απέχει πολύ από αυτό.

Στα φροντιστήρια φοιτά το σύνολο σχεδόν των μαθητών των τελευταίων τάξεων του Λυκείου, ακόμα και σε εποχή κρίσης, και επιπλέον ένα σημαντικό ποσοστό των μαθητών μικρότερων τάξεων. Ο λόγος, και η κοινή ομολογία, είναι πρώτα, επειδή το Σχολείο δεν επιτελεί ικανοποιητικά το ρόλο του και έπειτα, επειδή είναι τέτοια τα κοινωνικά πρότυπα: όλοι πάνε φροντιστήριο.

Αν θέλουμε να περιορίσουμε το φαινόμενο του φροντιστηρίου – το οποίο δεν είναι διόλου «ελληνικό φαινόμενο» - είναι ανάγκη να έχουμε Σχολεία ελκυστικά και παραγωγικά. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να μην προβάλλουμε τυφλές αντιστάσεις σε προσπάθειες βελτίωσης των πραγμάτων.

Δε γίνεται οι όποιοι συνδικαλιστές και βολεμένοι δημόσιοι λειτουργοί να εναντιώνονται αμέσως σε όποια πρόταση για ουσιαστική αξιολόγηση (γιατί στα χαρτιά υπάρχει, αλλά ποτέ κανείς δεν την είδε να εφαρμόζεται), σε όποια απόπειρα εφαρμογής σταθερών κριτηρίων που θα μπορούσαν να ελέγξουν την αποδοτικότητα κάθε εκπαιδευτικής μονάδας.

Τέτοια σταθερά κριτήρια που καλλιεργούν τον υγιή ανταγωνισμό είναι ο θεσμός της Τράπεζας θεμάτων και το «κουπόνι για εκπαίδευση», το οποίο θα παρέχεται από το κράτος δίνοντας τη δυνατότητα στους γονείς να επιλέγουν το σχολείο που κατά τη γνώμη τους είναι ιδανικότερο για το παιδί τους. Ακριβώς επειδή η δημόσια εκπαίδευση είναι κοινωνικό αγαθό υψηλής αξίας, όπως και η υγεία εξάλλου, δε νοείται ο πολίτης να είναι υποχρεωμένος να εκπαιδευτεί από όποιον τυχαίνει να εμπίπτει στην περιοχή του, κατά τον ίδιο τρόπο που δεν αναγκαζόμαστε να απευθυνθούμε σε γιατρό του νοσοκομείου ή του ιατρείου που τυχαίνει να είναι στην περιοχή μας!

Με τέτοια και με άλλα παρόμοια μέτρα δίνεται πάνω από όλα η δυνατότητα σε εκπαιδευτικούς του δημοσίου που παράγουν καλής ποιότητας έργο να αναδειχθούν, να ανταμειφθούν, ενώ, από την άλλη, θα βοηθήσουν εκείνους που είναι ακατάλληλοι για τη θέση που καταλαμβάνουν να αξιοποιηθούν εκεί που πραγματικά μπορούν να αποδώσουν.

Αυτό που τελικά πρέπει να επιδιωχθεί είναι να δούμε να τίθενται σε λειτουργία εκείνες οι υγιείς μέθοδοι του ιδιωτικού τομέα που ευνοούν το σύνολο της κοινωνίας, και στο δημόσιο. Μόνο εάν ο καθένας από εμάς αναλαμβάνει το ρόλο που του αναλογεί με αξιοκρατικά κριτήρια και φέρνει σε πέρας το καθήκον του με τρόπο επιτυχή, μπορεί η κοινωνία να προοδεύσει. Και σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί ότι η μέχρι πρότινος επετηρίδα και ο ΑΣΕΠ των εκπαιδευτικών περίτρανα απέδειξαν ότι δεν αποτελούν επαρκή κριτήρια για την πρόσληψη εκπαιδευτικού προσωπικού.

Αν ήταν έτσι δε θα βρισκόμασταν αντιμέτωποι με περιστατικά εκπαιδευτικών που είναι παντελώς ακατάλληλοι για να διδάξουν σε παιδιά. Θα μπορούσαν βέβαια οι εξετάσεις του ΑΣΕΠ να είναι η απαρχή για την πρόσληψη, αλλά μόνον εφόσον θεσπιστεί συνεχής αξιολόγηση του παραγόμενου έργου, μπορούν να δοθούν τα εχέγγυα στον πολίτη ότι τα πράγματα λειτουργούν όπως θα έπρεπε.

Ας μου επιτραπεί μία ακόμη επισήμανση. Πριν από λίγα χρόνια οι περισσότεροι από τους μαθητές που ακολούθησαν τη θεωρητική κατεύθυνση επέλεξαν να εισαχθούν στις υψηλόβαθμες τότε σχολές Παιδαγωγικών Σπουδών με μοναδικό κριτήριο το βέβαιο διορισμό τους μετά το πέρας των σπουδών τους.

Αυτό σημαίνει ότι ήδη υπάρχουν στα δημοτικά σχολεία της χώρας μας δάσκαλοι που έχουν να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες ενός τόσο ιδιαίτερου επαγγέλματος με μοναδική «παρηγοριά» ότι είναι διορισμένοι (να σημειωθεί ότι οι μισθοί στο δημόσιο έχουν μειωθεί σημαντικά από τα χρόνια εκείνα). Ποιος μπορεί αλήθεια να μας εγγυηθεί για την ποιότητα του έργου κάποιων από αυτούς που διαπίστωσαν στην πορεία ότι επέλεξαν λανθασμένα επάγγελμα;

Καλό θα ήταν να αναλογιστούμε όλοι οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση της παιδείας ότι τα πράγματα αλλάζουν και η κοινωνία σε δύσκολους καιρούς απαιτεί, αν μη τι άλλο, δυνατά εφόδια για τους νέους που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να διαπρέπουν στη ζωή ακόμα κι όταν ο ανταγωνισμός είναι πολύ υψηλός. Ας μην τους στερήσουμε αυτό το δικαίωμα στην προσπάθειά μας να εξυπηρετήσουμε στενά ατομικά συμφέροντα.

* Γράφει η Κυριακή Καρδούλια φιλόλογος

Διαβάστε ακόμη

Κώστας Καστανάκης: Η επόμενη πλημμύρα ξέρει ήδη τη διεύθυνσή σου

Μαρία Καρίκη: Αναζητώντας διαφυγή…

Θάνος Ζέλκας: Αλλαγή: η πιο βολική υπόσχεση

Αγαπητός Ξάνθης: Οι αναγκαίοι κοινωνικοί μετασχηματισμοί στον δρόμο της ευημερίας και της βιώσιμης ανάπτυξης

Παναγιώτης Κουνάκης: Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει μια χώρα μόνο υπαλλήλων

Κοσμάς Σφυρίου: Οι αναλογίες μεταξύ εκλογών Μαΐου 2012 & δημοσκοπήσεων

Κυριάκος Μ. Χονδρός: Το Σανατόριο της Ελεούσας: ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη της Ρόδου

Γιάννης Παρασκευάς: Μια πολυθρήνητη γεροντοκόρη το κτιριακό συγκρότημα του Παλαιού Νοσοκομείου