Ο θρύλος του Θρύλου!

Ένας θρύλος του Θρύλου. Ένας παίκτης που αγαπήθηκε από τον κόσμο του Ολυμπιακού για τον τρόπο του παιχνιδιού του. Που σήκωσε κούπες, κατέκτησε πρωταθλήματα και έγινε αρχηγός της ομάδας στην «ερυθρόλευκη» δεκαετία του ΄60 αποτελώντας μέρος της ιστορίας της.

Από τους καλύτερους ανάμεσα στους πρώτους, έγραψε με ανεξίτηλα γράμματα το όνομά του, τίμησε τη φανέλα και το σήμα του και γοήτευσε την μπάλα που του ‘κανε όλα τα χατίρια.

Ο Ορέστης Παυλίδης, κάθεται απέναντί μου και δέχεται να πάμε όλοι μαζί ένα ταξίδι στο χρόνο τότε που κάθε γειτονιά της Ρόδου είχε τη δική της ποδοσφαιρική ομάδα, τα γήπεδα γέμιζαν από κόσμο και η αθλητική Κυριακή αναμενόταν όλη την εβδομάδα.

Τότε που η Ρόδος ολόκληρη ήταν περήφανη και πανηγύριζε για τις νίκες του, που οι εφημερίδες «Φως» κι οι άλλες του Ολυμπιακού τον αποθέωναν, κι οι οπαδοί τον φώναζαν «Λεονταράκι», το Λεονταράκι από τη Ρόδο!


Είστε από οικογένεια αθλητών, το μήλο κάτω απ΄ τη μηλιά!
Γεννήθηκα το 1942 στη Ρόδο, στον Άγιο Νικόλαο. Ο πατέρας μου δούλευε στην ΚΑΙΡ τότε που η ΚΑΙΡ ήταν στις δόξες της, ως βοηθός χημικού-επιστάτης επί ιταλικής κατοχής. Από τα 17 του, κι εκεί γύρω στο 1920 με 1925 έπαιζε στην «Ακάντια», μια ομάδα ποδοσφαίρου που έβγαζε πολύ καλούς ποδοσφαιριστές.

Υπήρχαν και άλλες ομάδες τότε ο Ιάλυσος, ο Φοίβος… οι περισσότερες υπήρχαν. Το 1930 έφυγε από κει κι άρχισε να παίζει με το Διαγόρα όπου τότε έπαιζαν ο Λευτέρης Αχιολάς που κρατούσε από τα Κοσκινού, ο Παντελής Κουγιός πατέρας του Βασίλη που ήταν από τους πολύ καλούς σέντερ φορ, ο Μισσίκος ο Γιάννης, ο Σκατζής, ο Δοξόπουλος, πάρα πολλοί. Ήταν μεγάλη ομάδα τότε ο Διαγόρας. Έπαιζαν στο τοπικό πρωτάθλημα, αλλά και φιλικά με ξένες ομάδες που έρχονταν στη Ρόδο και αθηναϊκές.

Υπήρχε και η ομάδα της Ρόδου τότε;
Η «Ρόδος» όχι δεν υπήρχε. Υπήρχε ο Δωριέας, η ΑΟ Νιοχωρίου και διάφορες άλλες ομάδες από τα χωριά που έπαιζαν στο γήπεδο του Διαγόρα. Μετά ο πατέρας μου φεύγει πάει στην Αθλητική Ένωση Πανωγιαννιών (ΑΕΠ), στο σημερινό Άγιο Γεώργιο. Εκεί είχε υπογράψει και ο αδελφός μου ο Γιάννης. Πατέρας και γιός έπαιξαν μαζί κανένα χρόνο. Δυό φορές έπαιξαν μαζί σε αγώνες. Ο πατέρας μου σταμάτησε να παίζει το 1953-1954.

Και η αδελφή σας όμως ήταν στον αθλητισμό!
Ήταν μπασκετμπολίστρια, βολεϊμπολίστρια και στον κλασικό αθλητισμό. Η Φούλα Παυλίδη, την ξέρουν όλοι ήταν στην Εμπορική Σχολή την τότε, την οποία τελειώσαμε όλα τ΄ αδέλφια. Η Φούλα έφερε πολλά μετάλλια στην ομάδα της.

Έτσι κι εσείς και να θέλατε δεν θα μπορούσατε να ξεφύγετε!
Από 13 χρονών ήμουν με μια μπάλα στα πόδια, τι μπάλα δηλαδή τη φτιάχναμε οι ίδιοι με πανιά και με κουρέλια. Μαζευόμασταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς στην πλατεία του Αγίου Νικολάου στην περιοχή Χαβούζη τ΄ απογεύματα, μετά το σχολείο και το διάβασμα.

Σε τι θέση παίζατε εσείς εκεί στην πλατεία;
Εμένα μ΄ άρεσε πάντα η θέση μπροστά, για να βάζω γκολ.

Φαινόταν δηλαδή το πράγμα από την αρχή!
Έ, ναι! Με φωνάξανε στην ΑΕ Πανωγιαννιών όπου έπαιζε κι αδελφός μου και μου βγάλανε δελτίο ποδοσφαιρικό ψεύτικο. Μου βάλανε τρία χρόνια παραπάνω για να μπορώ να κατεβαίνω σε αγώνες.

Το πρώτο χειροκρότημα για εσάς ήρθε στην ομάδα των Πανωγιαννιών;
Ναι, έπαιζα στους μεγάλους από 14 χρονών, κι έπαιζα πάντα μπροστά. Μικροί είχαμε ενθουσιασμό, τότε το τοπικό πρωτάθλημα είχε πολύ κόσμο στα γήπεδα και φανατισμό. Η κάθε γειτονιά είχε και την ομάδα της. Στη Ρόδο στην πόλη μέσα υπήρχαν έξι ομάδες: ο Διαγόρας, ο Δωριέας, ο Ατρόμητος Κάστρου, ο Ολυμπιακός Αγίου Ιωάννου, η ΑΟ Νιοχωρίου, και η ΑΕ Πανωγιαννιών. Ήταν γεμάτα κάθε Κυριακή τα γήπεδα αυτή ήταν η διασκέδαση του κόσμου.

Εσείς πότε αρχίσατε να ξεχωρίζετε;
Στα 15 μου με 16 ήμουνα βασικός παίκτης. Στα 17 με κάλεσαν στην Εθνική Νέων Ελλάδος με την οποία κάναμε τουρνουά, προκριθήκαμε και παίξαμε στην Πορτογαλία στα τελικά, με διάφορες χώρες. Μείναμε 15 μέρες. Με καλούσαν όποτε γίνονταν αγώνες της Εθνικής Νέων, το 1958. Στο μεταξύ εκείνη την εποχή στη Ρόδο έγινε συγχώνευση των ομάδων Ατρόμητος Κάστρου- ομάδας της Παλιάς Πόλης και ΑΕ Πανωγιαννιών και η ομάδα αυτή ονομάστηκε «Ροδιακός».

Με το Ροδιακό πήραμε πρωταθλήματα, γίναμε πρωταθλητές Δωδεκανήσου και παίζαμε στη Β΄ Εθνική με στόχο την Α΄ Εθνική, αλλά χάσαμε την άνοδο στον τελευταίο αγώνα. Ήταν η πρώτη φορά το 1960 που ομάδα της Ρόδου αγωνιζόταν για την Α΄ Εθνική. Εγώ επίσης από τα 17 μου έπαιζα στη Μικτή Δωδεκανήσου.

Πώς έγινε και σας κάλεσαν στον Ολυμπιακό;
Το 1960 ήρθαν στη Ρόδο  να παίξουν με το Ροδιακό οι «μπέμπηδες» του Ολυμπιακού. Ήταν μεγάλη ομάδα τότε με καλούς παίκτες. Με είδανε ο προπονητής, οι παράγοντες… Όταν το 1963 πήγα στρατιώτης στο Λιμενικό μέσα στο Κέντρο Εκπαίδευσης ήρθε ο εκπρόσωπος του Ολυμπιακού και ο πρόεδρος του Ροδιακού τότε, ο συγχωρεμένος ο Νίκος Γιαννάς και μέσα εκεί υπέγραψα τη μεταγραφή μου στον Ολυμπιακό. Ήταν Ιούλιος του 1963.

Το περιμένατε κάτι τέτοιο;
Έγινε ξαφνικά. Είχα ορισμένες προτάσεις από άλλες ομάδες, υπήρχε ενδιαφέρον, γράφανε οι εφημερίδες, αλλά δεν έρχονταν σ΄ εμένα. Με πήρε ο Ολυμπιακός! Ήμουνα Ολυμπιακός από μικρός λόγω και της σχέσης που είχαμε ως οικογένεια με τον τερματοφύλακα του Ολυμπιακού Σάββα Θεοδωρίδη που τώρα είναι αντιπρόεδρος του Ολυμπιακού και γενικός αρχηγός της ομάδας. Ο πατέρας του κρατάει από τη Χάλκη, κι ο πατέρας μου κρατάει από τη Χάλκη. Όλοι οι ποδοσφαιριστές τότε παίζαμε μπάσκετ, βόλεϊ και ο Σάββας ερχόταν τα καλοκαίρια στη Ρόδο κι έπαιζε μπάσκετ με την ομάδα του Δωριέα.

Έτσι υπέγραψα ένα χρόνο υποσχετική. Όταν άρχισα τις προπονήσεις με τον Ολυμπιακό και τα φιλικά παιχνίδια, έγινα αναντικατάστατος, αλλά όχι στη θέση που αγωνιζόμουν μέχρι τότε. Ο προπονητής μου τότε, λόγω της δύναμής μου- ήμουν πολύ γυμνασμένος- με δοκίμασε για μπακ αριστερό. Πήγα περίφημα στα φιλικά παιχνίδια, κι από τότε έμεινα σ΄ αυτή τη θέση στον Ολυμπιακό. Για τη μεταγραφή μου τον επόμενο χρόνο το 1964, πλήρωσε  ο Ολυ-μπιακός  στο Ροδιακό 600.000 δραχμές, κι έμεινα μόνιμα στον Ολυμπιακό.

Ήταν πολλά λεφτά τότε;
Τότε που πήγα εγώ στον Ολυ-μπιακό το διαμέρισμα έκανε 30.000 δραχμές. Ο πατέρας μου έπαιρνε μισθό σαν επιστάτης στην ΚΑΙΡ 800 δραχμές το μήνα. Στις μεγάλες ομάδες στον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό οι ποδοσφαιριστές τότε έπαιρναν μέχρι και 23.000 δραχμές το μήνα. Η διαφορά ποια ήταν όμως; Όταν  υπέγραφες ήταν για πάντα, δεν υπήρχαν συμβόλαια για δύο ή τρία χρόνια να μπορείς να κάνεις μεταγραφές σε άλλη ομάδα και να πάρεις και τα λεφτά της μεταγραφής και της νέας συμφωνίας. Εγώ βέβαια δεν σκεφτόμουν ποτέ να φύγω από τον Ολυμπιακό γιατί ήταν ο Ολυμπιακός που αγαπούσα, και πλήρωνε και καλά.

Είχατε όμως κι άλλη καλή πρόταση από την ΑΕΚ όπως μου έχουν πει!
Είχα πρόταση από την ομάδα της ΑΕΚ το 1964, τη χρονιά που θα υπέγραφα οριστικά με τον Ολυμπιακό. Επέλεξα να υπογράψω με τον Ολυμπιακό και πήρε η οικογένειά μου από τις 600.000 δραχμές που σας είπα τις 100.000 για την υπογραφή μου.

Λιγότερα θα ήταν τα λεφτά με την ΑΕΚ;
Όταν μιλούσα τότε με το Μίμη Παπαϊωάννου με τον οποίο υπηρετούσαμε μαζί και παίζαμε και με την Εθνική Ενόπλων Δυνάμεων, στην ΑΕΚ τότε μου έλεγε πόσα λεφτά παίρνανε και δεν ήταν ούτε τα μισά. Αυτοί έπαιρναν τα λεφτά των αναπληρωματικών μας.

Ποιοι ήταν οι συμπαίκτες σας στη δεκαετία του ’60 στον Ολυμπιακό;
Ο Στεφανάκος, ο Πολυχρονίου, ο Ζαντέρογλου, ο Γιώργος Σιδέρης ο μεγαλύτερος σκόρερ όλων των εποχών, ο Βασιλείου, ο Μποτίνος, ο Γιούτσος, ο Γκαϊτατζής, ο Αριστείδης Παπάζογλου ο συγχωρεμένος, ο Πλέσσας, ο  Σημαντίρης ο Τσανακτζής, ο Αυγιτίδης, ο Ξαρχάκος, ο Νίκος Σιδέρης… Πρόλαβα για ένα χρόνο και τον Υφαντή ο οποίος ήταν τρομερός παίκτης.

Γίνατε κι αρχηγός του Ολυμπιακού!
Το 1969 με 1970 έγινα αρχηγός του Ολυμπιακού όταν αποχώρισαν οι παλαιοί παίκτες και από τους καινούργιους είχα τις περισσότερες συμμετοχές στην ομάδα.

Οι Ροδίτες πώς αντιδρούσαν ήταν περήφανοι για εσάς, πώς το έδειχναν;
Τον πρώτο καιρό που ερχόμουν στη Ρόδο έρχονταν οι φίλοι μου, κι οι παλιοί συμπαίκτες του Ροδιακού με πούλμαν στο αεροδρόμιο. Πανηγύρι γινόταν, με βάζανε μέσα στο πούλμαν κι ερχόμασταν στη Λέσχη του Ροδιακού στα Πανωγιαννιά. Έρχονταν Ροδίτες στο γήπεδο Καραϊσκάκη, περιμένανε απ΄ έξω απ’ την πόρτα να με δούνε,  κι όταν περνούσαμε οι παίκτες τους έβαζα όλους μέσα…

Είναι κάποιος αγώνας τον οποίο θυμάστε ιδιαίτερα και τον θυμούνται και οι φίλαθλοι;
Τον αγώνα με το Αιγάλεω! Στο 20ο λεπτό του αγώνα τραυματίστηκε ο τερματοφύλακάς μας ο Αυγιτίδης και τότε δεν υπήρχαν αλλαγές ή κίτρινες κάρτες.

Έντεκα έμπαιναν στον αγωνιστικό χώρο έντεκα έβγαιναν! Τότε αντικατέστησα τον τερματοφύλακα. Την άλλη μέρα όλες οι εφημερίδες έγραφαν: «Με ήρωα τον «τερματοφύλακα» Ορέστη Παυλίδη ο Ολυμπιακός έφερε ισοπαλία 1-1».

΄Εκανα μεγάλες αποκρούσεις. Το «Φως» ειδικά έγραψε διθυράμβους. Είχα την εμπειρία του μπάσκετ που με βοήθησε. Μπορεί να ήμουν παίκτης του ποδοσφαίρου στον Ολυμπιακό, αλλά είχα δελτίο μπάσκετ στο Ροδιακό όπου τα καλοκαίρια ερχόμουν στη Ρόδο και παίζαμε με τον Μποτίνο. Από το Βόλο αυτός, αλλά έκανε δελτίο στο Ροδιακό. Μάλιστα πήραμε τότε το πρωτάθλημα Δωδεκανήσου στον τελικό με τον Κολοσσό!

Ποιοι ήταν φίλοι σας από τους συμπαίκτες σας, με ποιους βγαίνατε από αυτούς τους μεγάλους παίκτες;
Με τον Μποτίνο, τον Βασιλείου, το Νίκο Σιδέρη… και με τους άλλους πήγαινα για καφέ, ήμασταν αγαπημένοι, δεν υπήρχαν τότε κόντρες και διαμάχες. Πάντως στα μπουζούκια δύσκολα πηγαίναμε γιατί μας είχαν μαντρωμένους. Μόνο τη Δευτέρα είχαμε ελεύθερη και όταν κέρδιζε η ομάδα.

Σε ποια μπουζούκια  πηγαίνατε σ’ αυτή την περίπτωση;
Πηγαίναμε στον Περπινιάδη που ήταν Ολυμπιακός, στον Τσιτσάνη, στον Γαβαλά και σε πολλές θεατρικές παραστάσεις που πρωταγωνιστούσε ο Νίκος Σταυρίδης ο οποίος ήταν φόλα Ολυ-μπιακός. Μετά το τέλος της παράστασης πηγαίναμε και τρώγαμε όλοι μαζί στην ταβέρνα του Κωστογιάννη στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας από τις πιο ωραίες ταβέρνες, στέκι ηθοποιών και ποδοσφαιριστών.

Τότε οι ποδοσφαιριστές είχαν σχέσεις με ηθοποιούς, τραγουδίστριες…
Όταν πήγα στον Ολυμπιακό το 1963 ο Στεφανάκος ήταν παντρεμένος με τη Μάρθα Καραγιάννη. Χώρισαν στο τέλος του 1963. Σχέσεις είχαν πολλοί με ηθοποιούς και τραγουδίστριες, αλλά δεν μπορούμε να τα πούμε τώρα αυτά.

Πρέπει να ήσασταν κι εσείς τότε μέσα σ’ αυτά!
Μας κυνηγούσαν τότε. Ήταν η εποχή των ποδοσφαιριστών και των ηθοποιών. Και σαν αγόρι κι εγώ κάτι θα έκανα. Αλλά δεν θέλω τώρα να αναφερθώ στις κυρίες.

Καπνίζατε τότε; Γιατί σήμερα βλέπω καπνίζετε.
Όχι, ούτε πίναμε. Τώρα καπνίζω πότε- πότε να περνά η ώρα.

Πόσα χρόνια αγωνιστήκατε στον Ολυμπιακό;
Στον Ολυμπιακό έμεινα επτά χρόνια. Μετά έπαιξα ένα χρόνο στην πρωταθλήτρια Κύπρου την ΕΠΑ Λάρνακος η οποία τότε έπαιζε στο πρωτάθλημα της Ελλάδος. Αυτά το 1971. Μετά γύρισα στην ομάδα της Ρόδου κι έπαιξα για ενάμιση χρόνο. Ήμουν πια 32 με 33 ετών και διάλεξα τη διαιτησία για να συνεχίσω. Φοίτησα στη Σχολή Διαιτησίας της Ρόδου και έφτασα στα ανώτερα κλιμάκια.

Αγωνίστηκα δύο χρόνια στην Α΄ Εθνική και ως Επόπτης πήγα στα Ευρωπαϊκά παιχνίδια με διαιτητές της ΦΙΦΑ όπως τον Γερμανάκο, τον Δημητριάδη, τον Κολοκυθά και άλλους. Ήμουνα από τους διαιτητές που ανέβηκαν γρήγορα στην κλίμακα της διαιτησίας και σ΄ αυτό έπαιξε ρόλο η προηγούμενή μου θητεία ως ποδοσφαιριστή. Ήμουν και διαιτητής του μπάσκετ. Μαζί με τον Τσολακίδη ήμασταν οι διαιτητές που παίξαμε Α΄ Εθνική ποδοσφαίρου και Α΄ Εθνική μπάσκετ.  Έπρεπε να διαλέξω κάποια στιγμή και διάλεξα τη διαιτησία ποδοσφαίρου.

Μεγάλη πορεία είχατε!
Μου άρεσε να ασχολούμαι με τον αθλητισμό και τα κοινά του αθλητισμού εκτός της πολιτικής αν και είχα πολλές προτάσεις να κατέβω σε εκλογές, αλλά εγώ μόνο στα γήπεδα κατέβαινα.

Πώς σας έλεγαν στα γήπεδα όταν παίζατε, σας είχαν δώσει κάποιο «όνομα»;
Το «Λεονταράκι», έτσι μ’  έλεγαν οι Πειραιώτες. Ακόμα και σήμερα που πάω στον Πειραιά, κι όπου βρεθώ σε άλλες πόλεις φωνάζουν «γειά σου βρε Λεο-νταράκι…». Με παρομοίαζαν με τον Ανδρέα Μουράτη τον μεγάλο ποδοσφαιριστή της Ελλάδας, παίκτη του Ολυμπιακού και της Εθνικής Ελλάδος.

Εσείς δεν παίξατε ποτέ στην Εθνική, γιατί;
Γιατί μου το κρατούσαν μανιάτικο ο εκλέκτορας Μαρόπουλος και ο προπονητής Ζανετής που δεν δέχτηκα να πάω στην ΑΕΚ στην οποία ήταν παράγοντες και παλιοί παίκτες της. Παίρνανε τους αναπληρωματικούς μου στον Ολυμπιακό κι εμένα, λόγω της άρνησής μου τότε, δεν με κάλεσαν ποτέ. Για μένα ήτανε μεγάλη ευτυχία που ήμουν βασικός παίκτης στον Ολυμπιακό, κι αργότερα έγινα αρχηγός.

Η Ρόδος σας τίμησε γι’ αυτή τη λαμπρή αθλητική σας πορεία;
Ναι, με τίμησε και ως ποδοσφαιριστή και ως διαιτητή. Με τίμησε και η Ομοσπονδία, πλακέτες, μετάλλια… Για μένα όμως σημασία είχαν τα πρωταθλήματα, τα κύπελλα και η αναγνωρισιμότητα που απέκτησα όλα αυτά τα χρόνια. Το 1963 που πήγα εγώ ο Ολυμπιακός έκανε ανανέωση στην ομάδα. Το 1965-1966 με τον προπονητή της Εθνικής Ουγγαρίας τον Μπούκοβι που πήρε ο Ολυμπιακός κατακτήσαμε το πρωτάθλημα Ελλάδος όπως και το 1966-1967. Ήταν τότε που στο γήπεδο φώναζαν οι οπαδοί «Του Μπούκοβι την ομαδάρα  τη λένε Ολυμπιακάρα»!

Πήραμε και τέσσερις χρονιές το Κύπελλο.  Αγωνίστηκα πολλές φορές στο εξωτερικό με την ομάδα και το κέρδος μου ήταν που γύρισα σχεδόν όλο τον κόσμο με τον Ολυμπιακό, με την Εθνική Ενόπλων και την Εθνική Νέων. Πέρασα πάρα πολύ καλά, κι αυτή τη στιγμή είμαι ευτυχισμένος όταν σκέφτομαι τη ζωή που έκανα, που δεν θα την έκανα χωρίς τον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο.

Τι χρειαζόταν τότε για να κάνει κάποιος τη δική σας πορεία πέρα από ταλέντο;
Δούλεψα σκληρά για να φτάσω εκεί που έφτασα. Πήγαινα στο Οικονομικό Γυμνάσιο και σηκωνόμουν κι έτρεχα στις έξι το πρωί. Μετά πήγαινα σχολείο, κι ως τα 17 μου δεν ξενύχτησα ποτέ. Αφού πήγαινα σινεμά  στις 15:30 με 17:30 το απόγευμα! Σαν παίκτης ήμουν υπάκουος σε ό,τι ήθελε ο προπονητής και στους όρους που έβαζε η ομάδα. Πολλοί παίκτες ξέφευγαν τότε, εγώ όχι, δεν ήξερα τι θα πει ουίσκι εγώ, τσιγάρο, ξενύχτι μέχρι τα 18 με 19 μου. Και μετά όλα με μέτρο και όταν μας το επέτρεπαν.

Τώρα αναπολείτε τα χρόνια εκείνα;
Αναπολώ, αλλά δεν βαρυ-γκωμώ που πέρασαν και πάνε. Έτσι είναι η ζωή, τουλάχιστον εμείς τη ζήσαμε ωραία.